Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Ο ΛΑΓΟΚΕΦΑΛΟΣ ΚΙ Ο ΑΝΕΓΚΕΦΑΛΟΣ

  

Το περασμένο Σαββατοκύριακο είπα να δραπετεύσω για λίγες ώρες από την καθημερινότητα. Έτσι βρέθηκα σε μια κοντινή παραλία. Δεν είχα δα και τίποτε σπουδαίες φιλοδοξίες ούτε θα αναζητούσα εκεί το νόημα της ζωής κοιτάζοντας το ηλιοβασίλεμα. Ούτε βέβαια και θα επιδίωκα όπως οι στωικοί φιλόσοφοι να αναγνωρίσω τον πραγματικό μου εαυτό! Μια σκιά γύρευα, έναν καφέ στο πλαστικό ποτηράκι και μια ήσυχη κουβέντα με τον φίλο μου τον Γιώργο, παλιό συνάδελφο που τώρα ασχολείται με τη ζωγραφική και τα ψηφιδωτά.

Ο Γιώργος ήταν από εκείνους τους συναδέλφους που αψηφούσαν τις δυσκολίες και διαχειριζόταν με τρομακτική ψυχραιμία όλες τις καταστάσεις. Έτσι λοιπόν παραξενεύτηκα όταν τον βρήκα ανήσυχο. Σχεδόν τρομοκρατημένο!

-          Δεν ξέρω αν πρέπει να μπω στη θάλασσα φέτος, μου είπε!

Τον κοίταξα έκπληκτος.

-          Γιατί βρε Γιώργο; Τι έγινε; Συνέβη κάτι που δεν το ξέρω;

-          Δεν άκουσες για τους λαγοκέφαλους; Έχουν βουίξει τα κανάλια και το διαδίκτυο. Χαμπάρι δεν πήρες; Πάει Γιάννη μου, τις χάνουμε τις θάλασσές μας. Μου φαίνεται πως θα βγάλω φέτος το καλοκαίρι στο χωριό μου στο Συρράκο, θα πάρω τα βουνά! 

Αναρωτήθηκα προς στιγμήν αν αυτός που έστεκε μπροστά μου ήταν ο Γιώργος που πάντα μας έβγαζε ασπροπρόσωπους στα δύσκολα ή κάποιος που του έμοιαζε. Είναι δυνατόν να έχει τρομοκρατηθεί από ένα ψάρι;

-          Έλα τώρα, προσπάθησα να τον καθησυχάσω. Μην κοιτάς τις ειδήσεις σαν να παρακολουθείς πολεμικό ανακοινωθέν. Κάθε καλοκαίρι τα ίδια και τα ίδια ακούμε. Εκτός από το στάνταρ θερμό επεισόδιο που υποτίθεται ότι ετοιμάζει η Τουρκία κάθε καλοκαίρι χωρίς να πάρουν την έγκριση των φίλων μας των Αμερικανών, άλλοτε εφευρίσκουν τους καρχαρίες, άλλοτε τις τσούχτρες και τις μωβ μέδουσες, και άλλοτε πάλι μας προκύπτουν τα λεοντόψαρα και τα γατόψαρα. Φέτος, απ’ ότι φαίνεται, όλη η Ελλάδα κινείται στον αστερισμό του λαγοκέφαλου.

-          Γιάννη, δεν είναι αστείο, μου είπε και με κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια. Έχει δηλητήριο σου λέω. Το άκουσα στις ειδήσεις. Έχει τέσσερα δόντια σαν φαλτσέτες και όπου εμφανίζεται οι άλλοι θαλάσσιοι οργανισμοί μεταναστεύουν. Δάγκωσε και μια ηλικιωμένη γυναίκα που έπαιρνε το μπάνιο της στα ρηχά, μόλις δύο μέτρα από την αμμουδιά. Λένε μάλιστα πως έχει έρθει από αλλού και πολλαπλασιάζεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα. 

Ομολογώ πως τα λόγια του φίλου μου με προβλημάτισαν. Ο λαγοκέφαλος, σκέφτηκα, δεν είναι και το πιο αθώο ψάρι! Έχει κακή φήμη και όχι άδικα. Έχει ισχυρό δηλητήριο, επικίνδυνα δόντια και μεγάλη προσαρμοστικότητα. Όταν αισθανθεί απειλή, φουσκώνει για να δείχνει μεγαλύτερος, σαν να θέλει να πει όπως οι μάγκες του παλιού καλού σινεμά: «Ίσα και σας έφαγα»!

Από την άλλη θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι φουσκώνει μόνον όταν κινδυνεύει, σε αντίθεση με τον άνθρωπο για παράδειγμα, που φουσκώνει όταν τον προσέχουν. Ο άνθρωπος φουσκώνει και κορδώνεται μόλις αποκτήσει λίγη εξουσία, μια καρέκλα, πέντε ακόλουθους στα κοινωνικά δίκτυα ή έναν τίτλο που δεν χωράει στην επαγγελματική του κάρτα…

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, εμφανίστηκε ένας άλλος παλιός επίσης συνάδελφος που συχνάζει σε αυτά τα νερά τα καλοκαίρια! Τον αναγνώρισα από τον μουλωχτό τρόπο που μας πλησίασε. Δεν ήρθε για να μας χαιρετήσει, ήρθε για να βγάλει τον «καλύτερό» του εαυτό!   

-          Για λαγοκέφαλους μιλάτε, έτσι δεν είναι; είπε χωρίς περιστροφές και τράβηξε μια καρέκλα από δίπλα.

