Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

 


Έχω μια συνήθεια τα τελευταία χρόνια, η οποία μάλλον έχει να κάνει με τον χαρακτήρα μου, παρά με τα βιώματα της παιδικής μου ηλικίας. Να περνάω δηλαδή κάποια Σαββατοκύριακα του φθινοπώρου κοντά στη θάλασσα. Ακόμα και όταν αυτή είναι ανταριασμένη, την αισθάνομαι γαλήνια μακριά από τη βαβούρα και την πολυκοσμία του καλοκαιριού.

Έτσι λοιπόν, το περασμένο κυριακάτικο πρωινό, βρέθηκα να κάνω περίπατο στο παλιό λιμάνι της Ηγουμενίτσας. Εκεί, συνάντησα και τον Γρηγόρη, παλιό και αγαπητό φίλο, από εκείνους που όσο κι αν αραιώνουν οι συναντήσεις, συνεχίζεις να τους αισθάνεσαι κοντά σου.

Καθόταν μόνος σε ένα σκουριασμένο από τον καιρό παγκάκι με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, σε αμυντική στάση, και με το βλέμμα καρφωμένο στη θάλασσα.

-        Τι έγινε βρε Γρηγόρη; Τι συλλογιέσαι ολομόναχος; τον αιφνιδίασα.

Γύρισε το κεφάλι και το πρόσωπό του φώτισε σαν με αντίκρισε.

-          Το καλοκαίρι χάθηκε, μου απάντησε και σκοτείνιασε πάλι το βλέμμα του!

-          Τι έπαθες χριστιανέ μου; Κοντεύει να σκάσει μύτη ο Νοέμβριος κι εσύ ακόμα σκέφτεσαι το καλοκαίρι;

-           Μα δεν σκέφτομαι το καλοκαίρι που πέρασε αλλά το καλοκαίρι που χάθηκε, μου αντιγύρισε αινιγματικά και βάλθηκε να μου εξηγήσει:

-          Θυμάσαι Γιάννη εκείνα τα παγωμένα βράδια τον περασμένο χειμώνα που μετρούσαμε τις μέρες μέχρι να καλοκαιριάσει; Που ονειρευόμασταν τις ξανθές ακρογιαλιές, τον καυτό ήλιο να μας ζεσταίνει το πρόσωπο, τις βραδινές παρέες και τις ατέλειωτες κουβέντες δίπλα στη θάλασσα;

           Έγνεψα καταφατικά και περίμενα με ενδιαφέρον να ακούσω τη συνέχεια.

-          Ε, λοιπόν, ήρθε το καλοκαίρι, πέρασε, έφυγε κι εμείς μείναμε με τα όνειρα!

Ένα ελαφρύ δροσερό αεράκι αρμένισε εκείνη τη στιγμή από τη μεριά της θάλασσας, λες και το υγρό στοιχείο με αυτόν τον τρόπο ήθελε να επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό του φίλου μου!

-          Ξέρεις τι σκέφτομαι; συνέχισε. Όλον τον χειμώνα περιμένουμε το καλοκαίρι για να απολαύσουμε τις ομορφιές του κι όταν αυτό έρχεται παρουσιάζονται αίφνης, όλο και περισσότερες δουλειές και ανελαστικές υποχρεώσεις και εκκρεμότητες. Πρέπει να τελειώσουμε το ένα, είναι αναγκαίο το άλλο, να μην αφήσουμε το τρίτο πίσω και ούτω καθ’ εξής. Κι έτσι, από αναβολή σε αναβολή, ακούμε με έκπληξη στο ραδιόφωνο για την φετινή τιμή του πετρελαίου θέρμανσης και συνειδητοποιούμε ότι το καλοκαιράκι… δεν μένει πια εδώ!

