Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΚΑΙ… ΠΑΤΡΟΤΗΤΑ

          


              Τον Μιχάλη είχα να τον συναντήσω πέντε, μπορεί και περισσότερα χρόνια. Σίγουρα είχα να ακούσω νέα του από την προ του κορονοϊού εποχή. Παλιός, πετυχημένος και προβεβλημένος συγγραφέας και δημοσιογράφος, είχε αποσυρθεί εδώ και μια δεκαετία από την ενεργό δημοσιογραφική δράση, για να αφοσιωθεί στο συγγραφικό του έργο.
               Μεταξύ μας είχε καλλιεργηθεί παλαιόθεν μια ειλικρινής σχέση φιλίας και αλληλοεκτίμησης, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που δεν δίσταζε ο ένας να εκμυστηρευτεί τα εσώψυχά του στον άλλον, μένοντας σίγουρος πως δεν υφίστατο στο ελάχιστον φόβος παρεξήγησης ή παρερμηνείας των λεγομένων του.
               Μετά τους πρώτους εγκάρδιους χαιρετισμούς, άρχισε, χωρίς εγώ να του κάνω κάποια νύξη, να δικαιολογείται για την μακροχρόνια απόσυρσή του από τα εγκόσμια.
              Είναι αλήθεια πως το σοβαρό συγγραφικό έργο, απαιτεί μεγάλες θυσίες, απεριόριστη αντοχή, αυτοπειθαρχία και ατέλειωτες μέρες και ώρες μοναξιάς. Οι συγγραφείς του επιπέδου του Μιχάλη, όπως ο ίδιος κάποτε μου είχε εκμυστηρευτεί, ζουν με τη φαντασία τους μέσα στις σελίδες του βιβλίου που συγγράφουν και «βγαίνουν» από εκεί, μόνο για φαγητό και για να αντλήσουν από άλλες, εξωτερικές πηγές, πληροφορίες χρήσιμες για το συγγραφικό τους έργο.
              Όση ώρα μίλαγε, διέκρινα στο βλέμμα του μια ασυνήθιστη για τα δικά του χαρακτηριστικά θλίψη. Η απογοήτευση στα λόγια του έρρεε με την ίδια πειστικότητα που δημιουργούσαν συναισθήματα και εικόνες οι λέξεις των μυθιστορημάτων του! Με νίκησε η περιέργεια, κι αντί να απαντήσω στην ερώτησή του, «Πώς τα πας εσύ», του ζήτησα να μου εξηγήσει, τι τον απασχολεί!
              Μετά από κάποιον μικρό δισταγμό, μου ζήτησε να καθίσουμε στο παρακείμενο παγκάκι που έβλεπε προς τη μεριά της λίμνης, και μου εκμυστηρεύτηκε το περιστατικό που ακολουθεί και το οποίο σας αποκαλύπτω με την άδειά του:
              «Στις γιορτές των Χριστουγέννων που μας πέρασαν, άρχισε τη διήγησή του, με επισκέφτηκε στο σπίτι με ένα κουτί μελομακάρονα, ένα συγγενικό μου πρόσωπο. Ο αγαπημένος μου θείος, ο Γιώργος. Μια τυπική αλλά ευχάριστη επίσκεψη που εξελίχθηκε όμως για μένα σε τραγωδία.
              Του προσέφερα τσάι και μπισκότα, καθίσαμε στο σαλονάκι κοντά στη μπαλκονόπορτα, και τότε ξύπνησε μέσα μου το σαράκι της δημοσιογραφίας. Έβαλα σε λειτουργία με την άδειά του το δημοσιογραφικό μου μαγνητοφωνάκι και άρχισα να του κάνω ερωτήσεις, εκμεταλλευόμενος τις τεράστιες γνώσεις που έχει σε θέματα παραδοσιακά. «Πες μου βρε θείε, του είπα, μια ιστορία από τα κάλαντα των Χριστουγέννων, όπως τα λέγατε παλιά, τις δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα»!
              Άλλο που δεν ήθελε αυτός! Μου είπε για τον τρόπο που λέγονταν τα κάλαντα από τα παιδιά εκείνης της εποχής, πώς τους καλοδεχόντουσαν στα σπιτικά και στα καταστήματα οι νοικοκυραίοι και πού και πώς ξόδευαν το ελάχιστο αλλά πολύ σημαντικό γι αυτά χαρτζιλίκι! Κάτι θυμήθηκα κι εγώ από τα δικά μου παιδικά χρόνια, συγκινήθηκα.
              Ο θείος μου ο Γιώργος, αφού τα είπαμε γι κάμποση ώρα και ανταλλάξαμε ευχές, έφυγε. Το μικρόβιο ωστόσο της δημοσιογραφικής έρευνας που υπόβοσκε μέσα μου, φαίνεται πως είχε έρθει για να μείνει!