-          Ξέρετε τι γίνεται; συνέχισε παίρνοντας μόνος του τον λόγο. Εγώ τα ξέρω αυτά από πρώτο χέρι... Εγώ έχω φίλο τον λιμενικό που κουβάλησε το ουκρανικό ντρόουν στην Λευκάδα και είναι ειδικός σε τέτοια θέματα… Εγώ… Εγώ…

Ο Γιώργος με κοίταξε με νόημα αλλά δεν μίλησε!

-          Οι λαγοκέφαλοι δεν είναι τίποτα μπροστά σε αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, συνέχισε στοχαστικά...

Μας εξήγησε ότι ξέρει καλύτερα από τους ειδικούς τι συμβαίνει στη θάλασσα, ότι οι επιστήμονες υπερβάλλουν, ότι «όλα είναι συμφέροντα», ότι η λύση είναι απλή αλλά «κανείς δεν θέλει να την εφαρμόσει». Το εντυπωσιακό ήταν πως μέσα σε δέκα λεπτά κατάφερε να μιλήσει για ψάρια, πολιτική, οικονομία, υγεία και τηλεόραση. Δεν άφησε παραπονεμένη τη σύνοδο του ΝΑΤΟ, τους πολέμους σε Ουκρανία και ΙΡΑΝ και φυσικά μας έκανε και την απαραίτητη πρόβλεψη για το ποιος θα κατακτήσει φέτος το Μουντιάλ.

Κάποια στιγμή φαίνεται πως αντιλήφθηκε ότι δεν τον παρακολουθούσαμε, πήρε την καρέκλα του υπό μάλης και πλησίασε με θράσος την παραδίπλα παρέα.

-          Αυτός άνθρωπος έχει άποψη για όλα, χωρίς να έχει γνώση για τίποτα, μου είπε ο Γιώργος και μου έδωσε μια πέτρα πάνω στην οποία ζωγράφιζε μερικά λουλουδάκια για όση ώρα ο άλλος φλυαρούσε.

Και τότε πέρασε από τη σκέψη μου, πως, ίσως τελικά τον λαγοκέφαλο τον αδικούμε. Ο λαγοκέφαλος κάνει ζημιά επειδή αυτό είναι η φύση του. Δεν ξυπνάει ένα πρωί και αποφασίζει να ανατινάξει τους γερανούς εξόρυξης λιγνίτη αντί να τους αξιοποιήσει με άλλον τρόπο. Δεν γράφει επικριτικές αναρτήσεις και δεν δικάζει και καταδικάζει στο φέισμπουκ ανθρώπους με θεσμική θέση και με βαρύ βιογραφικό. Επίσης, δεν δίνει συμβουλές επί παντός επιστητού και δεν προσπαθεί να πείσει τους άλλους ότι είναι ο μόνος που κατέχει την αλήθεια.

Ο ανεγκέφαλος άνθρωπος, όμως, έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα σε σχέση με το ψάρι. Έχει τυπικά ανθρώπινο εγκέφαλο. Απλά δεν έχει μελετήσει τις οδηγίες χρήσης του!

Ο λαγοκέφαλος κόβει δίχτυα. Ο ανεγκέφαλος κόβει συζητήσεις. Ο λαγοκέφαλος μπορεί να σου χαλάσει μια ψαριά. Ο ανεγκέφαλος θα σου χαλάσει την παρέα, αν όχι και τη μέρα. Ο πρώτος είναι επικίνδυνος αν τον φας. Ο δεύτερος είναι επικίνδυνος όταν μιλάει.

Και φυσικά, όπως συμβαίνει συνήθως, ο ανεγκέφαλος δεν περιορίζεται στη συζήτηση. Είναι αυτός που αφήνει σκουπίδια στην παραλία και μετά διαμαρτύρεται για την καθαριότητα. Είναι αυτός που παρκάρει όπου τον βολεύει και μετά κατηγορεί τους άλλους για την έλλειψη πολιτισμού. Είναι αυτός που φωνάζει περισσότερο όταν έχει λιγότερα ή και καθόλου επιχειρήματα.

Ο Γιώργος αγνάντευε τη θάλασσα επίσης σκεπτικός.

-          Λοιπόν; τον ρώτησα. Φοβάσαι ακόμα τον λαγοκέφαλο;

Με κοίταξε με νόημα και επιτέλους χαμογέλασε.

-          Να σου πω την αλήθεια; Μετά τη σημερινή εμπειρία, το ψάρι μου φαίνεται σχεδόν συμπαθητικό. Κράτησε την πέτρα με τη ζωγραφιά που σου έδωσα, με τη μούρλια που κυκλοφορεί στον κόσμο, ίσως μια μέρα την μοσχοπουλήσεις!

«Για μένα έχει έτσι κι αλλιώς μεγάλη αξία», του είπα και βούτηξα στη θάλασσα. Αφού όμως πρώτα εξέτασα προσεκτικά την επιφάνεια και τον βυθό, μήπως και ξεπεταχτεί από το πουθενά κανένας τσατισμένος λαγοκέφαλος! 

Καλό καλοκαίρι και καλά μπάνια!  

 Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ

            «Εκείνο το καλοκαίρι η φουκαριάρα η μάνα μου κόντεψε να τρελαθεί από την αγωνία. Είχα να επικοινωνήσω μαζί της για πάνω από ένα μήνα και ήταν έτοιμη να με αναζητήσει μέσω της αστυνομίας ή και μέσω του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού που, προς το τέλος της δεκαετίας του εβδομήντα, διαδραμάτιζε ακόμη σημαντικό ρόλο στις αναζητήσεις συγγενικών και φιλικών προσώπων που τους είχε χωρίσει ο πόλεμος, η φτώχια και η μετανάστευση». 

