Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ

            «Εκείνο το καλοκαίρι η φουκαριάρα η μάνα μου κόντεψε να τρελαθεί από την αγωνία. Είχα να επικοινωνήσω μαζί της για πάνω από ένα μήνα και ήταν έτοιμη να με αναζητήσει μέσω της αστυνομίας ή και μέσω του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού που, προς το τέλος της δεκαετίας του εβδομήντα, διαδραμάτιζε ακόμη σημαντικό ρόλο στις αναζητήσεις συγγενικών και φιλικών προσώπων που τους είχε χωρίσει ο πόλεμος, η φτώχια και η μετανάστευση». 

            Έτσι άρχισε την διήγησή του ο ξένος και βολεύτηκε καλύτερα στην άκρη του διθέσιου καναπέ  του ορεινού ξενώνα που είχε καταλύσει περαστικός από την Ήπειρο. Απέναντί του στη σάλα υποδοχής άλλοι τέσσερις λάτρεις του ορεινού τοπίου, έπιναν παγωμένη λεμονάδα και τον άκουγαν με ενδιαφέρον.

            «Ναι, ήταν καλοκαίρι του 1977, συνέχισε ο ξένος, όταν τον Οδυσσέα, φίλο και συμφοιτητή μου τότε στο δεύτερο έτος του μαθηματικού τμήματος του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, είχα προσφερθεί να τον φιλοξενήσω για μερικές μέρες στο πατρικό μου στην Κατερίνη. Το σπίτι όμως δεν χωρούσε τις νεανικές μας ανησυχίες και αποφασίσαμε τη δεύτερη κιόλας μέρα να διανυκτερεύσουμε σε μια κατασκήνωση στην παραλία του Λιτόχωρου στις υπώρειες του Ολύμπου. Το βράδυ ήταν μαγευτικό δίπλα στη θάλασσα, βρήκαμε ευχάριστη παρέα και ο Οδυσσέας δεν σταμάτησε να χορεύει μπλουζ και σέικ κάτω από τους ήχους του αγαπημένου μας τραγουδιού «Gimme gimme good lovin’» .

Λίγο πριν το χάραμα, τρυπώσαμε στο μισοσκόταδο σε μια σκηνή που βρήκαμε άδεια για να κοιμηθούμε. Ξαφνικά, μετά από λίγο, πριν φέξει ακόμα για τα καλά, πεταχτήκαμε όρθιοι από τη λαχτάρα μας. Η σκηνή ήταν δίπλα σε μια τεράστια ξύλινη εξέδρα και πάνω της έκαναν χειρονομίες και έψελναν εκκλησιαστικούς ύμνους οπαδοί μάλλον κάποιας αίρεσης, όπως αγουροξυπνημένοι εσφαλμένα υποθέσαμε! Το όλο σκηνικό μας φάνηκε ύποπτο! Τα μαζέψαμε σαν κλέφτες και φύγαμε τρέχοντας κι ακόμη τρέχουμε. Μάλλον όμως δεν ήταν κάτι το περίεργο και εμείς αντιδράσαμε υπερβολικά γιατί όπως μάθαμε αργότερα ήταν κατασκήνωση της αγγλικανικής εκκλησίας ή κάτι τέτοιο.

-          Έχω φίλους στη Νικήτη της Χαλκιδικής, μου είπε τότε ο Οδυσσέας, έχει υπέροχες παραλίες και θα περάσουμε τέλεια. Πάμε; Μετρήσαμε τα φραγκοδίφραγκα που είχαμε στις τσέπες και τον ακολούθησα. 

Εκεί μας περίμεναν ο Γιώργος, η Δέσποινα, η Φιλιώ και ο Σμαραγδής που ο πατέρας του είχε καΐκι! Μέρες και νύχτες αξέχαστες, υπέροχες, μαγευτικές, που όμως δεν γίνεται να τις περιγράψω. Όχι γιατί είχαν κάτι το πονηρό, αλλά γιατί κάποια πράγματα δεν χωράνε μέσα σε λέξεις. Πρέπει να τα ζήσεις και όχι να τα ονειρευτείς ή να τα φανταστείς! Καημένη μου μανούλα εκεί που βρίσκεσαι, ούτε στιγμή δεν σκέφτηκα να σου τηλεφωνήσω για να σου πω που βρίσκομαι κι αν είμαι καλά!

Ένα βράδυ, κατά τις τέσσερις τα ξημερώματα, εκεί που καθόμασταν σε μια καφετέρια στο παραλιακό μέρος του χωριού και λέγαμε τα δικά μας, ήρθαν κάποιοι γνωστοί του Σμαραγδή και κάτι συζητούσαν για το Άγιο Όρος. «Είναι ευκαιρία, μας είπε ο Σμαραγδής να πάτε στο Άγιο Όρος. Εμείς εδώ θα είμαστε και θα σας περιμένουμε να γυρίσετε».

Λίγο αργότερα βρεθήκαμε στην καρότσα ενός αγροτικού, ανάμεσα σε κάτι παλιομουσαμάδες να χοροπηδάμε σαν κατσίκια πάνω από τις λακκούβες του σκυρόστρωτου ορεινού δρόμου που οδηγούσε από το δυτική ακτή της Σιθωνίας, στον Όρμο της Παναγιάς και από εκεί στην Ιερισσό και τον Άθω. Επιβιβαστήκαμε σε ένα καράβι που πήγαινε να φορτώσει ξυλεία στο Άγιο Όρος και αποβιβαστήκαμε λαθραία στο λιμάνι της Δάφνης (επίνειο των Καρυών, πρωτεύουσας του Άθω) νωρίς το πρωί, χωρίς να έχουμε επίσημη άδεια από τη διοίκηση του Όρους. Από εκεί και πέρα τα πράγματα εξελίχθησαν με κινηματογραφική ταχύτητα.

Στο λιμάνι επικρατούσε νεκρική σιγή. Κινηθήκαμε τυχαία προς την αριστερή πλευρά του δρόμου που χώριζε τη θάλασσα από τα πέτρινα σπίτια και τα καταστήματα του λιμανιού. Κοντεύαμε να φτάσουμε σε ένα παράπηγμα στο τέλος του δρόμου όταν ακούστηκαν ταυτόχρονα, σαν να σήμανε συναγερμός, να ανοίγουν με παταγώδη θόρυβο τα ξύλινα παλιοκαιρίτικα παντζούρια που έβλεπαν προς τη θάλασσα, και να εμφανίζονται ανδρικά κεφάλια με κολλημένα πάνω τους κάθε λογής κιάλια και τηλεμπάνιστρα! Εκείνη ακριβώς τη στιγμή έδενε σε μια τεράστια πλωτή σημαδούρα γύρω στα πενήντα μέτρα από την ακτή ένα τουριστικό γιωτ, στο κατάστρωμα του οποίου έστεκαν οκτώ με δέκα νεαρές κοπέλες, ελάχιστα έως καθόλου ενδεδυμένες… 

-          Δεν είναι καλόγεροι αυτοί που παρακολουθούν! Είναι λαϊκοί που δουλεύουν στα καταστήματα που πωλούν εφόδια και αναμνηστικά, μας εξήγησε ένας νεαρός αστυνομικός, ίδιας με εμάς περίπου ηλικίας, που μας είχε πλησιάσει τελείως αθόρυβα. Μην ανησυχείτε, συνέχισε, δεν σας κατασκοπεύω, παρέα ψάχνω να μιλήσω σε έναν φυσιολογικό άνθρωπο, είμαι εδώ με την πρώτη μου μετάθεση και κοντεύει να με τρελάνει αυτή η απέραντη γαλήνη και ηρεμία του Όρους. Το τελευταίο εξάμηνο έφτασα δύο φορές στο τσακ να κόψω τις φλέβες μου. Αυτός ο τόπος, όσο όμορφος κι αν είναι, σε σκοτώνει αν δεν τον ζεις με τη θέλησή σου!

Το παράπηγμα ήταν τελικά ένα καφεζυθεστιατόριο της κακιάς ώρας. Επιβεβαίωνε την αίσθηση που είχαμε από την πρώτη στιγμή που πατήσαμε το πόδι μας στο Περιβόλι της Παναγιάς ότι μπήκαμε στη μηχανή του χρόνου και μεταφερθήκαμε στον μεσαίωνα. Στο Όρος δεν υπήρχε ούτε ηλεκτρικό ρεύμα, ούτε τηλέφωνο και φυσικά ούτε δίκτυο υδρεύσεως. Παραγγείλαμε το μόνο φαγητό που είχε. Ψαρόσουπα από γόπες!!! Εκτός από τον νεαρό αστυνομικό μας έκανε παρέα μέχρι να φάμε και ένας καλόγερος που έριχνε δίχτυα στη θάλασσα μέσα από ένα ζεμπίλι οικοδομής, περπατώντας δίπλα στην παραλία. Αρχικά νομίσαμε πως του είχε σαλέψει, αλλά όπως μας εξήγησε ο ίδιος μετά, το βάθος της θάλασσας μπορεί να φτάνει και στα πενήντα μέτρα, μόλις σε λίγα μέτρα από την ακτή.    