              Στρογγυλοκάθισα λοιπόν μπροστά στον υπολογιστή μου και ζήτησα από την τεχνητή νοημοσύνη, σίγουρος πως δεν θα τα κατάφερνε, να μου μετατρέψει σε κάλαντα την αφήγηση του θείου μου, που εν τω μεταξύ είχα απομαγνητοφωνήσει. Βεβαίως, μου απάντησε το μηχάνημα, σε ποιο στιλ θα θέλατε να σας το μετατρέψω; Μου πρότεινε μάλιστα τρεις επιλογές. Αιφνιδιάστηκα από την απάντησή και θέλησα ακόμα περισσότερο να δυσκολέψω την ερώτηση, προτείνοντας μια τέταρτη επιλογή: Προσαρμογή στο «Δόξα Θεώ», τα κάλαντα εκείνης της εποχής στα οποία είχε αναφερθεί νωρίτερα ο Θείος μου.
              Δεν πέρασε ούτε μισό δευτερόλεπτο και εμφανίστηκε στην οθόνη μου ένα ποίημα. Με ενδιαφέρον και έκπληξη διαπίστωσα πως και στο μέτρο και στην ομοιοκαταληξία ταίριαζε ικανοποιητικά στο «Δόξα Θεώ» και ήταν υπέροχο! Αυτό ήταν το πρώτο σοκ που δέχθηκα!
              Αποθήκευσα το ποίημα στον υπολογιστή μου και το επεξεργάστηκα. Όχι για να αμφισβητήσω την τεχνητή νοημοσύνη αλλά γιατί όντως είχε κάποιες ατέλειες. Όταν τελείωσα και έμεινα ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα, το ανέβασα και πάλι στην εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης και ζήτησα να μου κάνει ένα σχόλιο. Με μεγάλη μου έκπληξη και πάλι διαπίστωσα ότι δεν μου απάντησε με τη συνηθισμένη ενθαρρυντική τακτική που ακολουθούν αυτές οι μηχανές, αλλά σαν κάποιος συνάδελφος που δεν μπορούσε να κρύψει την αντιζηλία του! Δηλαδή αντί να μου πει: «Εξαίσιο, συγχαρητήρια, άριστο κ.λ.π.», όπως συνήθως γίνεται, μου είπε: «Το βρίσκω ενδιαφέρον»! Αυτό ήταν το δεύτερο σοκ!
              -          Έλα βρε Μιχάλη, τον διέκοψα. Μην γίνεσαι υπερβολικός, αυτές οι μηχανές ακολουθούν κάποιο λογισμικό που τους φόρτωσε ο κατασκευαστής τους. Δεν λειτουργούν, ούτε αισθάνονται σαν άνθρωποι.
              -          «Πάταξον μεν, άκουσον δε», μου απάντησε με το δικό του στωικό ύφος ο Μιχάλης. Και συνέχισε:
              Μετά από αυτά, ρώτησα ποιος είναι τώρα ο κάτοχος τον πνευματικών δικαιωμάτων του ποιήματος και η μηχανή μου απάντησε, παραθέτοντας τις αντίστοιχες παραπομπές σε νομοθεσία, ότι τα δικαιώματα στην αφήγηση τα έχει ο θείος μου και τα δικαιώματα του ποιήματος τα έχω εγώ! Μου επιβεβαίωσε επίσης πως αν το επιθυμώ, μπορώ να το συμπεριλάβω σε μια ποιητική μου συλλογή χωρίς κανένα πρόβλημα! Εσύ που είσαι; Το ερώτησα. Πουθενά, μου απάντησε, εγώ είμαι μια μηχανή και δεν έχω πνευματικά δικαιώματα. Αυτό ήταν το τρίτο σοκ!».
              Εδώ τελείωσε η αφήγηση του φίλου μου. Στάθηκε και με κοίταξε! Η θλίψη στο βλέμμα του είχε αντικατασταθεί τώρα από ένα αίσθημα θριάμβου που ζητούσε επιβεβαίωση! Δεν του έκανα τη χάρη!
              -          Είσαι υπερβολικός, του έγνεψα. Και παλιότερα όταν είχαν εφευρεθεί τα κομπιουτεράκια υπήρχε η ίδια γκρίνια. Το ίδιο έγινε και με τις μηχανές αναζήτησης αργότερα. Είναι απλά βοηθήματα, που, θέλουμε δεν θέλουμε, ήδη μπήκανε στη ζωή μας.
              -          Δεν είναι το ίδιο, μου απάντησε κοφτά! Δεν είναι απλώς βοηθοί αυτές οι μηχανές. Παρουσιάζουν ολοκληρωμένα έργα σε όλους τους τομείς, αρκεί να τους το ζητήσεις. Θεωρώ πολύ τυχερό τον εαυτό μου που πριν μπει η τεχνητή νοημοσύνη στη ζωή μας, πρόλαβα και έγραψα κάποια βιβλία!
              -          Γιατί; Τον ρώτησα με αφέλεια!
              -          Επειδή, σε αντίθεση με τα έργα που θα εκδίδονται από εδώ και πέρα, στα δικά μου έργα κανείς δεν θα μπορεί να τους αμφισβητήσει την πατρότητα!
              Τώρα το σοκ, ήταν δικό μου!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