            Έτσι άρχισε την διήγησή του ο ξένος και βολεύτηκε καλύτερα στην άκρη του διθέσιου καναπέ  του ορεινού ξενώνα που είχε καταλύσει περαστικός από την Ήπειρο. Απέναντί του στη σάλα υποδοχής άλλοι τέσσερις λάτρεις του ορεινού τοπίου, έπιναν παγωμένη λεμονάδα και τον άκουγαν με ενδιαφέρον.

            «Ναι, ήταν καλοκαίρι του 1977, συνέχισε ο ξένος, όταν τον Οδυσσέα, φίλο και συμφοιτητή μου τότε στο δεύτερο έτος του μαθηματικού τμήματος του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, είχα προσφερθεί να τον φιλοξενήσω για μερικές μέρες στο πατρικό μου στην Κατερίνη. Το σπίτι όμως δεν χωρούσε τις νεανικές μας ανησυχίες και αποφασίσαμε τη δεύτερη κιόλας μέρα να διανυκτερεύσουμε σε μια κατασκήνωση στην παραλία του Λιτόχωρου στις υπώρειες του Ολύμπου. Το βράδυ ήταν μαγευτικό δίπλα στη θάλασσα, βρήκαμε ευχάριστη παρέα και ο Οδυσσέας δεν σταμάτησε να χορεύει μπλουζ και σέικ κάτω από τους ήχους του αγαπημένου μας τραγουδιού «Gimme gimme good lovin’» .

Λίγο πριν το χάραμα, τρυπώσαμε στο μισοσκόταδο σε μια σκηνή που βρήκαμε άδεια για να κοιμηθούμε. Ξαφνικά, μετά από λίγο, πριν φέξει ακόμα για τα καλά, πεταχτήκαμε όρθιοι από τη λαχτάρα μας. Η σκηνή ήταν δίπλα σε μια τεράστια ξύλινη εξέδρα και πάνω της έκαναν χειρονομίες και έψελναν εκκλησιαστικούς ύμνους οπαδοί μάλλον κάποιας αίρεσης, όπως αγουροξυπνημένοι εσφαλμένα υποθέσαμε! Το όλο σκηνικό μας φάνηκε ύποπτο! Τα μαζέψαμε σαν κλέφτες και φύγαμε τρέχοντας κι ακόμη τρέχουμε. Μάλλον όμως δεν ήταν κάτι το περίεργο και εμείς αντιδράσαμε υπερβολικά γιατί όπως μάθαμε αργότερα ήταν κατασκήνωση της αγγλικανικής εκκλησίας ή κάτι τέτοιο.

-          Έχω φίλους στη Νικήτη της Χαλκιδικής, μου είπε τότε ο Οδυσσέας, έχει υπέροχες παραλίες και θα περάσουμε τέλεια. Πάμε; Μετρήσαμε τα φραγκοδίφραγκα που είχαμε στις τσέπες και τον ακολούθησα. 

Εκεί μας περίμεναν ο Γιώργος, η Δέσποινα, η Φιλιώ και ο Σμαραγδής που ο πατέρας του είχε καΐκι! Μέρες και νύχτες αξέχαστες, υπέροχες, μαγευτικές, που όμως δεν γίνεται να τις περιγράψω. Όχι γιατί είχαν κάτι το πονηρό, αλλά γιατί κάποια πράγματα δεν χωράνε μέσα σε λέξεις. Πρέπει να τα ζήσεις και όχι να τα ονειρευτείς ή να τα φανταστείς! Καημένη μου μανούλα εκεί που βρίσκεσαι, ούτε στιγμή δεν σκέφτηκα να σου τηλεφωνήσω για να σου πω που βρίσκομαι κι αν είμαι καλά!

Ένα βράδυ, κατά τις τέσσερις τα ξημερώματα, εκεί που καθόμασταν σε μια καφετέρια στο παραλιακό μέρος του χωριού και λέγαμε τα δικά μας, ήρθαν κάποιοι γνωστοί του Σμαραγδή και κάτι συζητούσαν για το Άγιο Όρος. «Είναι ευκαιρία, μας είπε ο Σμαραγδής να πάτε στο Άγιο Όρος. Εμείς εδώ θα είμαστε και θα σας περιμένουμε να γυρίσετε».

Λίγο αργότερα βρεθήκαμε στην καρότσα ενός αγροτικού, ανάμεσα σε κάτι παλιομουσαμάδες να χοροπηδάμε σαν κατσίκια πάνω από τις λακκούβες του σκυρόστρωτου ορεινού δρόμου που οδηγούσε από το δυτική ακτή της Σιθωνίας, στον Όρμο της Παναγιάς και από εκεί στην Ιερισσό και τον Άθω. Επιβιβαστήκαμε σε ένα καράβι που πήγαινε να φορτώσει ξυλεία στο Άγιο Όρος και αποβιβαστήκαμε λαθραία στο λιμάνι της Δάφνης (επίνειο των Καρυών, πρωτεύουσας του Άθω) νωρίς το πρωί, χωρίς να έχουμε επίσημη άδεια από τη διοίκηση του Όρους. Από εκεί και πέρα τα πράγματα εξελίχθησαν με κινηματογραφική ταχύτητα.