Ένας κεντρικός χωμάτινος δρόμος υπήρχε όλος κι όλος, που οδηγούσε στις Καρυές. Και το μόνο όχημα που υπήρχε διαθέσιμο ήταν ένα σαραβαλιασμένο φορτηγό που μετέφερε κορμούς δένδρων. Έτσι λοιπόν για να επισκεφθούμε τα μοναστήρια της δυτικής ακτής, ακολουθήσαμε καλοσυντηρημένα μονοπάτια. Διαμονητήριο ευτυχώς δεν μας ζήτησε κανείς.    

Η φιλοξενία των ελάχιστων και γηραλέων μοναχών εκείνης της εποχής, ήταν παροιμιώδης. Παρακολουθήσαμε τις κατανυκτικές λειτουργίες τους με τους εναλλασσόμενους ρόλους των μοναχών κάτω από το φως των κεριών. Βυζαντινή μυσταγωγία! Αντίκρισαν τα μάτια μας στολές και κειμήλια Βυζαντινών αυτοκρατόρων, απολαύσαμε τη μοναδική φύση και την ατμόσφαιρα του Αγίου Όρους, μιλήσαμε με μοναχούς που ο λόγος η ηρεμία και η σοφία τους μας έκανε να φαινόμαστε μπροστά τους ασήμαντοι. Μιλήσαμε και με έναν Αυστραλό συγγραφέα που είχε έρθει για μια δεύτερη τριετία στο Όρος, προκειμένου να συγγράψει τη συνέχεια ενός μυθιστορήματος που εξελισσόταν σε αυτόν τον Άγιο τόπο και που το πρώτο μέρος του είχε γίνει ήδη μπεστ σέλερ στην πατρίδα του. Μιλούσε άπταιστα την καθαρεύουσα. Τα μεσημέρια τρώγαμε στο εστιατόριο των μοναστηριών και μετά βοηθούσαμε στη κουζίνα και στη λάτρα των κοινόχρηστων χώρων.  

Μια μέρα που είχε αυστηρή νηστεία, μας σέρβιραν νερόβραστες φακές που είχαν μέσα κάτι μικρά φιλαράκια, σαν αυτά της φακής. Ρώτησα τι είναι αυτά τα φιλαράκια αλλά απέφυγαν να μου απαντήσουν και μου έμεινε για πάντα η απορία και η καταπληκτική γεύση τους.  

Πρώτη δεύτερη μέρα όλα ήταν τέλεια και καταπληκτικά. Όμως την Τρίτη μέρα άρχιζαν να μας ζώνουν τα φίδια. Θυμήθηκα τα λόγια του νεαρού αστυνομικού «Κοντεύει να με τρελάνει αυτή η απέραντη γαλήνη και ηρεμία του Όρους» καθώς και την απέραντη θλίψη που θόλωνε το βλέμμα του. Η γαλήνη και η ηρεμία του Όρους δεν είναι για όλους, σκέφτηκα.

Την επομένη έφευγε το φορτηγό που μας έφερε. Κατεβήκαμε τρέχοντας στη Δάφνη,  βοηθήσαμε στο φόρτωμα του καραβιού και πήραμε το δρόμο της επιστροφής, από τον μεσαίωνα στον εικοστό αιώνα, με το καράβι φορτωμένο μεγάλους κορμούς δένδρων καλυμμένους από ένα ασημί πέπλο που δημιουργούσε ένα κοπάδι σαρδέλες που είχε χάσει το δρόμο του κι έπεσε πάνω στο κατάστρωμα!  

Αυτή ήταν και η τελευταία εικόνα από αυτές τις καλοκαιρινές διαδρομές. Όταν το ίδιο βράδυ βρεθήκαμε στη Summer Tiffanys κάτω από τους εκκωφαντικούς ήχους της ντίσκο, θυμήθηκα και τη μανούλα μου… ευτυχώς»! 

-          Πήγες ξανά στο Άγιο Όρος από τότε; ρώτησε με ενδιαφέρον ένας της παρέας του ξενώνα.

-          Πολλές φορές! Μη ξεχνάς πως από τότε μεσολάβησε μια πορεία από τη νεότητα στην ωριμότητα. Τώρα πια αποζητώ την ηρεμία και τη γαλήνια ατμόσφαιρά του όσο τίποτε άλλο στον κόσμο! Απάντησε ο ξένος, και χάιδεψε με ικανοποίηση την κατάλευκη γενειάδα του!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΚΑΙ… ΠΑΤΡΟΤΗΤΑ

          