-          Έτσι είναι η ζωή Γρηγόρη μου, του είπα, δεν μπορούμε να τα παρατήσουμε όλα. Μήπως το ίδιο δεν γίνεται και με τα όνειρα που κάνουμε στα νιάτα μας κι όταν περάσουν τα χρόνια διαπιστώνουμε ότι η ζωή μας τράβηξε αλλού γι αλλού και δεν μας άφησε να πάρουμε ανάσα;

Για λίγα δευτερόλεπτα επικράτησε σιγή. Στην προκυμαία δεν υπήρχε ψυχή. Η θάλασσα δίπλα μας συνέχιζε με τους μικρούς της παφλασμούς τον αιώνιο διάλογο με τα κράσπεδα του λιμανιού αδιάφορη για τους ανθρώπινους λογαριασμούς!

-          Και ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο; Μίλησε πάλι ο Γρηγόρης σαν να του ήρθε μια αναλαμπή. Ότι καταντήσαμε να θεωρούμε χαμένο τον χρόνο που δεν μας αποφέρει κάποιο κέρδος! Μας έπνιξε ο καταναλωτισμός και η πλεονεξία.

Δεν του απάντησα. Είχε αγγίξει μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της εποχής μας. Αγωνιζόμαστε να αποκτήσουμε όλο και περισσότερα, θυσιάζοντας πράγματα που ενώ δεν αγοράζονται, έχουν τη μεγαλύτερη αξία. Τον ελεύθερο χρόνο, τη συντροφιά, την ξεγνοιασιά, την επαφή με τους ανθρώπους που αγαπάμε.

-          Μακάρι να υπερέβαλα, συνέχισε ο Γρηγόρης. Πες μου πόσες φορές αυτό το καλοκαίρι υποσχεθήκαμε να βρεθούμε όλη η παρέα και πόσες βρεθήκαμε;

           Δεν χρειάστηκε να απαντήσω.

-        Και στο τέλος τι μένει; τον ρώτησα.

-          Στο τέλος του καλοκαιριού μαζεύουμε σε ένα γκρίζο κουτί τα όνειρά μας και ό,τι άλλο δεν προλάβαμε να ζήσουμε, τα δένουμε σφιχτά με την προσμονή της επόμενης άνοιξης και τα φορτώνουμε στην πεινασμένη μας ψυχή!

            Το πλοίο της γραμμής από την Κέρκυρα φάνηκε εκείνη τη στιγμή στον ορίζοντα και άρχισαν να μαζεύονται γύρω μας λογιών – λογιών ταξιδιώτες και ανυπόμονοι γλάροι που αναζητούσαν την τροφή τους.

            Σηκωθήκαμε από το σκουριασμένο παγκάκι και κάναμε να φύγουμε. Ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από τα σύννεφα και η φθινοπωρινή ατμόσφαιρα ήταν υπέροχη με τον τρόπο της και με τη μελαγχολία της. Μια νέα μέρα ήταν όλη μπροστά μας και περίμενε να την απολαύσουμε.

-          Του χρόνου Γρηγόρη είμαι σίγουρος πως θα τα καταφέρουμε καλύτερα, του είπα.

Στάθηκε και με κοίταξε. Είχε τώρα αλλάξει τελείως η διάθεσή του. Φαινόταν χαρούμενος και αισιόδοξος.

-          Του χρόνου; Γιατί του χρόνου; μου είπε θριαμβευτικά! Και τι μας εμποδίζει να αρχίσουμε από τώρα;  Μήπως και ο χειμώνας δεν έχει τις χαρές και την αξία του;

Προχωρήσαμε αμίλητοι αφήνοντας πίσω το λιμάνι. Ίσως αυτή να ήταν η πιο σημαντική κουβέντα που ανταλλάξαμε με τον Γρηγόρη εδώ και χρόνια. Τα καλοκαίρια και οι χαρές δεν χάνονται όταν τελειώσουν. Χάνονται κυρίως όταν παραμελούμε να τα ζήσουμε!     

 

Γιάννης Β. Δεβελέγκας