Στο λιμάνι επικρατούσε νεκρική σιγή. Κινηθήκαμε τυχαία προς την αριστερή πλευρά του δρόμου που χώριζε τη θάλασσα από τα πέτρινα σπίτια και τα καταστήματα του λιμανιού. Κοντεύαμε να φτάσουμε σε ένα παράπηγμα στο τέλος του δρόμου όταν ακούστηκαν ταυτόχρονα, σαν να σήμανε συναγερμός, να ανοίγουν με παταγώδη θόρυβο τα ξύλινα παλιοκαιρίτικα παντζούρια που έβλεπαν προς τη θάλασσα, και να εμφανίζονται ανδρικά κεφάλια με κολλημένα πάνω τους κάθε λογής κιάλια και τηλεμπάνιστρα! Εκείνη ακριβώς τη στιγμή έδενε σε μια τεράστια πλωτή σημαδούρα γύρω στα πενήντα μέτρα από την ακτή ένα τουριστικό γιωτ, στο κατάστρωμα του οποίου έστεκαν οκτώ με δέκα νεαρές κοπέλες, ελάχιστα έως καθόλου ενδεδυμένες… 

-          Δεν είναι καλόγεροι αυτοί που παρακολουθούν! Είναι λαϊκοί που δουλεύουν στα καταστήματα που πωλούν εφόδια και αναμνηστικά, μας εξήγησε ένας νεαρός αστυνομικός, ίδιας με εμάς περίπου ηλικίας, που μας είχε πλησιάσει τελείως αθόρυβα. Μην ανησυχείτε, συνέχισε, δεν σας κατασκοπεύω, παρέα ψάχνω να μιλήσω σε έναν φυσιολογικό άνθρωπο, είμαι εδώ με την πρώτη μου μετάθεση και κοντεύει να με τρελάνει αυτή η απέραντη γαλήνη και ηρεμία του Όρους. Το τελευταίο εξάμηνο έφτασα δύο φορές στο τσακ να κόψω τις φλέβες μου. Αυτός ο τόπος, όσο όμορφος κι αν είναι, σε σκοτώνει αν δεν τον ζεις με τη θέλησή σου!

Το παράπηγμα ήταν τελικά ένα καφεζυθεστιατόριο της κακιάς ώρας. Επιβεβαίωνε την αίσθηση που είχαμε από την πρώτη στιγμή που πατήσαμε το πόδι μας στο Περιβόλι της Παναγιάς ότι μπήκαμε στη μηχανή του χρόνου και μεταφερθήκαμε στον μεσαίωνα. Στο Όρος δεν υπήρχε ούτε ηλεκτρικό ρεύμα, ούτε τηλέφωνο και φυσικά ούτε δίκτυο υδρεύσεως. Παραγγείλαμε το μόνο φαγητό που είχε. Ψαρόσουπα από γόπες!!! Εκτός από τον νεαρό αστυνομικό μας έκανε παρέα μέχρι να φάμε και ένας καλόγερος που έριχνε δίχτυα στη θάλασσα μέσα από ένα ζεμπίλι οικοδομής, περπατώντας δίπλα στην παραλία. Αρχικά νομίσαμε πως του είχε σαλέψει, αλλά όπως μας εξήγησε ο ίδιος μετά, το βάθος της θάλασσας μπορεί να φτάνει και στα πενήντα μέτρα, μόλις σε λίγα μέτρα από την ακτή.    

Ένας κεντρικός χωμάτινος δρόμος υπήρχε όλος κι όλος, που οδηγούσε στις Καρυές. Και το μόνο όχημα που υπήρχε διαθέσιμο ήταν ένα σαραβαλιασμένο φορτηγό που μετέφερε κορμούς δένδρων. Έτσι λοιπόν για να επισκεφθούμε τα μοναστήρια της δυτικής ακτής, ακολουθήσαμε καλοσυντηρημένα μονοπάτια. Διαμονητήριο ευτυχώς δεν μας ζήτησε κανείς.    

Η φιλοξενία των ελάχιστων και γηραλέων μοναχών εκείνης της εποχής, ήταν παροιμιώδης. Παρακολουθήσαμε τις κατανυκτικές λειτουργίες τους με τους εναλλασσόμενους ρόλους των μοναχών κάτω από το φως των κεριών. Βυζαντινή μυσταγωγία! Αντίκρισαν τα μάτια μας στολές και κειμήλια Βυζαντινών αυτοκρατόρων, απολαύσαμε τη μοναδική φύση και την ατμόσφαιρα του Αγίου Όρους, μιλήσαμε με μοναχούς που ο λόγος η ηρεμία και η σοφία τους μας έκανε να φαινόμαστε μπροστά τους ασήμαντοι. Μιλήσαμε και με έναν Αυστραλό συγγραφέα που είχε έρθει για μια δεύτερη τριετία στο Όρος, προκειμένου να συγγράψει τη συνέχεια ενός μυθιστορήματος που εξελισσόταν σε αυτόν τον Άγιο τόπο και που το πρώτο μέρος του είχε γίνει ήδη μπεστ σέλερ στην πατρίδα του. Μιλούσε άπταιστα την καθαρεύουσα. Τα μεσημέρια τρώγαμε στο εστιατόριο των μοναστηριών και μετά βοηθούσαμε στη κουζίνα και στη λάτρα των κοινόχρηστων χώρων.  

Μια μέρα που είχε αυστηρή νηστεία, μας σέρβιραν νερόβραστες φακές που είχαν μέσα κάτι μικρά φύλλα, σαν αυτά της φακής. Ρώτησα «Τι είναι αυτά τα φυλλαράκια;», αλλά απέφυγαν να μου απαντήσουν και μου έμεινε για πάντα η απορία και η καταπληκτική γεύση τους.  

