Τον Μιχάλη είχα να τον συναντήσω πέντε, μπορεί και περισσότερα χρόνια. Σίγουρα είχα να ακούσω νέα του από την προ του κορονοϊού εποχή. Παλιός, πετυχημένος και προβεβλημένος συγγραφέας και δημοσιογράφος, είχε αποσυρθεί εδώ και μια δεκαετία από την ενεργό δημοσιογραφική δράση, για να αφοσιωθεί στο συγγραφικό του έργο.
Μεταξύ μας είχε καλλιεργηθεί παλαιόθεν μια ειλικρινής σχέση φιλίας και αλληλοεκτίμησης, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που δεν δίσταζε ο ένας να εκμυστηρευτεί τα εσώψυχά του στον άλλον, μένοντας σίγουρος πως δεν υφίστατο στο ελάχιστον φόβος παρεξήγησης ή παρερμηνείας των λεγομένων του.
Μετά τους πρώτους εγκάρδιους χαιρετισμούς, άρχισε, χωρίς εγώ να του κάνω κάποια νύξη, να δικαιολογείται για την μακροχρόνια απόσυρσή του από τα εγκόσμια.
Είναι αλήθεια πως το σοβαρό συγγραφικό έργο, απαιτεί μεγάλες θυσίες, απεριόριστη αντοχή, αυτοπειθαρχία και ατέλειωτες μέρες και ώρες μοναξιάς. Οι συγγραφείς του επιπέδου του Μιχάλη, όπως ο ίδιος κάποτε μου είχε εκμυστηρευτεί, ζουν με τη φαντασία τους μέσα στις σελίδες του βιβλίου που συγγράφουν και «βγαίνουν» από εκεί, μόνο για φαγητό και για να αντλήσουν από άλλες, εξωτερικές πηγές, πληροφορίες χρήσιμες για το συγγραφικό τους έργο.
Όση ώρα μίλαγε, διέκρινα στο βλέμμα του μια ασυνήθιστη για τα δικά του χαρακτηριστικά θλίψη. Η απογοήτευση στα λόγια του έρρεε με την ίδια πειστικότητα που δημιουργούσαν συναισθήματα και εικόνες οι λέξεις των μυθιστορημάτων του! Με νίκησε η περιέργεια, κι αντί να απαντήσω στην ερώτησή του, «Πώς τα πας εσύ», του ζήτησα να μου εξηγήσει, τι τον απασχολεί!
Μετά από κάποιον μικρό δισταγμό, μου ζήτησε να καθίσουμε στο παρακείμενο παγκάκι που έβλεπε προς τη μεριά της λίμνης, και μου εκμυστηρεύτηκε το περιστατικό που ακολουθεί και το οποίο σας αποκαλύπτω με την άδειά του:
«Στις γιορτές των Χριστουγέννων που μας πέρασαν, άρχισε τη διήγησή του, με επισκέφτηκε στο σπίτι με ένα κουτί μελομακάρονα, ένα συγγενικό μου πρόσωπο. Ο αγαπημένος μου θείος, ο Γιώργος. Μια τυπική αλλά ευχάριστη επίσκεψη που εξελίχθηκε όμως για μένα σε τραγωδία.
Του προσέφερα τσάι και μπισκότα, καθίσαμε στο σαλονάκι κοντά στη μπαλκονόπορτα, και τότε ξύπνησε μέσα μου το σαράκι της δημοσιογραφίας. Έβαλα σε λειτουργία με την άδειά του το δημοσιογραφικό μου μαγνητοφωνάκι και άρχισα να του κάνω ερωτήσεις, εκμεταλλευόμενος τις τεράστιες γνώσεις που έχει σε θέματα παραδοσιακά. «Πες μου βρε θείε, του είπα, μια ιστορία από τα κάλαντα των Χριστουγέννων, όπως τα λέγατε παλιά, τις δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα»!
Άλλο που δεν ήθελε αυτός! Μου είπε για τον τρόπο που λέγονταν τα κάλαντα από τα παιδιά εκείνης της εποχής, πώς τους καλοδεχόντουσαν στα σπιτικά και στα καταστήματα οι νοικοκυραίοι και πού και πώς ξόδευαν το ελάχιστο αλλά πολύ σημαντικό γι αυτά χαρτζιλίκι! Κάτι θυμήθηκα κι εγώ από τα δικά μου παιδικά χρόνια, συγκινήθηκα.
Ο θείος μου ο Γιώργος, αφού τα είπαμε γι κάμποση ώρα και ανταλλάξαμε ευχές, έφυγε. Το μικρόβιο ωστόσο της δημοσιογραφικής έρευνας που υπόβοσκε μέσα μου, φαίνεται πως είχε έρθει για να μείνει!