              Τον Μιχάλη είχα να τον συναντήσω πέντε, μπορεί και περισσότερα χρόνια. Σίγουρα είχα να ακούσω νέα του από την προ του κορονοϊού εποχή. Παλιός, πετυχημένος και προβεβλημένος συγγραφέας και δημοσιογράφος, είχε αποσυρθεί εδώ και μια δεκαετία από την ενεργό δημοσιογραφική δράση, για να αφοσιωθεί στο συγγραφικό του έργο.
               Μεταξύ μας είχε καλλιεργηθεί παλαιόθεν μια ειλικρινής σχέση φιλίας και αλληλοεκτίμησης, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που δεν δίσταζε ο ένας να εκμυστηρευτεί τα εσώψυχά του στον άλλον, μένοντας σίγουρος πως δεν υφίστατο στο ελάχιστον φόβος παρεξήγησης ή παρερμηνείας των λεγομένων του.
               Μετά τους πρώτους εγκάρδιους χαιρετισμούς, άρχισε, χωρίς εγώ να του κάνω κάποια νύξη, να δικαιολογείται για την μακροχρόνια απόσυρσή του από τα εγκόσμια.
              Είναι αλήθεια πως το σοβαρό συγγραφικό έργο, απαιτεί μεγάλες θυσίες, απεριόριστη αντοχή, αυτοπειθαρχία και ατέλειωτες μέρες και ώρες μοναξιάς. Οι συγγραφείς του επιπέδου του Μιχάλη, όπως ο ίδιος κάποτε μου είχε εκμυστηρευτεί, ζουν με τη φαντασία τους μέσα στις σελίδες του βιβλίου που συγγράφουν και «βγαίνουν» από εκεί, μόνο για φαγητό και για να αντλήσουν από άλλες, εξωτερικές πηγές, πληροφορίες χρήσιμες για το συγγραφικό τους έργο.
              Όση ώρα μίλαγε, διέκρινα στο βλέμμα του μια ασυνήθιστη για τα δικά του χαρακτηριστικά θλίψη. Η απογοήτευση στα λόγια του έρρεε με την ίδια πειστικότητα που δημιουργούσαν συναισθήματα και εικόνες οι λέξεις των μυθιστορημάτων του! Με νίκησε η περιέργεια, κι αντί να απαντήσω στην ερώτησή του, «Πώς τα πας εσύ», του ζήτησα να μου εξηγήσει, τι τον απασχολεί!
              Μετά από κάποιον μικρό δισταγμό, μου ζήτησε να καθίσουμε στο παρακείμενο παγκάκι που έβλεπε προς τη μεριά της λίμνης, και μου εκμυστηρεύτηκε το περιστατικό που ακολουθεί και το οποίο σας αποκαλύπτω με την άδειά του:
              «Στις γιορτές των Χριστουγέννων που μας πέρασαν, άρχισε τη διήγησή του, με επισκέφτηκε στο σπίτι με ένα κουτί μελομακάρονα, ένα συγγενικό μου πρόσωπο. Ο αγαπημένος μου θείος, ο Γιώργος. Μια τυπική αλλά ευχάριστη επίσκεψη που εξελίχθηκε όμως για μένα σε τραγωδία.
              Του προσέφερα τσάι και μπισκότα, καθίσαμε στο σαλονάκι κοντά στη μπαλκονόπορτα, και τότε ξύπνησε μέσα μου το σαράκι της δημοσιογραφίας. Έβαλα σε λειτουργία με την άδειά του το δημοσιογραφικό μου μαγνητοφωνάκι και άρχισα να του κάνω ερωτήσεις, εκμεταλλευόμενος τις τεράστιες γνώσεις που έχει σε θέματα παραδοσιακά. «Πες μου βρε θείε, του είπα, μια ιστορία από τα κάλαντα των Χριστουγέννων, όπως τα λέγατε παλιά, τις δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα»!
              Άλλο που δεν ήθελε αυτός! Μου είπε για τον τρόπο που λέγονταν τα κάλαντα από τα παιδιά εκείνης της εποχής, πώς τους καλοδεχόντουσαν στα σπιτικά και στα καταστήματα οι νοικοκυραίοι και πού και πώς ξόδευαν το ελάχιστο αλλά πολύ σημαντικό γι αυτά χαρτζιλίκι! Κάτι θυμήθηκα κι εγώ από τα δικά μου παιδικά χρόνια, συγκινήθηκα.
              Ο θείος μου ο Γιώργος, αφού τα είπαμε γι κάμποση ώρα και ανταλλάξαμε ευχές, έφυγε. Το μικρόβιο ωστόσο της δημοσιογραφικής έρευνας που υπόβοσκε μέσα μου, φαίνεται πως είχε έρθει για να μείνει!
              Στρογγυλοκάθισα λοιπόν μπροστά στον υπολογιστή μου και ζήτησα από την τεχνητή νοημοσύνη, σίγουρος πως δεν θα τα κατάφερνε, να μου μετατρέψει σε κάλαντα την αφήγηση του θείου μου, που εν τω μεταξύ είχα απομαγνητοφωνήσει. Βεβαίως, μου απάντησε το μηχάνημα, σε ποιο στιλ θα θέλατε να σας το μετατρέψω; Μου πρότεινε μάλιστα τρεις επιλογές. Αιφνιδιάστηκα από την απάντησή και θέλησα ακόμα περισσότερο να δυσκολέψω την ερώτηση, προτείνοντας μια τέταρτη επιλογή: Προσαρμογή στο «Δόξα Θεώ», τα κάλαντα εκείνης της εποχής στα οποία είχε αναφερθεί νωρίτερα ο Θείος μου.
              Δεν πέρασε ούτε μισό δευτερόλεπτο και εμφανίστηκε στην οθόνη μου ένα ποίημα. Με ενδιαφέρον και έκπληξη διαπίστωσα πως και στο μέτρο και στην ομοιοκαταληξία ταίριαζε ικανοποιητικά στο «Δόξα Θεώ» και ήταν υπέροχο! Αυτό ήταν το πρώτο σοκ που δέχθηκα!
              Αποθήκευσα το ποίημα στον υπολογιστή μου και το επεξεργάστηκα. Όχι για να αμφισβητήσω την τεχνητή νοημοσύνη αλλά γιατί όντως είχε κάποιες ατέλειες. Όταν τελείωσα και έμεινα ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα, το ανέβασα και πάλι στην εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης και ζήτησα να μου κάνει ένα σχόλιο. Με μεγάλη μου έκπληξη και πάλι διαπίστωσα ότι δεν μου απάντησε με τη συνηθισμένη ενθαρρυντική τακτική που ακολουθούν αυτές οι μηχανές, αλλά σαν κάποιος συνάδελφος που δεν μπορούσε να κρύψει την αντιζηλία του! Δηλαδή αντί να μου πει: «Εξαίσιο, συγχαρητήρια, άριστο κ.λ.π.», όπως συνήθως γίνεται, μου είπε: «Το βρίσκω ενδιαφέρον»! Αυτό ήταν το δεύτερο σοκ!
              -          Έλα βρε Μιχάλη, τον διέκοψα. Μην γίνεσαι υπερβολικός, αυτές οι μηχανές ακολουθούν κάποιο λογισμικό που τους φόρτωσε ο κατασκευαστής τους. Δεν λειτουργούν, ούτε αισθάνονται σαν άνθρωποι.
              -          «Πάταξον μεν, άκουσον δε», μου απάντησε με το δικό του στωικό ύφος ο Μιχάλης. Και συνέχισε:
              Μετά από αυτά, ρώτησα ποιος είναι τώρα ο κάτοχος τον πνευματικών δικαιωμάτων του ποιήματος και η μηχανή μου απάντησε, παραθέτοντας τις αντίστοιχες παραπομπές σε νομοθεσία, ότι τα δικαιώματα στην αφήγηση τα έχει ο θείος μου και τα δικαιώματα του ποιήματος τα έχω εγώ! Μου επιβεβαίωσε επίσης πως αν το επιθυμώ, μπορώ να το συμπεριλάβω σε μια ποιητική μου συλλογή χωρίς κανένα πρόβλημα! Εσύ που είσαι; Το ερώτησα. Πουθενά, μου απάντησε, εγώ είμαι μια μηχανή και δεν έχω πνευματικά δικαιώματα. Αυτό ήταν το τρίτο σοκ!».
              Εδώ τελείωσε η αφήγηση του φίλου μου. Στάθηκε και με κοίταξε! Η θλίψη στο βλέμμα του είχε αντικατασταθεί τώρα από ένα αίσθημα θριάμβου που ζητούσε επιβεβαίωση! Δεν του έκανα τη χάρη!
              -          Είσαι υπερβολικός, του έγνεψα. Και παλιότερα όταν είχαν εφευρεθεί τα κομπιουτεράκια υπήρχε η ίδια γκρίνια. Το ίδιο έγινε και με τις μηχανές αναζήτησης αργότερα. Είναι απλά βοηθήματα, που, θέλουμε δεν θέλουμε, ήδη μπήκανε στη ζωή μας.
              -          Δεν είναι το ίδιο, μου απάντησε κοφτά! Δεν είναι απλώς βοηθοί αυτές οι μηχανές. Παρουσιάζουν ολοκληρωμένα έργα σε όλους τους τομείς, αρκεί να τους το ζητήσεις. Θεωρώ πολύ τυχερό τον εαυτό μου που πριν μπει η τεχνητή νοημοσύνη στη ζωή μας, πρόλαβα και έγραψα κάποια βιβλία!
              -          Γιατί; Τον ρώτησα με αφέλεια!
              -          Επειδή, σε αντίθεση με τα έργα που θα εκδίδονται από εδώ και πέρα, στα δικά μου έργα κανείς δεν θα μπορεί να τους αμφισβητήσει την πατρότητα!
              Τώρα το σοκ, ήταν δικό μου!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

ΟΙ ΣΚΙΕΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

 

«Δεν μ’ έπνιξε η θάλασσα, μα εκείνο το φιλί της
που μ’ άφησε να ζω μισός, δεμένος στη σιωπή της».