Πρώτη δεύτερη μέρα όλα ήταν τέλεια και καταπληκτικά. Όμως την Τρίτη μέρα άρχιζαν να μας ζώνουν τα φίδια. Θυμήθηκα τα λόγια του νεαρού αστυνομικού «Κοντεύει να με τρελάνει αυτή η απέραντη γαλήνη και ηρεμία του Όρους» καθώς και την απέραντη θλίψη που θόλωνε το βλέμμα του. Η γαλήνη και η ηρεμία του Όρους δεν είναι για όλους, σκέφτηκα.

Την επομένη έφευγε το φορτηγό που μας έφερε. Κατεβήκαμε τρέχοντας στη Δάφνη,  βοηθήσαμε στο φόρτωμα του καραβιού και πήραμε το δρόμο της επιστροφής, από τον μεσαίωνα στον εικοστό αιώνα, με το καράβι φορτωμένο μεγάλους κορμούς δένδρων καλυμμένους από ένα ασημί πέπλο που δημιουργούσε ένα κοπάδι σαρδέλες που είχε χάσει το δρόμο του κι έπεσε πάνω στο κατάστρωμα!  

Αυτή ήταν και η τελευταία εικόνα από αυτές τις καλοκαιρινές διαδρομές. Όταν το ίδιο βράδυ βρεθήκαμε στη Summer Tiffanys κάτω από τους εκκωφαντικούς ήχους της ντίσκο, θυμήθηκα και τη μανούλα μου… ευτυχώς»! 

-          Πήγες ξανά στο Άγιο Όρος από τότε; ρώτησε με ενδιαφέρον ένας της παρέας του ξενώνα.

-          Πολλές φορές! Μη ξεχνάς πως από τότε μεσολάβησε μια πορεία από τη νεότητα στην ωριμότητα. Τώρα πια αποζητώ την ηρεμία και τη γαλήνια ατμόσφαιρά του όσο τίποτε άλλο στον κόσμο! Απάντησε ο ξένος, και χάιδεψε με ικανοποίηση την κατάλευκη γενειάδα του!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΚΑΙ… ΠΑΤΡΟΤΗΤΑ

          