ΟΙ ΣΚΙΕΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

 

«Δεν μ’ έπνιξε η θάλασσα, μα εκείνο το φιλί της
που μ’ άφησε να ζω μισός, δεμένος στη σιωπή της».

 
       Αυτά είναι τα μόνα λόγια που θυμάμαι με απόλυτη ακρίβεια από εκείνη τη συνάντηση που είχα πριν πολλά χρόνια, σε ένα άγονο νησάκι του Αρχιπελάγους μας, με έναν ναυτικό απόμαχο της μοίρας και της θάλασσας.   
       Ήταν ένα από εκείνα τα βράδια που δεν μπορείς να κάνεις σχέδια πάνω στο στείρο ξερονήσι, καθώς απουσιάζουν οι επιλογές! Έτσι λοιπόν τα βήματα με οδήγησαν στο μοναδικό καπηλειό του απίστευτα γραφικού κατά τα άλλα αιγαιοπελαγίτικου λιμανιού!
       Το μελτέμι είχε κοπάσει, μα η θάλασσα κρατούσε ακόμα την ανάσα της βαριά, σαν αποκαμωμένος από τον ‘’καιρό’’ ναύτης του καταστρώματος. Εξωτερικά το μαγαζάκι φαινόταν μισοφαγωμένο από το κύμα και το χρόνο! Στο εσωτερικό του μύριζε παλιό ξύλο ποτισμένο από τα αποτσίγαρα και το ξεθυμασμένο αλκοόλ. 
       Στα τραπέζια λιγοστοί θαμώνες, όλοι τους ντόπιοι, θαλασσινοί. Σε μια γωνιά, ανάμεσα στην πόρτα και το παραθυράκι που έβλεπε στο λιμάνι, καθόταν ένας γέρος, απόμαχος της ναυτοσύνης. Το αναγνώριζες από τις κινήσεις του, το καλοστημένο του σκαρί κάτω από το σκούρο μπλε πανωφόρι των ναυτικών και το σκαμμένο από την αλμύρα πρόσωπο. Είχε μπροστά του ένα μισογεμάτο ποτήρι ρακί κι ένα πλακέ πακέτο σέρτικα, που το ανοιγόκλεινε νευρικά σαν να δίσταζε να ανάψει το επόμενο τσιγάρο. Με το άλλο χέρι κρατούσε ένα μικρό σουγιά και κάτι χάραζε πάνω στο ξύλινο τραπέζι.
       Κάθισα στο διπλανό τραπέζι και προσπάθησα μάταια να του πιάσω κουβέντα. Φαινόταν να βρίσκεται στον κόσμο του και να μην επικοινωνεί με το περιβάλλον. Ωστόσο, λίγο μετά, χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει, μου είπε: «Ξένος είσαι με τη θάλασσα. Φαίνεται από το βλέμμα σου. Δεν έχεις μπαρκάρει ακόμα στ’ αλήθεια».
       Χαμογέλασα. Του είπα πως μόνο επιβάτης υπήρξα στη ζωή μου, ποτέ ναυτικός. Τότε σήκωσε το ποτήρι του σαν χαιρετισμό και μου είπε: «Καλύτερα έτσι, γιατί η θάλασσα παίρνει περισσότερα απ’ όσα δίνει»!