 
       Αυτά είναι τα μόνα λόγια που θυμάμαι με απόλυτη ακρίβεια από εκείνη τη συνάντηση που είχα πριν πολλά χρόνια, σε ένα άγονο νησάκι του Αρχιπελάγους μας, με έναν ναυτικό απόμαχο της μοίρας και της θάλασσας.   
       Ήταν ένα από εκείνα τα βράδια που δεν μπορείς να κάνεις σχέδια πάνω στο στείρο ξερονήσι, καθώς απουσιάζουν οι επιλογές! Έτσι λοιπόν τα βήματα με οδήγησαν στο μοναδικό καπηλειό του απίστευτα γραφικού κατά τα άλλα αιγαιοπελαγίτικου λιμανιού!
       Το μελτέμι είχε κοπάσει, μα η θάλασσα κρατούσε ακόμα την ανάσα της βαριά, σαν αποκαμωμένος από τον ‘’καιρό’’ ναύτης του καταστρώματος. Εξωτερικά το μαγαζάκι φαινόταν μισοφαγωμένο από το κύμα και το χρόνο! Στο εσωτερικό του μύριζε παλιό ξύλο ποτισμένο από τα αποτσίγαρα και το ξεθυμασμένο αλκοόλ. 
       Στα τραπέζια λιγοστοί θαμώνες, όλοι τους ντόπιοι, θαλασσινοί. Σε μια γωνιά, ανάμεσα στην πόρτα και το παραθυράκι που έβλεπε στο λιμάνι, καθόταν ένας γέρος, απόμαχος της ναυτοσύνης. Το αναγνώριζες από τις κινήσεις του, το καλοστημένο του σκαρί κάτω από το σκούρο μπλε πανωφόρι των ναυτικών και το σκαμμένο από την αλμύρα πρόσωπο. Είχε μπροστά του ένα μισογεμάτο ποτήρι ρακί κι ένα πλακέ πακέτο σέρτικα, που το ανοιγόκλεινε νευρικά σαν να δίσταζε να ανάψει το επόμενο τσιγάρο. Με το άλλο χέρι κρατούσε ένα μικρό σουγιά και κάτι χάραζε πάνω στο ξύλινο τραπέζι.
       Κάθισα στο διπλανό τραπέζι και προσπάθησα μάταια να του πιάσω κουβέντα. Φαινόταν να βρίσκεται στον κόσμο του και να μην επικοινωνεί με το περιβάλλον. Ωστόσο, λίγο μετά, χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει, μου είπε: «Ξένος είσαι με τη θάλασσα. Φαίνεται από το βλέμμα σου. Δεν έχεις μπαρκάρει ακόμα στ’ αλήθεια».
       Χαμογέλασα. Του είπα πως μόνο επιβάτης υπήρξα στη ζωή μου, ποτέ ναυτικός. Τότε σήκωσε το ποτήρι του σαν χαιρετισμό και μου είπε: «Καλύτερα έτσι, γιατί η θάλασσα παίρνει περισσότερα απ’ όσα δίνει»!
       Ύστερα λύθηκε η γλώσσα του. Άρχισε να μιλάει σιγά, σαν να φοβόταν μήπως ξυπνήσει κάτι που κοιμόταν χρόνια μέσα του. Μου είπε πως νέος είχε μπαρκάρει σε φορτηγά, σε καράβια της γραμμής, σε σαπιοκάραβα και σε σκαριά περήφανα. Είχε περάσει κάβους και περάσματα, είχε παλέψει με μπουνάτσες που σου τρέλαιναν το μυαλό και με φουρτούνες που τσακίζαν τα κατάρτια.
       Χαμήλωσε το βλέμμα του.
       «Κι ύστερα ήρθε εκείνο το απόγευμα, συνέχισε! Ήταν που βγήκα μια βόλτα στο καρνάγιο πριν τον απόπλου. Να πάρω αέρα, να ρίξω μια ματιά στο λιμάνι, να χαιρετήσω τη στεριά».
       Σήκωσε το βλέμμα του και με κοίταξε βαθιά στα μάτια σαν να ήθελε να με ζυγίσει.
       «Την είδα δίπλα στην προκυμαία, είπε, τονίζοντας μία - μία τις λέξεις. Στεκόταν εκεί, λυγερή, με ένα φόρεμα στο χρώμα της θάλασσας, όπως και τα μάτια της. Κοιταχτήκαμε, δεν χρειάστηκε να πούμε τίποτα, η ίδια η θάλασσα ήτανε ο μεσίτης, η προξενήτρα μας. Περπατήσαμε μαζί στην προκυμαία και στο όνειρο. Μου μίλησε για τον καημό της, για μια ζωή που δεν χώραγε πια σ’ αυτόν τον τόπο. Εγώ της μίλησα για τα ταξίδια στην απέραντη θάλασσα, για τα λιμάνια, τις ατέλειωτες νύχτες στη γέφυρα με συντροφιά άλλοτε τ’ αστέρια κι άλλοτε τα αστροπελέκια. Με άκουγε αμίλητη, ούτε κι εγώ ξέρω για πόση ώρα, να λέω ιστορίες. Κάποια στιγμή με κράτησε από το μπράτσο και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο μου. Εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε πως ξανοιχτήκαμε μαζί στο πέλαγο, γίναμε ένα! Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που μου πέρασε η σκέψη πως θα μπορούσα να δέσω κάπου. Να πιάσω στεριά! Να ρίξω άγκυρα»!
       Έβγαλε τσιγάρο από το πακέτο και το άναψε. Τράβηξε όσο πιο βαθιά γινότανε την πρώτη τζούρα, μισόκλεισε τα μάτια του σαν κάτι ακόμα να ήθελε να θυμηθεί και συνέχισε!
       «Μας βρήκε το πρωί αγκαλιασμένους! Ξημέρωνε Σαββάτο όταν ήρθε ο αποχωρισμός. Το καράβι της γραμμής που είχε κλείσει θέση σφύριξε απανωτά. Το καράβι εκείνο πήρε μαζί του ότι πολυτιμότερο είχε συμβεί ως τότε στη ζωή μου. Με φίλησε στα πεταχτά σαν να φοβόταν μην αλλάξει γνώμη και δρασκέλισε ανάλαφρα τη ραμπότα. Ούτε ολόκληρο το όνομά μου δεν πρόλαβα να της πω, ούτε κι εκείνη το δικό της.
       Έσβησε το αποτσίγαρο στο μεταλλικό τασάκι, σκούπισε με τα ακροδάχτυλά του τις σκλήθρες από το χάραγμα του τραπεζιού και πήρε μια βαθιά ανάσα πριν συνεχίσει.
       «Το ταξίδι της δεν τέλειωσε ποτέ! Στον Cavo D’oro σήκωσε καιρό, σ’ ένα σημείο που κι οι παλιοί, ακόμα και οι πιο έμπειροι ναυτικοί, το περνούν με τον σταυρό στο στόμα. Δεν ξέρω τι απέγινε, ίσως την πήρανε τα κύματα μαζί με κάποιους άλλους, ίσως όχι! Η καρδιά μου όμως παρασύρθηκε στο βυθό, δεμένη με χοντρό καραβόσκοινο».
       «Δεν αγάπησα ποτέ άλλη γυναίκα. Πάντα γυρνούσα μόνος στα στέκια ναυτικών, στα καταγώγια των λιμανιών, σε καπηλειά ωσάν και τούτο. Εκεί που συναντούσα άλλους απόμαχους, ανθρώπους που είχαν αφήσει τα κομμάτια τους σε θρύλους και σ’ αστροπελέκια Η αλμύρα μου έδωσε πολλά, ταξίδια, πάθη, αγκαλιές. Μα στο τέλος, η μοίρα με ξέρασε σ’ αυτό εδώ το πέρασμα παρέα με τους εφιάλτες μου».
       Για λίγο κόμπιασε. Έξω, το λιμάνι ήταν τώρα σιωπηλό. Μόνο τα σχοινιά από τα δεμένα καΐκια ακούγονταν να τρίζουν ανατριχιαστικά.
       Γύρισε και με κοίταξε κατάματα.
       «Αν ποτέ ακούσεις αναστεναγμό να έρχεται από τη θάλασσα, μου είπε, να ξέρεις… πως κάποιος ναυτικός δεν πρόλαβε, κι άφησε έξω στη στεριά ό,τι αγαπούσε».
       Γνωρίζοντας πως οι ναυτικοί συνήθως υπερβάλλουν και μεγαλοποιούνε πράγματα και καταστάσεις, δεν ήμουν διατεθειμένος να πάρω στα σοβαρά τα λόγια του.
       Ωστόσο την επόμενη μέρα, τα βήματα με φέρανε πάλι στο καπηλειό. Η καρέκλα του ήταν άδεια. Ρώτησα τους θαμώνες και τον κάπελα, αν τον ήξεραν και ποιο ήταν το όνομά του. Με κοίταξαν με απορία. Κανείς τους δεν τον ήξερε, ούτε τον είχαν ξαναδεί σ’ αυτό τον τόπο!
       «Εμείς δεν είδαμε κανέναν, αλλά μη δίνεις και πολύ σημασία, μου είπε τελικά ένας από τους θαμώνες. Είναι οι σκιές της θάλασσας! Ιστορίες παλιών ναυτικών που στοιχειώνουν σε λιμάνια σαν κι αυτό».  
       Γύρισα να φύγω, μη με περάσουν για αλαφροΐσκιωτο…
       Και τότε έπεσε το μάτι μου πάνω στο τραπέζι που κάθονταν ο γέρος ναυτικός! Έσκυψα από περιέργεια να δω αν ήταν κάτι χαραγμένο! Κι όμως, ήταν στο ίδιο σημείο γραμμένο ένα δίστιχο:  
 
«Δεν μ’ έπνιξε η θάλασσα, μα εκείνο το φιλί της
που μ’ άφησε να ζω μισός, δεμένος στη σιωπή της».
 
       Ανατρίχιασα! «Είναι οι σκιές της θάλασσας», επανέλαβα ασυναίσθητα και απομακρύνθηκα παίρνοντας μαζί μου ετούτη την ανάμνηση.

 
Γιάννης Β. Δεβελέγκας


Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2025

ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΟΥ ΑΙ-ΒΑΣΙΛΗ


        Πολλά και διάφορα περίεργα συμβαίνουν αυτές τις μέρες των Χριστουγέννων πάνω και κάτω από τα πόδια μας!