              Τον Μιχάλη είχα να τον συναντήσω πέντε, μπορεί και περισσότερα χρόνια. Σίγουρα είχα να ακούσω νέα του από την προ του κορονοϊού εποχή. Παλιός, πετυχημένος και προβεβλημένος συγγραφέας και δημοσιογράφος, είχε αποσυρθεί εδώ και μια δεκαετία από την ενεργό δημοσιογραφική δράση, για να αφοσιωθεί στο συγγραφικό του έργο.
               Μεταξύ μας είχε καλλιεργηθεί παλαιόθεν μια ειλικρινής σχέση φιλίας και αλληλοεκτίμησης, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που δεν δίσταζε ο ένας να εκμυστηρευτεί τα εσώψυχά του στον άλλον, μένοντας σίγουρος πως δεν υφίστατο στο ελάχιστον φόβος παρεξήγησης ή παρερμηνείας των λεγομένων του.
               Μετά τους πρώτους εγκάρδιους χαιρετισμούς, άρχισε, χωρίς εγώ να του κάνω κάποια νύξη, να δικαιολογείται για την μακροχρόνια απόσυρσή του από τα εγκόσμια.
              Είναι αλήθεια πως το σοβαρό συγγραφικό έργο, απαιτεί μεγάλες θυσίες, απεριόριστη αντοχή, αυτοπειθαρχία και ατέλειωτες μέρες και ώρες μοναξιάς. Οι συγγραφείς του επιπέδου του Μιχάλη, όπως ο ίδιος κάποτε μου είχε εκμυστηρευτεί, ζουν με τη φαντασία τους μέσα στις σελίδες του βιβλίου που συγγράφουν και «βγαίνουν» από εκεί, μόνο για φαγητό και για να αντλήσουν από άλλες, εξωτερικές πηγές, πληροφορίες χρήσιμες για το συγγραφικό τους έργο.
              Όση ώρα μίλαγε, διέκρινα στο βλέμμα του μια ασυνήθιστη για τα δικά του χαρακτηριστικά θλίψη. Η απογοήτευση στα λόγια του έρρεε με την ίδια πειστικότητα που δημιουργούσαν συναισθήματα και εικόνες οι λέξεις των μυθιστορημάτων του! Με νίκησε η περιέργεια, κι αντί να απαντήσω στην ερώτησή του, «Πώς τα πας εσύ», του ζήτησα να μου εξηγήσει, τι τον απασχολεί!
              Μετά από κάποιον μικρό δισταγμό, μου ζήτησε να καθίσουμε στο παρακείμενο παγκάκι που έβλεπε προς τη μεριά της λίμνης, και μου εκμυστηρεύτηκε το περιστατικό που ακολουθεί και το οποίο σας αποκαλύπτω με την άδειά του:
              «Στις γιορτές των Χριστουγέννων που μας πέρασαν, άρχισε τη διήγησή του, με επισκέφτηκε στο σπίτι με ένα κουτί μελομακάρονα, ένα συγγενικό μου πρόσωπο. Ο αγαπημένος μου θείος, ο Γιώργος. Μια τυπική αλλά ευχάριστη επίσκεψη που εξελίχθηκε όμως για μένα σε τραγωδία.
              Του προσέφερα τσάι και μπισκότα, καθίσαμε στο σαλονάκι κοντά στη μπαλκονόπορτα, και τότε ξύπνησε μέσα μου το σαράκι της δημοσιογραφίας. Έβαλα σε λειτουργία με την άδειά του το δημοσιογραφικό μου μαγνητοφωνάκι και άρχισα να του κάνω ερωτήσεις, εκμεταλλευόμενος τις τεράστιες γνώσεις που έχει σε θέματα παραδοσιακά. «Πες μου βρε θείε, του είπα, μια ιστορία από τα κάλαντα των Χριστουγέννων, όπως τα λέγατε παλιά, τις δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα»!
              Άλλο που δεν ήθελε αυτός! Μου είπε για τον τρόπο που λέγονταν τα κάλαντα από τα παιδιά εκείνης της εποχής, πώς τους καλοδεχόντουσαν στα σπιτικά και στα καταστήματα οι νοικοκυραίοι και πού και πώς ξόδευαν το ελάχιστο αλλά πολύ σημαντικό γι αυτά χαρτζιλίκι! Κάτι θυμήθηκα κι εγώ από τα δικά μου παιδικά χρόνια, συγκινήθηκα.
              Ο θείος μου ο Γιώργος, αφού τα είπαμε γι κάμποση ώρα και ανταλλάξαμε ευχές, έφυγε. Το μικρόβιο ωστόσο της δημοσιογραφικής έρευνας που υπόβοσκε μέσα μου, φαίνεται πως είχε έρθει για να μείνει!
              Στρογγυλοκάθισα λοιπόν μπροστά στον υπολογιστή μου και ζήτησα από την τεχνητή νοημοσύνη, σίγουρος πως δεν θα τα κατάφερνε, να μου μετατρέψει σε κάλαντα την αφήγηση του θείου μου, που εν τω μεταξύ είχα απομαγνητοφωνήσει. Βεβαίως, μου απάντησε το μηχάνημα, σε ποιο στιλ θα θέλατε να σας το μετατρέψω; Μου πρότεινε μάλιστα τρεις επιλογές. Αιφνιδιάστηκα από την απάντησή και θέλησα ακόμα περισσότερο να δυσκολέψω την ερώτηση, προτείνοντας μια τέταρτη επιλογή: Προσαρμογή στο «Δόξα Θεώ», τα κάλαντα εκείνης της εποχής στα οποία είχε αναφερθεί νωρίτερα ο Θείος μου.
              Δεν πέρασε ούτε μισό δευτερόλεπτο και εμφανίστηκε στην οθόνη μου ένα ποίημα. Με ενδιαφέρον και έκπληξη διαπίστωσα πως και στο μέτρο και στην ομοιοκαταληξία ταίριαζε ικανοποιητικά στο «Δόξα Θεώ» και ήταν υπέροχο! Αυτό ήταν το πρώτο σοκ που δέχθηκα!
              Αποθήκευσα το ποίημα στον υπολογιστή μου και το επεξεργάστηκα. Όχι για να αμφισβητήσω την τεχνητή νοημοσύνη αλλά γιατί όντως είχε κάποιες ατέλειες. Όταν τελείωσα και έμεινα ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα, το ανέβασα και πάλι στην εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης και ζήτησα να μου κάνει ένα σχόλιο. Με μεγάλη μου έκπληξη και πάλι διαπίστωσα ότι δεν μου απάντησε με τη συνηθισμένη ενθαρρυντική τακτική που ακολουθούν αυτές οι μηχανές, αλλά σαν κάποιος συνάδελφος που δεν μπορούσε να κρύψει την αντιζηλία του! Δηλαδή αντί να μου πει: «Εξαίσιο, συγχαρητήρια, άριστο κ.λ.π.», όπως συνήθως γίνεται, μου είπε: «Το βρίσκω ενδιαφέρον»! Αυτό ήταν το δεύτερο σοκ!
              -          Έλα βρε Μιχάλη, τον διέκοψα. Μην γίνεσαι υπερβολικός, αυτές οι μηχανές ακολουθούν κάποιο λογισμικό που τους φόρτωσε ο κατασκευαστής τους. Δεν λειτουργούν, ούτε αισθάνονται σαν άνθρωποι.
              -          «Πάταξον μεν, άκουσον δε», μου απάντησε με το δικό του στωικό ύφος ο Μιχάλης. Και συνέχισε:
              Μετά από αυτά, ρώτησα ποιος είναι τώρα ο κάτοχος τον πνευματικών δικαιωμάτων του ποιήματος και η μηχανή μου απάντησε, παραθέτοντας τις αντίστοιχες παραπομπές σε νομοθεσία, ότι τα δικαιώματα στην αφήγηση τα έχει ο θείος μου και τα δικαιώματα του ποιήματος τα έχω εγώ! Μου επιβεβαίωσε επίσης πως αν το επιθυμώ, μπορώ να το συμπεριλάβω σε μια ποιητική μου συλλογή χωρίς κανένα πρόβλημα! Εσύ που είσαι; Το ερώτησα. Πουθενά, μου απάντησε, εγώ είμαι μια μηχανή και δεν έχω πνευματικά δικαιώματα. Αυτό ήταν το τρίτο σοκ!».
              Εδώ τελείωσε η αφήγηση του φίλου μου. Στάθηκε και με κοίταξε! Η θλίψη στο βλέμμα του είχε αντικατασταθεί τώρα από ένα αίσθημα θριάμβου που ζητούσε επιβεβαίωση! Δεν του έκανα τη χάρη!
              -          Είσαι υπερβολικός, του έγνεψα. Και παλιότερα όταν είχαν εφευρεθεί τα κομπιουτεράκια υπήρχε η ίδια γκρίνια. Το ίδιο έγινε και με τις μηχανές αναζήτησης αργότερα. Είναι απλά βοηθήματα, που, θέλουμε δεν θέλουμε, ήδη μπήκανε στη ζωή μας.
              -          Δεν είναι το ίδιο, μου απάντησε κοφτά! Δεν είναι απλώς βοηθοί αυτές οι μηχανές. Παρουσιάζουν ολοκληρωμένα έργα σε όλους τους τομείς, αρκεί να τους το ζητήσεις. Θεωρώ πολύ τυχερό τον εαυτό μου που πριν μπει η τεχνητή νοημοσύνη στη ζωή μας, πρόλαβα και έγραψα κάποια βιβλία!
              -          Γιατί; Τον ρώτησα με αφέλεια!
              -          Επειδή, σε αντίθεση με τα έργα που θα εκδίδονται από εδώ και πέρα, στα δικά μου έργα κανείς δεν θα μπορεί να τους αμφισβητήσει την πατρότητα!
              Τώρα το σοκ, ήταν δικό μου!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