Στρογγυλοκάθισα λοιπόν μπροστά στον υπολογιστή μου και ζήτησα από την τεχνητή νοημοσύνη, σίγουρος πως δεν θα τα κατάφερνε, να μου μετατρέψει σε κάλαντα την αφήγηση του θείου μου, που εν τω μεταξύ είχα απομαγνητοφωνήσει. Βεβαίως, μου απάντησε το μηχάνημα, σε ποιο στιλ θα θέλατε να σας το μετατρέψω; Μου πρότεινε μάλιστα τρεις επιλογές. Αιφνιδιάστηκα από την απάντησή και θέλησα ακόμα περισσότερο να δυσκολέψω την ερώτηση, προτείνοντας μια τέταρτη επιλογή: Προσαρμογή στο «Δόξα Θεώ», τα κάλαντα εκείνης της εποχής στα οποία είχε αναφερθεί νωρίτερα ο Θείος μου.
Δεν πέρασε ούτε μισό δευτερόλεπτο και εμφανίστηκε στην οθόνη μου ένα ποίημα. Με ενδιαφέρον και έκπληξη διαπίστωσα πως και στο μέτρο και στην ομοιοκαταληξία ταίριαζε ικανοποιητικά στο «Δόξα Θεώ» και ήταν υπέροχο! Αυτό ήταν το πρώτο σοκ που δέχθηκα!
Αποθήκευσα το ποίημα στον υπολογιστή μου και το επεξεργάστηκα. Όχι για να αμφισβητήσω την τεχνητή νοημοσύνη αλλά γιατί όντως είχε κάποιες ατέλειες. Όταν τελείωσα και έμεινα ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα, το ανέβασα και πάλι στην εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης και ζήτησα να μου κάνει ένα σχόλιο. Με μεγάλη μου έκπληξη και πάλι διαπίστωσα ότι δεν μου απάντησε με τη συνηθισμένη ενθαρρυντική τακτική που ακολουθούν αυτές οι μηχανές, αλλά σαν κάποιος συνάδελφος που δεν μπορούσε να κρύψει την αντιζηλία του! Δηλαδή αντί να μου πει: «Εξαίσιο, συγχαρητήρια, άριστο κ.λ.π.», όπως συνήθως γίνεται, μου είπε: «Το βρίσκω ενδιαφέρον»! Αυτό ήταν το δεύτερο σοκ!
- Έλα βρε Μιχάλη, τον διέκοψα. Μην γίνεσαι υπερβολικός, αυτές οι μηχανές ακολουθούν κάποιο λογισμικό που τους φόρτωσε ο κατασκευαστής τους. Δεν λειτουργούν, ούτε αισθάνονται σαν άνθρωποι.
- «Πάταξον μεν, άκουσον δε», μου απάντησε με το δικό του στωικό ύφος ο Μιχάλης. Και συνέχισε:
Μετά από αυτά, ρώτησα ποιος είναι τώρα ο κάτοχος τον πνευματικών δικαιωμάτων του ποιήματος και η μηχανή μου απάντησε, παραθέτοντας τις αντίστοιχες παραπομπές σε νομοθεσία, ότι τα δικαιώματα στην αφήγηση τα έχει ο θείος μου και τα δικαιώματα του ποιήματος τα έχω εγώ! Μου επιβεβαίωσε επίσης πως αν το επιθυμώ, μπορώ να το συμπεριλάβω σε μια ποιητική μου συλλογή χωρίς κανένα πρόβλημα! Εσύ που είσαι; Το ερώτησα. Πουθενά, μου απάντησε, εγώ είμαι μια μηχανή και δεν έχω πνευματικά δικαιώματα. Αυτό ήταν το τρίτο σοκ!».
Εδώ τελείωσε η αφήγηση του φίλου μου. Στάθηκε και με κοίταξε! Η θλίψη στο βλέμμα του είχε αντικατασταθεί τώρα από ένα αίσθημα θριάμβου που ζητούσε επιβεβαίωση! Δεν του έκανα τη χάρη!
- Είσαι υπερβολικός, του έγνεψα. Και παλιότερα όταν είχαν εφευρεθεί τα κομπιουτεράκια υπήρχε η ίδια γκρίνια. Το ίδιο έγινε και με τις μηχανές αναζήτησης αργότερα. Είναι απλά βοηθήματα, που, θέλουμε δεν θέλουμε, ήδη μπήκανε στη ζωή μας.
- Δεν είναι το ίδιο, μου απάντησε κοφτά! Δεν είναι απλώς βοηθοί αυτές οι μηχανές. Παρουσιάζουν ολοκληρωμένα έργα σε όλους τους τομείς, αρκεί να τους το ζητήσεις. Θεωρώ πολύ τυχερό τον εαυτό μου που πριν μπει η τεχνητή νοημοσύνη στη ζωή μας, πρόλαβα και έγραψα κάποια βιβλία!
- Γιατί; Τον ρώτησα με αφέλεια!
- Επειδή, σε αντίθεση με τα έργα που θα εκδίδονται από εδώ και πέρα, στα δικά μου έργα κανείς δεν θα μπορεί να τους αμφισβητήσει την πατρότητα!
Τώρα το σοκ, ήταν δικό μου!
Γιάννης Β. Δεβελέγκας