Από την κάτω μεριά, οι καλικάτζαροι αγωνίζονται πυρετωδώς να κόψουν το δένδρο που κρατάει τις αξίες και τα ιδανικά πάνω στη Γη, ώστε να σπείρουν στη συνέχεια ανενόχλητοι τη διχόνοια και τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα που οδηγούν στην απομάκρυνση από τον Θεό. Να υποδουλώσουν έτσι τις ψυχές των ανθρώπων και να τους κάνουν δυστυχισμένους.

Από την άλλη, πάνω στη Γη και σύμφωνα με τις παραδόσεις, άνθρωποι στολίζουν το δένδρο της χαράς και της ελπίδας που συνδέεται με τη γέννηση του Χριστού και τη ζωή!

Πρωτεργάτης σε όλη αυτή τη διαδικασία είναι ο Αϊ-Βασίλης, που εκτός από τα δώρα που ετοιμάζει στο εργαστήριό του για τα παιδιά, αποφάσισε φέτος να στολίσει ένα τεράστιο δικό του δένδρο στο χωριό του στη Λαπωνία και να το γεμίσει αντί με τα συνηθισμένα στολίδια, με παράξενα και χρήσιμα δώρα για ολόκληρη την ανθρωπότητα.

            Αυτή την απόφαση δεν την πήρε έτσι στα ξαφνικά! Καιρό τώρα τον προβλημάτιζε η στροφή των ανθρώπων προς τα υλικά αγαθά και τον καταναλωτισμό, καθώς και η απομάκρυνσή τους από τις πνευματικές αξίες. Έτσι λοιπόν, ένα απόγευμα, εκεί που ξαπόσταινε στη ρίζα ενός φορτωμένου με κατάλευκο χιόνι έλατου, πήρε τη μεγάλη απόφαση να στολίσει κι αυτός ένα Χριστουγεννιάτικο δένδρο!

«Πώς και δεν το είχα σκεφτεί τόσο καιρό» αναφώνησε ενθουσιασμένος και γαργάλισε με τα ακροδάχτυλά του την κατάλευκη γενειάδα του!

Λίγο αργότερα έδινε οδηγίες στα καλόβουλα ξωτικά, τους βοηθούς του:

-       Ακούστε ξωτικά μου, τους είπε! Θέλω μια ομάδα εθελοντών να στολίσει το μεγάλο έλατο στο έμπα του χωριού, με δώρα που θα προσφέρουμε σε ολόκληρη την ανθρωπότητα!

-       Σαν τι δώρα; Αναρωτήθηκαν τα ξωτικά. Δεν έχουμε πάρει κανένα γράμμα ή μήνυμα στο viber από μεγάλους!

-       Μα θα στολίσουμε το δένδρο με αυτά τα δώρα που έχουν σήμερα περισσότερο από ποτέ ανάγκη οι άνθρωποι!  

-       Σαν τι δηλαδή; ρώτησαν και πάλι τα ξωτικά, αυτή τη φορά με ασυγκράτητη την περιέργεια. Το μόνο που συγκινεί τους ανθρώπους είναι το χρήμα και τα λούσα! Το είπαν όλοι οι σοφοί. Το είπε ο Αριστοφάνης στους «Ιππείς» και ο Ντοστογιέφσκι στο «Μέγας Ιεροεξεταστής»… και τόσοι άλλοι. Και …βέβαια, καλύτερα από όλους τους σοφούς, το ξέρουν όσοι έχουν εξουσία και κυβερνούν την ανθρωπότητα. «Δώσε στον κόσμο χρήμα και φαΐ και πάρ’ τους ψήφο και ψυχή» λέει το σλόγκαν τους!

-       Εμείς δεν κάνουμε πολιτική! Δεν αλλοιώνουμε τα έθιμα και τις αιώνιες αξίες μας σύμφωνα με το προσωπικό μας συμφέρον. Το Χριστουγεννιάτικο δένδρο συνδέεται με τη γέννηση του Χριστού τη ζωή και την ελπίδα, είπε ο Αϊ-Βασίλης και γαργάλισε με τα ακροδάχτυλά του την κατάλευκη γενειάδα του!

-       Ακούστε λοιπόν τι θα κάνουμε, συνέχισε με επιτακτικό τώρα τόνο στη φωνή του: Τα στολίδια θα είναι η ταπεινοφροσύνη, η αγάπη και η καλοσύνη, η πραότητα και η υπομονή, η επιμέλεια και η εργατικότητα, η γενναιοδωρία, η εγκράτεια και φυσικά η αγνότητα και η σωφροσύνη. Ότι ακριβώς λείπει σήμερα περισσότερο από ποτέ από τους ανθρώπους. 

Τα ξωτικά αιφνιδιάστηκαν! Δεν ήταν αυτά συνηθισμένα δώρα, σαν εκείνα που μπαίνουν σε συσκευασίες και τυλίγονται με γυαλιστερό χαρτί. Ήταν όμως δώρα βαριά, πολύτιμα, παντοτινής αξίας, που φωτίζουν τις ψυχές των ανθρώπων για μια ολόκληρη ζωή.

-       Και πώς θα τα κρεμάσουμε στο δένδρο; ρώτησε με περισσή αφέλεια ένα από τα ξωτικά.

-       Με πίστη και αγάπη, απάντησε ο Αϊ-Βασίλης, για να θυμίζουν στους ανθρώπους τον προορισμό τους.

Έτσι κι έγινε. Το μεγάλο έλατο στο χωριό της Λαπωνίας στολίστηκε με όμορφα στολίδια που λαμπύριζαν όλο και περισσότερο σε όσους είχαν την καρδιά τους ανοιχτή. Κάθε κλαδί και μια αρετή, κάθε αστεράκι και μια ευχή. Και στην κορυφή; Το αστέρι της Βηθλεέμ και της ελπίδας.

Και τότε, ξαφνικά, τη Νύχτα των Χριστουγέννων, την ώρα που οι καλικάντζαροι βαθιά μέσα στη Γη άρχισαν να πιστεύουν πως επιτέλους θα πετύχουν αυτή τη φορά τον σκοπό τους να γκρεμίσουν το δένδρο της ζωής, συνέβη κάτι το αναπάντεχο. Από το έλατο του Αϊ-Βασίλη ξεχύθηκε ένα απαλό φως που απλώθηκε πάνω σε όλη τη Γη, μπήκε σιωπηλά σε κάθε σπίτι και ζέστανε τις καρδιές των ανθρώπων. Τότε είναι που κάποιος θυμήθηκε να συγχωρέσει. Κάποιος άλλος να μοιραστεί. Ένας έτρεξε να αγκαλιάσει τους παραμελημένους του γονείς. Ένας κουρασμένος άνθρωπος βρήκε δύναμη να συνεχίσει τον αγώνα του. Ένας απογοητευμένος το κουράγιο να σηκωθεί όρθιος!

Και οι καλικάτζαροι, ζαλισμένοι και αποσβολωμένοι, τρύπωσαν μέσα στις σπηλιές τους γιατί τίποτα δεν τους τρομάζει περισσότερο από έναν άνθρωπο που αγαπά και που ελπίζει!

Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, οι άνθρωποι ξύπνησαν χωρίς να ξέρουν τι ακριβώς είχε αλλάξει. Ο κόσμος γύρω έμοιαζε ο ίδιος, κι όμως κάτι ήταν διαφορετικό. Ίσως λιγότερος πόνος μέσα τους. Ίσως περισσότερη κατανόηση. Ίσως ήταν η αίσθηση της αγαλλίασης που νοιώθουν εκείνοι που συνειδητοποιούν πως τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή δεν αγοράζονται.

Ο Αϊ-Βασίλης στάθηκε απέναντι από το στολισμένο του έλατο και γαργάλισε χαρούμενος με τα ακροδάχτυλά του την κατάλευκη γενειάδα του. Ήξερε πως δεν θα άλλαζε ο κόσμος σε μια νύχτα. Ήξερε όμως και κάτι ακόμη: Πως κάθε φορά που ένας άνθρωπος διαλέγει την αγάπη αντί για το μίσος, τη γενναιοδωρία αντί για την απληστία και την ταπεινοφροσύνη αντί για την αλαζονεία και την έπαρση, το δένδρο των πατροπαράδοτων αξιών απλώνει τις ρίζες του όλο και περισσότερο, όλο και πιο βαθιά!