ΟΙ ΣΚΙΕΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

 

«Δεν μ’ έπνιξε η θάλασσα, μα εκείνο το φιλί της
που μ’ άφησε να ζω μισός, δεμένος στη σιωπή της».

 
       Αυτά είναι τα μόνα λόγια που θυμάμαι με απόλυτη ακρίβεια από εκείνη τη συνάντηση που είχα πριν πολλά χρόνια, σε ένα άγονο νησάκι του Αρχιπελάγους μας, με έναν ναυτικό απόμαχο της μοίρας και της θάλασσας.   
       Ήταν ένα από εκείνα τα βράδια που δεν μπορείς να κάνεις σχέδια πάνω στο στείρο ξερονήσι, καθώς απουσιάζουν οι επιλογές! Έτσι λοιπόν τα βήματα με οδήγησαν στο μοναδικό καπηλειό του απίστευτα γραφικού κατά τα άλλα αιγαιοπελαγίτικου λιμανιού!
       Το μελτέμι είχε κοπάσει, μα η θάλασσα κρατούσε ακόμα την ανάσα της βαριά, σαν αποκαμωμένος από τον ‘’καιρό’’ ναύτης του καταστρώματος. Εξωτερικά το μαγαζάκι φαινόταν μισοφαγωμένο από το κύμα και το χρόνο! Στο εσωτερικό του μύριζε παλιό ξύλο ποτισμένο από τα αποτσίγαρα και το ξεθυμασμένο αλκοόλ. 
       Στα τραπέζια λιγοστοί θαμώνες, όλοι τους ντόπιοι, θαλασσινοί. Σε μια γωνιά, ανάμεσα στην πόρτα και το παραθυράκι που έβλεπε στο λιμάνι, καθόταν ένας γέρος, απόμαχος της ναυτοσύνης. Το αναγνώριζες από τις κινήσεις του, το καλοστημένο του σκαρί κάτω από το σκούρο μπλε πανωφόρι των ναυτικών και το σκαμμένο από την αλμύρα πρόσωπο. Είχε μπροστά του ένα μισογεμάτο ποτήρι ρακί κι ένα πλακέ πακέτο σέρτικα, που το ανοιγόκλεινε νευρικά σαν να δίσταζε να ανάψει το επόμενο τσιγάρο. Με το άλλο χέρι κρατούσε ένα μικρό σουγιά και κάτι χάραζε πάνω στο ξύλινο τραπέζι.
       Κάθισα στο διπλανό τραπέζι και προσπάθησα μάταια να του πιάσω κουβέντα. Φαινόταν να βρίσκεται στον κόσμο του και να μην επικοινωνεί με το περιβάλλον. Ωστόσο, λίγο μετά, χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει, μου είπε: «Ξένος είσαι με τη θάλασσα. Φαίνεται από το βλέμμα σου. Δεν έχεις μπαρκάρει ακόμα στ’ αλήθεια».
       Χαμογέλασα. Του είπα πως μόνο επιβάτης υπήρξα στη ζωή μου, ποτέ ναυτικός. Τότε σήκωσε το ποτήρι του σαν χαιρετισμό και μου είπε: «Καλύτερα έτσι, γιατί η θάλασσα παίρνει περισσότερα απ’ όσα δίνει»!
       Ύστερα λύθηκε η γλώσσα του. Άρχισε να μιλάει σιγά, σαν να φοβόταν μήπως ξυπνήσει κάτι που κοιμόταν χρόνια μέσα του. Μου είπε πως νέος είχε μπαρκάρει σε φορτηγά, σε καράβια της γραμμής, σε σαπιοκάραβα και σε σκαριά περήφανα. Είχε περάσει κάβους και περάσματα, είχε παλέψει με μπουνάτσες που σου τρέλαιναν το μυαλό και με φουρτούνες που τσακίζαν τα κατάρτια.
       Χαμήλωσε το βλέμμα του.
       «Κι ύστερα ήρθε εκείνο το απόγευμα, συνέχισε! Ήταν που βγήκα μια βόλτα στο καρνάγιο πριν τον απόπλου. Να πάρω αέρα, να ρίξω μια ματιά στο λιμάνι, να χαιρετήσω τη στεριά».
       Σήκωσε το βλέμμα του και με κοίταξε βαθιά στα μάτια σαν να ήθελε να με ζυγίσει.
       «Την είδα δίπλα στην προκυμαία, είπε, τονίζοντας μία - μία τις λέξεις. Στεκόταν εκεί, λυγερή, με ένα φόρεμα στο χρώμα της θάλασσας, όπως και τα μάτια της. Κοιταχτήκαμε, δεν χρειάστηκε να πούμε τίποτα, η ίδια η θάλασσα ήτανε ο μεσίτης, η προξενήτρα μας. Περπατήσαμε μαζί στην προκυμαία και στο όνειρο. Μου μίλησε για τον καημό της, για μια ζωή που δεν χώραγε πια σ’ αυτόν τον τόπο. Εγώ της μίλησα για τα ταξίδια στην απέραντη θάλασσα, για τα λιμάνια, τις ατέλειωτες νύχτες στη γέφυρα με συντροφιά άλλοτε τ’ αστέρια κι άλλοτε τα αστροπελέκια. Με άκουγε αμίλητη, ούτε κι εγώ ξέρω για πόση ώρα, να λέω ιστορίες. Κάποια στιγμή με κράτησε από το μπράτσο και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο μου. Εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε πως ξανοιχτήκαμε μαζί στο πέλαγο, γίναμε ένα! Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που μου πέρασε η σκέψη πως θα μπορούσα να δέσω κάπου. Να πιάσω στεριά! Να ρίξω άγκυρα»!