       Ύστερα λύθηκε η γλώσσα του. Άρχισε να μιλάει σιγά, σαν να φοβόταν μήπως ξυπνήσει κάτι που κοιμόταν χρόνια μέσα του. Μου είπε πως νέος είχε μπαρκάρει σε φορτηγά, σε καράβια της γραμμής, σε σαπιοκάραβα και σε σκαριά περήφανα. Είχε περάσει κάβους και περάσματα, είχε παλέψει με μπουνάτσες που σου τρέλαιναν το μυαλό και με φουρτούνες που τσακίζαν τα κατάρτια.
       Χαμήλωσε το βλέμμα του.
       «Κι ύστερα ήρθε εκείνο το απόγευμα, συνέχισε! Ήταν που βγήκα μια βόλτα στο καρνάγιο πριν τον απόπλου. Να πάρω αέρα, να ρίξω μια ματιά στο λιμάνι, να χαιρετήσω τη στεριά».
       Σήκωσε το βλέμμα του και με κοίταξε βαθιά στα μάτια σαν να ήθελε να με ζυγίσει.
       «Την είδα δίπλα στην προκυμαία, είπε, τονίζοντας μία - μία τις λέξεις. Στεκόταν εκεί, λυγερή, με ένα φόρεμα στο χρώμα της θάλασσας, όπως και τα μάτια της. Κοιταχτήκαμε, δεν χρειάστηκε να πούμε τίποτα, η ίδια η θάλασσα ήτανε ο μεσίτης, η προξενήτρα μας. Περπατήσαμε μαζί στην προκυμαία και στο όνειρο. Μου μίλησε για τον καημό της, για μια ζωή που δεν χώραγε πια σ’ αυτόν τον τόπο. Εγώ της μίλησα για τα ταξίδια στην απέραντη θάλασσα, για τα λιμάνια, τις ατέλειωτες νύχτες στη γέφυρα με συντροφιά άλλοτε τ’ αστέρια κι άλλοτε τα αστροπελέκια. Με άκουγε αμίλητη, ούτε κι εγώ ξέρω για πόση ώρα, να λέω ιστορίες. Κάποια στιγμή με κράτησε από το μπράτσο και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο μου. Εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε πως ξανοιχτήκαμε μαζί στο πέλαγο, γίναμε ένα! Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που μου πέρασε η σκέψη πως θα μπορούσα να δέσω κάπου. Να πιάσω στεριά! Να ρίξω άγκυρα»!
       Έβγαλε τσιγάρο από το πακέτο και το άναψε. Τράβηξε όσο πιο βαθιά γινότανε την πρώτη τζούρα, μισόκλεισε τα μάτια του σαν κάτι ακόμα να ήθελε να θυμηθεί και συνέχισε!
       «Μας βρήκε το πρωί αγκαλιασμένους! Ξημέρωνε Σαββάτο όταν ήρθε ο αποχωρισμός. Το καράβι της γραμμής που είχε κλείσει θέση σφύριξε απανωτά. Το καράβι εκείνο πήρε μαζί του ότι πολυτιμότερο είχε συμβεί ως τότε στη ζωή μου. Με φίλησε στα πεταχτά σαν να φοβόταν μην αλλάξει γνώμη και δρασκέλισε ανάλαφρα τη ραμπότα. Ούτε ολόκληρο το όνομά μου δεν πρόλαβα να της πω, ούτε κι εκείνη το δικό της.
       Έσβησε το αποτσίγαρο στο μεταλλικό τασάκι, σκούπισε με τα ακροδάχτυλά του τις σκλήθρες από το χάραγμα του τραπεζιού και πήρε μια βαθιά ανάσα πριν συνεχίσει.