Καλή χρονιά!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας          

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2025

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ 5353456



            -          Δεν θέλω να ξανακούσω ονόματα σε αυτό το γραφείο. Απαγορεύονται πλέον τα ονόματα σε όλη την υπηρεσία! Εγώ αποφασίζω! Από εδώ και πέρα όλοι θα έχουμε από έναν προσωπικό αριθμό! Ο δικός μου θα είναι ο 5353456. Έτσι θα με αποκαλείτε από τούδε και εις το εξής! Τέρμα και το «καλημέρα κε Διευθυντά μου», που εμπεριέχει σάλια από γλείψιμο. Θα με προσφωνείτε «Καλημέρα 5353456». Και εγώ, θα σας αποκαλώ με τον αριθμό που θα δώσω υποχρεωτικά σε όλους από την ερχόμενη Δευτέρα!
            -          Μα!
            -          Δεν έχει «Μα»! Είναι θέμα τάξεως, πειθαρχίας, δικαιοσύνης και αξιοκρατίας! Διευκολύνει αφάνταστα την επιτελική οργάνωση και καταργεί τα ρουσφέτια και τις ύποπτες εξυπηρετήσεις! Θα καθίσει επιτέλους κάθε κατεργάρης στον πάγκο του!
            Αν σχηματίσατε την εντύπωση ότι ο παραπάνω διάλογος έρχεται από το κοντινό ή το μακρινό μέλλον, πέσατε έξω! Έγινε πριν από σαράντα περίπου χρόνια σε έναν πολυπρόσωπο δημόσιο οργανισμό της χώρας που γέννησε τη Δημοκρατία,. 
            Όπως πολύ σωστά καταλάβατε το θέμα που προέκυψε τις μέρες μας με την θέσπιση του προσωπικού αριθμού και που προβληματίζει όλους τους λαούς της Ευρώπης, δεν είναι καινούργιο. Κάποιοι περίεργοι τύποι όπως ο Διευθυντής της ιστορίας μας, τον είχαν εφεύρει παλαιόθεν, σε ανύποπτο χρόνο.
            Προσωπικά, κατ’ αρχήν και κατ’ αρχάς, δεν είμαι αντίθετος ούτε με την νέα ταυτότητα, ούτε με τον προσωπικό αριθμό, ούτε με τα ηλεκτρονικά νομίσματα, ούτε γενικά με τα τσιπάκια και την τεχνολογία, που εν προκειμένω μου έχουν κάνει εύκολη την επαγγελματική και την ιδιωτική μου ζωή. Στο κάτω - κάτω της γραφής, δεν έχω τίποτε να κρύψω. Αυτοί που πρέπει πρωτίστως να ανησυχούν, είναι όσοι κινούνται στην παρανομία και τους βολεύουν το σκοτάδι, η κουκούλα και οι υπόγειες διαδρομές!   
            Ας δούμε όμως την συνέχεια της ιστορίας μας!
            -          Μα κύριε διευθυντά, επανέλαβε ο γραμματέας του. Ο κάθε άνθρωπος είναι μια ξεχωριστή προσωπικότητα. Έχει καταγωγή, παρελθόν, προγόνους, την διαδρομή του μέσα στην κοινωνία και την μία και μοναδική δική του ταυτότητα που τον προσδιορίζει σαν άτομο. Έχει δώσει αγώνες για να πετύχει στη ζωή, έχει σπουδές και δεξιότητες. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Δεν είμαστε απλά ένα νούμερο! Αυτό υποβιβάζει την ανθρώπινη ύπαρξη!
            -          Ο καθένας όμως έχει και από έναν μπάρμπα στην Κορώνη! Αντιγύρισε εκνευρισμένος με τον γραμματέα του ο κύριος Διευθυντής. Εγώ δεν θέλω να ξέρω ονόματα. Όταν εξετάζω ένα αίτημα, μία υπόθεση, μία προτεραιότητα, θέλω να είμαι ανεπηρέαστος από πρόσωπα και καταστάσεις. Μόνο έτσι θα είμαι δίκαιος και δεν θα υποκύπτω σε πιέσεις και ρουσφέτια. Και το σπουδαιότερο δεν θα κινδυνεύω να κατηγορηθώ για μεροληψία, για χρηματισμό, για ρατσισμό ή για ότι άλλο θέλετε! Θα είμαι απαλλαγμένος από ευθύνες!               
            -          Πίσω όμως από κάθε αριθμό, συνέχισε απτόητος ο Διευθυντής, θα υπάρχει ένας φάκελος με όλα τα προσωπικά στοιχεία, το ιστορικό και τις κινήσεις του κάθε αριθμημένου! Αυτά δεν θα χαθούνε!  
           Ο Γραμματέας για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε άφωνος! Ύστερα ψέλλισε με κόπο.
           -          Δηλαδή 5353456 θα έχουμε πάλι φακελώματα; Εκατό χρόνια κάναμε να απαλλαγούμε από το φακέλωμα και τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων και τώρα αρχίζουμε από την αρχή; Ποιος εγγυάται ότι αυτοί που θα χειρίζονται τα προσωπικά δεδομένα του καθενός δεν θα το εκμεταλλευθούν κι ενδεχομένως να μας παγιδεύσουν όλους;  
           Την επομένη ο Γραμματέας έχασε τη θέση του! Αλλά και το εγχείρημα απέτυχε!
            Λίγους μήνες μετά την εφαρμογή του μέτρου, χάθηκε κάθε έλεγχος στην υπηρεσία γιατί η εξουσία ουσιαστικά μεταβιβάστηκε στους χειριστές των δεδομένων και ο 5353456 αντί να προαχθεί σε διευθύνοντα σύμβουλο (κάτι σαν ταξίαρχος στον στρατό ας πούμε) πήγε σπίτι του, παρότι είχε ενταχθεί στον κομματικό μηχανισμό του κυβερνώντος κόμματος.
            Η κυβέρνηση δεν έβλεπε με καλό μάτι τέτοιες ανόητες και άσκοπες πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να έχουν πολιτικό κόστος. Εξάλλου γνώριζε πολύ καλά ότι ο εν λόγω διευθυντής, είχε κομματικοποιηθεί για να καλύψει το επαγγελματικό του έλλειμμα και όχι από ιδεολογική ταύτιση με το κόμμα.
            Έτσι λοιπόν, το δημοκρατικό βάθεμα και πλάτεμα που επιχείρησε να επιτύχει με αυτόν τον τρόπο ο 5353456, κατέρρευσε με πάταγο!    
            Αλλά ας μη κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Η εξουσία έχει ανάγκη το φακέλωμα σε όλες τις μορφές του. Και αυτό το επιδιώκει με διάφορα προσχήματα. Είτε για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας (Πακέτο Tony Blair στο Ηνωμένο Βασίλειο) είτε για λόγους υγειονομικής περίθαλψης, την αντιμετώπιση των πανδημιών και τον υποχρεωτικό εμβολιασμό (Νταβός 2023), είτε για λόγους εθνικής  ασφάλειας (παρακολούθηση τηλεφωνικών συνομιλιών υπουργών, ακόμη και του αρχηγού του ΓΕΕΘΑ) είτε για παρακολούθηση και εντοπισμό οικονομικών παραβάσεων, διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, εμπορίου όπλων, πορνείας κ.λ.π.
             Ποια χέρια ωστόσο θα χειρίζονται και θα διαχειρίζονται όλα αυτά τα προσωπικά δεδομένα που περιέχει ο προσωπικός αριθμός σε μια χώρα σαν τη δική μας; Μια χώρα που δεν μπορεί να διαχειρισθεί αποτελεσματικά τα δυστυχήματα, τις φυσικές καταστροφές, την υπεράσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων σε στεριά και θάλασσα; Που δεν μπορεί να λύσει το δημογραφικό της πρόβλημα και το μεταναστευτικό; Και που εν τέλει η κοινωνία της βρίσκεται σε κατάσταση εκτεταμένης παρακμής, σήψης και διαφθοράς;
            Υποχρεωνόμαστε ανέτοιμοι, να προχωρήσουμε σε ψηφιακές καινοτομίες όπως οι νέες ταυτότητες και ο προσωπικός αριθμός, ενώ δεν έχουμε την οργάνωση και τις υποδομές για να τις διαχειριστούμε αποτελεσματικά. Ενώ γνωρίζουμε ότι η αλαζονεία, η βουλιμία και η απληστία των ανθρώπων που έχουν τα μέσα, το χρήμα, την εξουσία και τον τρόπο, είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την ανθρώπινη φύση και θα γίνουν προσπάθειες να υποκλαπούν τα δεδομένα.  
            Πώς είναι δυνατόν να πεισθούμε ότι θα καταφέρει η κυβέρνησή μας να μας προστατεύσει και να διασφαλίσει τα ευαίσθητα προσωπικά μας δεδομένα που περιέχονται στον προσωπικό αριθμό, όταν ούτε στα πιο απλά θέματα δεν φαίνεται να είναι φερέγγυα και αποτελεσματική; Όταν της διαρρέουν, αν η ίδια δεν το υποκινεί, προσωπικά δεδομένα (emails) για ψηφοθηρική εκμετάλλευση υποψήφιων στελεχών της; Όταν δεν μπορεί να μας προστατεύσει από τις παρενοχλήσεις στα τηλέφωνα μας από τους ημέτερους παρόχους της ενέργειας και της κινητής τηλεφωνίας, θα καταφέρει άραγε να διασφαλίσει τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα που περιέχονται στον εν λόγω δωδεκαψήφιο αριθμό; Αστεία πράγματα!
            Εκτός κι αν ο στόχος είναι να οδηγηθούμε συστηματικά σε μια μορφή παγκόσμιας ψηφιακής δικτατορίας. Οπότε, τους βγάζω το καπέλο! 
 