       Έβγαλε τσιγάρο από το πακέτο και το άναψε. Τράβηξε όσο πιο βαθιά γινότανε την πρώτη τζούρα, μισόκλεισε τα μάτια του σαν κάτι ακόμα να ήθελε να θυμηθεί και συνέχισε!
       «Μας βρήκε το πρωί αγκαλιασμένους! Ξημέρωνε Σαββάτο όταν ήρθε ο αποχωρισμός. Το καράβι της γραμμής που είχε κλείσει θέση σφύριξε απανωτά. Το καράβι εκείνο πήρε μαζί του ότι πολυτιμότερο είχε συμβεί ως τότε στη ζωή μου. Με φίλησε στα πεταχτά σαν να φοβόταν μην αλλάξει γνώμη και δρασκέλισε ανάλαφρα τη ραμπότα. Ούτε ολόκληρο το όνομά μου δεν πρόλαβα να της πω, ούτε κι εκείνη το δικό της.
       Έσβησε το αποτσίγαρο στο μεταλλικό τασάκι, σκούπισε με τα ακροδάχτυλά του τις σκλήθρες από το χάραγμα του τραπεζιού και πήρε μια βαθιά ανάσα πριν συνεχίσει.
       «Το ταξίδι της δεν τέλειωσε ποτέ! Στον Cavo D’oro σήκωσε καιρό, σ’ ένα σημείο που κι οι παλιοί, ακόμα και οι πιο έμπειροι ναυτικοί, το περνούν με τον σταυρό στο στόμα. Δεν ξέρω τι απέγινε, ίσως την πήρανε τα κύματα μαζί με κάποιους άλλους, ίσως όχι! Η καρδιά μου όμως παρασύρθηκε στο βυθό, δεμένη με χοντρό καραβόσκοινο».
       «Δεν αγάπησα ποτέ άλλη γυναίκα. Πάντα γυρνούσα μόνος στα στέκια ναυτικών, στα καταγώγια των λιμανιών, σε καπηλειά ωσάν και τούτο. Εκεί που συναντούσα άλλους απόμαχους, ανθρώπους που είχαν αφήσει τα κομμάτια τους σε θρύλους και σ’ αστροπελέκια Η αλμύρα μου έδωσε πολλά, ταξίδια, πάθη, αγκαλιές. Μα στο τέλος, η μοίρα με ξέρασε σ’ αυτό εδώ το πέρασμα παρέα με τους εφιάλτες μου».
       Για λίγο κόμπιασε. Έξω, το λιμάνι ήταν τώρα σιωπηλό. Μόνο τα σχοινιά από τα δεμένα καΐκια ακούγονταν να τρίζουν ανατριχιαστικά.
       Γύρισε και με κοίταξε κατάματα.
       «Αν ποτέ ακούσεις αναστεναγμό να έρχεται από τη θάλασσα, μου είπε, να ξέρεις… πως κάποιος ναυτικός δεν πρόλαβε, κι άφησε έξω στη στεριά ό,τι αγαπούσε».
       Γνωρίζοντας πως οι ναυτικοί συνήθως υπερβάλλουν και μεγαλοποιούνε πράγματα και καταστάσεις, δεν ήμουν διατεθειμένος να πάρω στα σοβαρά τα λόγια του.
       Ωστόσο την επόμενη μέρα, τα βήματα με φέρανε πάλι στο καπηλειό. Η καρέκλα του ήταν άδεια. Ρώτησα τους θαμώνες και τον κάπελα, αν τον ήξεραν και ποιο ήταν το όνομά του. Με κοίταξαν με απορία. Κανείς τους δεν τον ήξερε, ούτε τον είχαν ξαναδεί σ’ αυτό τον τόπο!
       «Εμείς δεν είδαμε κανέναν, αλλά μη δίνεις και πολύ σημασία, μου είπε τελικά ένας από τους θαμώνες. Είναι οι σκιές της θάλασσας! Ιστορίες παλιών ναυτικών που στοιχειώνουν σε λιμάνια σαν κι αυτό».  
       Γύρισα να φύγω, μη με περάσουν για αλαφροΐσκιωτο…
       Και τότε έπεσε το μάτι μου πάνω στο τραπέζι που κάθονταν ο γέρος ναυτικός! Έσκυψα από περιέργεια να δω αν ήταν κάτι χαραγμένο! Κι όμως, ήταν στο ίδιο σημείο γραμμένο ένα δίστιχο:  
 
«Δεν μ’ έπνιξε η θάλασσα, μα εκείνο το φιλί της
που μ’ άφησε να ζω μισός, δεμένος στη σιωπή της».
 
       Ανατρίχιασα! «Είναι οι σκιές της θάλασσας», επανέλαβα ασυναίσθητα και απομακρύνθηκα παίρνοντας μαζί μου ετούτη την ανάμνηση.

 
Γιάννης Β. Δεβελέγκας