       «Το ταξίδι της δεν τέλειωσε ποτέ! Στον Cavo D’oro σήκωσε καιρό, σ’ ένα σημείο που κι οι παλιοί, ακόμα και οι πιο έμπειροι ναυτικοί, το περνούν με τον σταυρό στο στόμα. Δεν ξέρω τι απέγινε, ίσως την πήρανε τα κύματα μαζί με κάποιους άλλους, ίσως όχι! Η καρδιά μου όμως παρασύρθηκε στο βυθό, δεμένη με χοντρό καραβόσκοινο».
       «Δεν αγάπησα ποτέ άλλη γυναίκα. Πάντα γυρνούσα μόνος στα στέκια ναυτικών, στα καταγώγια των λιμανιών, σε καπηλειά ωσάν και τούτο. Εκεί που συναντούσα άλλους απόμαχους, ανθρώπους που είχαν αφήσει τα κομμάτια τους σε θρύλους και σ’ αστροπελέκια Η αλμύρα μου έδωσε πολλά, ταξίδια, πάθη, αγκαλιές. Μα στο τέλος, η μοίρα με ξέρασε σ’ αυτό εδώ το πέρασμα παρέα με τους εφιάλτες μου».
       Για λίγο κόμπιασε. Έξω, το λιμάνι ήταν τώρα σιωπηλό. Μόνο τα σχοινιά από τα δεμένα καΐκια ακούγονταν να τρίζουν ανατριχιαστικά.
       Γύρισε και με κοίταξε κατάματα.
       «Αν ποτέ ακούσεις αναστεναγμό να έρχεται από τη θάλασσα, μου είπε, να ξέρεις… πως κάποιος ναυτικός δεν πρόλαβε, κι άφησε έξω στη στεριά ό,τι αγαπούσε».
       Γνωρίζοντας πως οι ναυτικοί συνήθως υπερβάλλουν και μεγαλοποιούνε πράγματα και καταστάσεις, δεν ήμουν διατεθειμένος να πάρω στα σοβαρά τα λόγια του.
       Ωστόσο την επόμενη μέρα, τα βήματα με φέρανε πάλι στο καπηλειό. Η καρέκλα του ήταν άδεια. Ρώτησα τους θαμώνες και τον κάπελα, αν τον ήξεραν και ποιο ήταν το όνομά του. Με κοίταξαν με απορία. Κανείς τους δεν τον ήξερε, ούτε τον είχαν ξαναδεί σ’ αυτό τον τόπο!
       «Εμείς δεν είδαμε κανέναν, αλλά μη δίνεις και πολύ σημασία, μου είπε τελικά ένας από τους θαμώνες. Είναι οι σκιές της θάλασσας! Ιστορίες παλιών ναυτικών που στοιχειώνουν σε λιμάνια σαν κι αυτό».  
       Γύρισα να φύγω, μη με περάσουν για αλαφροΐσκιωτο…
       Και τότε έπεσε το μάτι μου πάνω στο τραπέζι που κάθονταν ο γέρος ναυτικός! Έσκυψα από περιέργεια να δω αν ήταν κάτι χαραγμένο! Κι όμως, ήταν στο ίδιο σημείο γραμμένο ένα δίστιχο:  
 
«Δεν μ’ έπνιξε η θάλασσα, μα εκείνο το φιλί της
που μ’ άφησε να ζω μισός, δεμένος στη σιωπή της».
 
       Ανατρίχιασα! «Είναι οι σκιές της θάλασσας», επανέλαβα ασυναίσθητα και απομακρύνθηκα παίρνοντας μαζί μου ετούτη την ανάμνηση.

 
Γιάννης Β. Δεβελέγκας