…1984 (Γιάννης Β. Δεβελέγκας)
 
Υ.Γ.: Να είσαι καλά 5353456, σε θυμόμαστε που και που και γελάμε. Ευτυχώς που σήμερα είσαι στη μνήμη μας ένας απλός αριθμός χωρίς ταυτότητα και όνομα, και έτσι δεν χρεώνονται τις «καινοτομίες» σου οι πρόγονοι και οι απόγονοί σου. Να λέμε και τα καλά!!!  


Κυριακή 1 Ιουνίου 2025

ΕΣΥ ΧΑΝ’Σ

 


«Είναι αλήθεια πως είμαι από τους ανθρώπους που παίρνουν δύσκολα αποφάσεις. Ακόμα και στα πιο απλά πράγματα, ακόμα και στα αυτονόητα, εφευρίσκω διάφορα εμπόδια και δυσκολεύομαι να δώσω λύσεις. Πώς να στο πω! Έχω αναστολές, κυρίως ηθικές. Και βέβαια αυτό που μου συμβαίνει, το έχω πληρώσει πολύ ακριβά στη ζωή μου. Και τώρα που βρίσκομαι κοντά στη σύνταξη, αισθάνομαι ότι απέτυχα πλήρως να εκμεταλλευτώ τις ευκαιρίες και τις καταστάσεις»!

            Αυτά μου έλεγε τις προάλλες ένας παλιός μου φίλος, ο Παντελής, και δεν το πίστευαν τα αυτιά μου. Για να σας δώσω να καταλάβετε, ο Παντελής, είναι ένα επιτυχημένο διοικητικό στέλεχος και μάλιστα τα τελευταία χρόνια ακούγεται πως θεωρείται περιζήτητος στον κύκλο των ναυτιλιακών επιχειρήσεων.  

            Από περιέργεια του ζήτησα να μου εξηγήσει τον λόγο που τον κάνει να αισθάνεται τόσο χάλια. Και ιδού παρακάτω η ιστορία του, όπως ο ίδιος μου τη διηγήθηκε και την δημοσιεύω με την άδειά του, αλλάζοντας μόνο τον τόπο καταγωγής του, που θα μπορούσε να είναι οποιοδήποτε μέρος της ελληνικής επικράτειας:

            Για να βάλω τα πράγματα στη θέση τους από την αρχή, άρχισε τη διήγηση, θα πρέπει να διευκρινίσω ότι αναφέρομαι στην προσωπική μου ζωή και όχι στην επαγγελματική, όπου οι συνθήκες και τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά και έχουν τους δικούς τους κανόνες.

Όπως θα ξέρεις, οι γονείς μου ήταν άνθρωποι θεοσεβούμενοι και μου μετέδωσαν τις πατροπαράδοτες αξίες και αρχές του έθνους μας και της ορθόδοξης πίστης μας. Αρχές που ακoλούθησα σε όλη μου τη ζωή, από τη δεκαετία του εξήντα που ήμουν μαθητής δημοτικού, έως και τα τώρα. Μικρός σαν ήμουν, είχα έναν μπάρμπα πολιτευτή, που ερχόταν συχνά από το χωριό, την Άνω Γούρνα, στο σπίτι μας για να ζητήσει… εξυπηρετήσεις από τον πατέρα μου που ήταν υπάλληλος στο ΙΚΑ και πέρναγαν χαρτιά και αιτήματα από τα χέρια του. Όταν λοιπόν με έβλεπε να παίζω με τους φίλους μου επιτραπέζια παιχνίδια, ερχόταν από πίσω, με έπιανε από τον ώμο και μου έλεγε ψιθυριστά στο αυτί: «Κλέβ’ς;»! Όχι, του απαντούσα εγώ! «Εσύ χάν’ς» μου έλεγε απογοητευμένος και απομακρυνόταν περίλυπος γιατί προφανώς προέβλεπε το μέλλον μου ζοφερό!  

Ο μπάρμπας μου, εμφανίστηκε πάλι στη ζωή μου στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα με την ιδιότητα του συνδικαλιστή αυτή τη φορά. «Έχ’ς Παντελή απ’ τον πατέρα σ’, κάτι παλιοχώραφα στην Κάτω Γούρνα. Θα βάλω εγώ το τρακτέρ με την καρότσα θα τη γεμίσω με τεύτλα και θα την πάω προσωπικά και με ασφάλεια για ζύγισμα στην πλάστιγγα. Θα τη ζυγίσω είκοσι –τριάντα φορές και με τα ζυγολόγια θα πάω να πάρω τα πρίμα! Λίγα λεφτουδάκια θα κρατήσω εγώ, κατ’ θα πάρ’  ο συνεταιρισμός για τα λειτουργικά του έξοδα, κατ’ θα κρατήσει και το κόμμα γιατί έχει πολλές υποχρεώσεις, και τα περισσότερα θα μείνουν για σένα. Λεφτά από τ’ν ΕΟΚ είναι, όλοι θα ωφεληθούμε και δεν θα ζημιωθεί κανένας! Το είπε και ο Ανδρέας, πως μέχρι πεντακόσια εκατομμύρια το κλέψιμο είναι νόμιμο! Αρνήθηκα! «Εσύ χάν’ς», μου είπε ο μπάρμπας και έφυγε απογοητευμένος για την κατάντια μου.  

Όταν τελείωσαν τα παιδιά μου το στρατιωτικό, ήρθε και με βρήκε ο ξαδερφούλης μου, γιος του μπάρμπα μου και σημαίνων πολιτικός παράγων κληρονομικώ δικαίω, και μου πρότεινε τη μεσολάβησή του προκειμένου με πενήντα χιλιάδες ευρώ κάτω από το τραπέζι, να διορίσει και τα δύο παιδιά μου στο δημόσιο. Του αρνήθηκα και πάλι ευγενικά. Φεύγοντας από το γραφείο γύρισε από την πόρτα και μου είπε σηκώνοντας τους ώμους του: «Εσύ χάν’ς»!  

Πριν από δύο εβδομάδες, πώς μου ήρθε κι εμένα, πήρα το αυτοκίνητό μου, ένα φορντ εικοσαετίας, πετρέλαιο, και βρέθηκα Κυριακή μεσημέρι στη πλατεία της Άνω Γούρνας. Εκεί συνάντησα για δεύτερη φορά τον ξαδερφούλη μου. Ήρθε και με βρήκε στο τραπέζι που καθόμουν κάτω από τον πλάτανο!

-       «Βλέπω Παντελή, εσύ δεν έχεις πάρει ακόμα ηλεκτρικό αυτοκίνητο, μου είπε. Πρέπει να έρθεις στο κλαμπ γιατί με το σαράβαλο που κυκλοφορείς επιβαρύνεις το περιβάλλον με ρύπους και συνεισφέρεις στην κλιματική κρίση!  

-       Μια χαρά είναι το αμαξάκι μου, του είπα, εξάλλου, όπως κι εσύ, καθόλου δεν τον πηγαίνω τον ¨τραμπικό¨ τον Ίλον Μασκ που παράγει το ηλεκτρικό Τέσλα που οδηγάς!

-       Κοίτα να δεις, επέμενε αφήνοντας στην άκρη το ειρωνικό μου σχόλιο. Εσύ έχεις κάτι παλιοχώραφα από τον πατέρα σου στην Κάτω Γούρνα. Θα κάνω εγώ, προσωπικά και με ασφάλεια, ηλεκτρονική αίτηση σε Κέντρο Υποδοχής Αιτήσεων φάντασμα ότι εκεί βόσκεις δέκα χιλιάδες πρόβατα και γίδια και θα τσεπώσουμε το παραδάκι! Λίγα λεφτουδάκια θα κρατήσω εγώ, κατ’ θα πάρ’  ο πολιτικός μου προϊστάμενος για τα λειτουργικά του έξοδα, κατ’ θα κρατήσει και το κόμμα γιατί έχει πολλές υποχρεώσεις και εσύ θα πάρεις ένα ηλεκτρικό Τέσλα ολοκαίνουριο για να κάνεις το κομμάτι σου και να προστατεύεις το περιβάλλον. Λεφτά από τ’ν ΕΕ είναι, όλοι θα ωφεληθούμε και δεν θα ζημιωθεί κανένας! Αυτό γίνεται σαράντα πέντε χρόνια τώρα και είναι απολύτως νόμιμο!

Αρνήθηκα!

-        «Εσύ χάν’ς», μου είπε ο ξάδερφος και πέταξε ένα κολλαριστό εικοσάευρω πάνω στο τραπέζι. 

Κερνάω εγώ! Μου μίλησε απαξιωτικά... κι απομακρύνθηκε.   

 Γιάννης Β. Δεβελέγκας

             


Τετάρτη 23 Απριλίου 2025

ΝΕΟΕΛΛΗΝΑΣ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ

    

Ο Λαλάκης είναι ένας ιδιωτικός υπάλληλος χωρίς σπουδαία επαγγελματική εξέλιξη. Στην πραγματικότητα έχει παραμείνει στο ίδιο πόστο από την ημέρα που προσελήφθη, με μέσον, σε μια ασφαλιστική εταιρεία της πρωτεύουσας την εποχή της μεγάλης σπατάλης των εν Αθήναις ολυμπιακών αγώνων. Δηλαδή εν έτει 2004.

Δεν θα μπορούσες να τον χαρακτηρίσεις ούτε όμορφο ούτε άσχημο, ούτε ψηλό ούτε κοντό, ούτε το ένα ούτε το άλλο. Γενικά είναι ένας τύπος, «ούτε»! Από εκείνους δηλαδή τους κοινούς θνητούς που περνούν απαρατήρητοι. Που δεν τους δίνει κανένας σημασία! Εν ενί λόγω, μια μετριότητα!

Κι όμως, είχε κάτι για  το οποίο ο ίδιος καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι καθώς πίστευε ότι αυτό τον έκανε ξεχωριστό και συνεπώς αποδεκτό στην κοινωνία! Ήταν ένα σπορ κατακόκκινο αυτοκίνητο, με δύο εντυπωσιακές πλαστικές αεροτομές, δύο εξατμίσεις (Η μία εκ των οποίων ήταν εικονική, κάτι σαν το ζωγραφισμένο σε μουσαμά μετρό της Θεσσαλονίκης που εγκαινίασε ο Αλέξης) και τέσσερις σούπερ ντούπερ ουάου μεταχειρισμένες ακτινωτές ζάντες αλουμινίου μαϊμού! 

Εκείνο το πρωί, τον βρήκε η μάνα του να κοιμάται μπρούμυτα στο μονό του κρεβάτι, εν είδει μωρού!

«Ξύπνα Λαλάκη, πάλι θα αργήσεις στη δουλειά»! του φώναξε εν διεγέρσει η δόλια η μάνα του. «Και μη ξεχάσεις να μου αφήσεις τα λεφτά για να πληρώσω τη δόση του αυτοκινήτου», συμπλήρωσε μέσα από έναν βαθύ αναστεναγμό που δεν κατάφερε να κρύψει!

Ο Λαλάκης σηκώθηκε βαριεστημένα, και σχεδόν εν υπνώσει, ντύθηκε, σενιαρίστηκε, παρφουμαρίστηκε και μπήκε στην κατακόκκινη αμαξάρα του που τον περίμενε φρεσκοπλυμένη στο απέναντι πεζοδρόμιο.

Φωτίστηκε το πρόσωπό του! Αισθάνθηκε πολύ σπουδαίος ο Λαλάκης μόλις στρογγυλοκάθισε στο δερμάτινο θερμαινόμενο κάθισμα του οδηγού! «Αυτό είναι» κραύγασε, και γύρισε εν εκστάσει το κλειδί της μηχανής!

Στο δρόμο είχε κίνηση, αυτό όμως δεν τον ενόχλησε καθόλου. Εν αντιθέσει μάλιστα, το εύρισκε πολύ διασκεδαστικό γιατί του δινόταν η ευκαιρία να δείξει στην άσφαλτο, αφενός τις δυνατότητες του δικού του αυτοκινήτου και αφετέρου να επιδείξει τις απαράμιλλες οδηγικές του ικανότητες, απέναντι στα ανθρωπάκια που οδηγούσαν γύρω του τα παρακατιανά σαραβαλάκια τους.

Και τότε συνέβη κάτι το απίστευτα εκνευριστικό, αν και εν δυνάμει πιθανό στη νέα εποχή της ηλεκτροκίνησης που ζούμε! Εντελώς αθόρυβα εμφανίστηκε ακριβώς δίπλα του καθώς περίμενε στο φανάρι, ένα μεγαλοπρεπές ηλεκτρικό αυτοκίνητο μάρκας Τέσλα! Αισθάνθηκε να υποχωρεί το έδαφος κάτω από τις ρόδες του, ότι βρισκόταν εν διωγμώ. Ένοιωσε εντελώς ξαφνικά μικρός κι ασήμαντος, όπως συνέβαινε συχνά στο χώρο της δουλειάς όταν δεχόταν αδιαμαρτύρητα τις παρατηρήσεις των προϊσταμένων του! Βρισκόταν πλέον εν αμύνη!

Κάρφωσε εν θερμώ την πρώτη στο σασμάν και μισοσήκωσε το πόδι από τον συμπλέκτη μαρσάροντας ταυτόχρονα ελαφρά, για να είναι έτοιμος με το που θα ανάψει το πράσινο να φύγει πρώτος! «Θα σε φτιάξω εγώ απατεώνα» μουρμούρισε πίσω από το σφιγμένα του δόντια. «Όλα τα λαμόγια και οι κομπλεξικοί αγόρασαν, ποιος ξέρει με τι κομπίνες, τα ηλεκτρικά του φασίστα του Ίλον Μασκ και μας παριστάνουν τον σπουδαίο». Ο…  Ίλον Μασκ, απλά τον άφησε να προσπεράσει…

Ο Λαλάκης δεν αναγνώριζε επ’ ουδενί την επιτυχία των άλλων. Αμφισβητούσε όποιον παρουσίαζε κάποια οικονομική άνεση ή είχε δημιουργήσει κάτι στη ζωή με τις ικανότητές του και δουλεύοντας σκληρά! Απατεώνες τους ανέβαζε, λαμόγια και κομπιναδόρους τους κατέβαζε. Μόνο αυτός ήταν άψογος και αψεγάδιαστος! Όταν μάλιστα καθόταν πίσω από το βολάν του αυτοκινήτου του, αισθάνονταν Θεός… Άντε ημίθεος!

Μ’ αυτές τις σκέψεις έφτασε εν τέλει στη δουλειά. Αφού βέβαια κατά τη διαδρομή είχε πρώτα μουντζώσει, είχε βρίσει, είχε νουθετήσει με μορφασμούς και χειρονομίες υποδεικνύοντας τον σωστό τρόπο οδήγησης, τους άλλους οδηγούς, παριστάνοντας ο ίδιος τον σπουδαίο!  

Έφτασε! Πάρκαρε με καμάρι δίπλα από το φιατάκι του διευθυντή και βάδισε φουσκωμένος σαν διάνος προς την είσοδο του κτιρίου που στέγαζε την ασφαλιστική εταιρεία που δούλευε! Λίγο πριν φτάσει, γύρισε και έριξε μια τελευταία ματιά στην … αμαξάρα του! Ύστερα έσκυψε το κεφάλι και μπήκε στο κτίριο σαν κλέφτης φοβούμενος μήπως του αστράψουν καμία καρπαζιά που καθυστέρησε…

Εν κατακλείδι, έτσι είναι η κοινωνία της σήμερον κύριοι, άτιμη! Άλλους τους ανεβάζει κι άλλους τους κατεβάζει, που έλεγαν και οι αρχαίοι Έλληνες στις ταινίες του σινεμά!!!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας