Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Ο ΛΑΓΟΚΕΦΑΛΟΣ ΚΙ Ο ΑΝΕΓΚΕΦΑΛΟΣ

  

Το περασμένο Σαββατοκύριακο είπα να δραπετεύσω για λίγες ώρες από την καθημερινότητα. Έτσι βρέθηκα σε μια κοντινή παραλία. Δεν είχα δα και τίποτε σπουδαίες φιλοδοξίες ούτε θα αναζητούσα εκεί το νόημα της ζωής κοιτάζοντας το ηλιοβασίλεμα. Ούτε βέβαια και θα επιδίωκα όπως οι στωικοί φιλόσοφοι να αναγνωρίσω τον πραγματικό μου εαυτό! Μια σκιά γύρευα, έναν καφέ στο πλαστικό ποτηράκι και μια ήσυχη κουβέντα με τον φίλο μου τον Γιώργο, παλιό συνάδελφο που τώρα ασχολείται με τη ζωγραφική και τα ψηφιδωτά.

Ο Γιώργος ήταν από εκείνους τους συναδέλφους που αψηφούσαν τις δυσκολίες και διαχειριζόταν με τρομακτική ψυχραιμία όλες τις καταστάσεις. Έτσι λοιπόν παραξενεύτηκα όταν τον βρήκα ανήσυχο. Σχεδόν τρομοκρατημένο!

-          Δεν ξέρω αν πρέπει να μπω στη θάλασσα φέτος, μου είπε!

Τον κοίταξα έκπληκτος.

-          Γιατί βρε Γιώργο; Τι έγινε; Συνέβη κάτι που δεν το ξέρω;

-          Δεν άκουσες για τους λαγοκέφαλους; Έχουν βουίξει τα κανάλια και το διαδίκτυο. Χαμπάρι δεν πήρες; Πάει Γιάννη μου, τις χάνουμε τις θάλασσές μας. Μου φαίνεται πως θα βγάλω φέτος το καλοκαίρι στο χωριό μου στο Συρράκο, θα πάρω τα βουνά! 

Αναρωτήθηκα προς στιγμήν αν αυτός που έστεκε μπροστά μου ήταν ο Γιώργος που πάντα μας έβγαζε ασπροπρόσωπους στα δύσκολα ή κάποιος που του έμοιαζε. Είναι δυνατόν να έχει τρομοκρατηθεί από ένα ψάρι;

-          Έλα τώρα, προσπάθησα να τον καθησυχάσω. Μην κοιτάς τις ειδήσεις σαν να παρακολουθείς πολεμικό ανακοινωθέν. Κάθε καλοκαίρι τα ίδια και τα ίδια ακούμε. Εκτός από το στάνταρ θερμό επεισόδιο που υποτίθεται ότι ετοιμάζει η Τουρκία κάθε καλοκαίρι χωρίς να πάρουν την έγκριση των φίλων μας των Αμερικανών, άλλοτε εφευρίσκουν τους καρχαρίες, άλλοτε τις τσούχτρες και τις μωβ μέδουσες, και άλλοτε πάλι μας προκύπτουν τα λεοντόψαρα και τα γατόψαρα. Φέτος, απ’ ότι φαίνεται, όλη η Ελλάδα κινείται στον αστερισμό του λαγοκέφαλου.

-          Γιάννη, δεν είναι αστείο, μου είπε και με κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια. Έχει δηλητήριο σου λέω. Το άκουσα στις ειδήσεις. Έχει τέσσερα δόντια σαν φαλτσέτες και όπου εμφανίζεται οι άλλοι θαλάσσιοι οργανισμοί μεταναστεύουν. Δάγκωσε και μια ηλικιωμένη γυναίκα που έπαιρνε το μπάνιο της στα ρηχά, μόλις δύο μέτρα από την αμμουδιά. Λένε μάλιστα πως έχει έρθει από αλλού και πολλαπλασιάζεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα. 

Ομολογώ πως τα λόγια του φίλου μου με προβλημάτισαν. Ο λαγοκέφαλος, σκέφτηκα, δεν είναι και το πιο αθώο ψάρι! Έχει κακή φήμη και όχι άδικα. Έχει ισχυρό δηλητήριο, επικίνδυνα δόντια και μεγάλη προσαρμοστικότητα. Όταν αισθανθεί απειλή, φουσκώνει για να δείχνει μεγαλύτερος, σαν να θέλει να πει όπως οι μάγκες του παλιού καλού σινεμά: «Ίσα και σας έφαγα»!

Από την άλλη θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι φουσκώνει μόνον όταν κινδυνεύει, σε αντίθεση με τον άνθρωπο για παράδειγμα, που φουσκώνει όταν τον προσέχουν. Ο άνθρωπος φουσκώνει και κορδώνεται μόλις αποκτήσει λίγη εξουσία, μια καρέκλα, πέντε ακόλουθους στα κοινωνικά δίκτυα ή έναν τίτλο που δεν χωράει στην επαγγελματική του κάρτα…

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, εμφανίστηκε ένας άλλος παλιός επίσης συνάδελφος που συχνάζει σε αυτά τα νερά τα καλοκαίρια! Τον αναγνώρισα από τον μουλωχτό τρόπο που μας πλησίασε. Δεν ήρθε για να μας χαιρετήσει, ήρθε για να βγάλει τον «καλύτερό» του εαυτό!   

-          Για λαγοκέφαλους μιλάτε, έτσι δεν είναι; είπε χωρίς περιστροφές και τράβηξε μια καρέκλα από δίπλα.

-          Ξέρετε τι γίνεται; συνέχισε παίρνοντας μόνος του τον λόγο. Εγώ τα ξέρω αυτά από πρώτο χέρι... Εγώ έχω φίλο τον λιμενικό που κουβάλησε το ουκρανικό ντρόουν στην Λευκάδα και είναι ειδικός σε τέτοια θέματα… Εγώ… Εγώ…

Ο Γιώργος με κοίταξε με νόημα αλλά δεν μίλησε!

-          Οι λαγοκέφαλοι δεν είναι τίποτα μπροστά σε αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, συνέχισε στοχαστικά...

Μας εξήγησε ότι ξέρει καλύτερα από τους ειδικούς τι συμβαίνει στη θάλασσα, ότι οι επιστήμονες υπερβάλλουν, ότι «όλα είναι συμφέροντα», ότι η λύση είναι απλή αλλά «κανείς δεν θέλει να την εφαρμόσει». Το εντυπωσιακό ήταν πως μέσα σε δέκα λεπτά κατάφερε να μιλήσει για ψάρια, πολιτική, οικονομία, υγεία και τηλεόραση. Δεν άφησε παραπονεμένη τη σύνοδο του ΝΑΤΟ, τους πολέμους σε Ουκρανία και ΙΡΑΝ και φυσικά μας έκανε και την απαραίτητη πρόβλεψη για το ποιος θα κατακτήσει φέτος το Μουντιάλ.

Κάποια στιγμή φαίνεται πως αντιλήφθηκε ότι δεν τον παρακολουθούσαμε, πήρε την καρέκλα του υπό μάλης και πλησίασε με θράσος την παραδίπλα παρέα.

-          Αυτός άνθρωπος έχει άποψη για όλα, χωρίς να έχει γνώση για τίποτα, μου είπε ο Γιώργος και μου έδωσε μια πέτρα πάνω στην οποία ζωγράφιζε μερικά λουλουδάκια για όση ώρα ο άλλος φλυαρούσε.

Και τότε πέρασε από τη σκέψη μου, πως, ίσως τελικά τον λαγοκέφαλο τον αδικούμε. Ο λαγοκέφαλος κάνει ζημιά επειδή αυτό είναι η φύση του. Δεν ξυπνάει ένα πρωί και αποφασίζει να ανατινάξει τους γερανούς εξόρυξης λιγνίτη αντί να τους αξιοποιήσει με άλλον τρόπο. Δεν γράφει επικριτικές αναρτήσεις και δεν δικάζει και καταδικάζει στο φέισμπουκ ανθρώπους με θεσμική θέση και με βαρύ βιογραφικό. Επίσης, δεν δίνει συμβουλές επί παντός επιστητού και δεν προσπαθεί να πείσει τους άλλους ότι είναι ο μόνος που κατέχει την αλήθεια.

Ο ανεγκέφαλος άνθρωπος, όμως, έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα σε σχέση με το ψάρι. Έχει τυπικά ανθρώπινο εγκέφαλο. Απλά δεν έχει μελετήσει τις οδηγίες χρήσης του!

Ο λαγοκέφαλος κόβει δίχτυα. Ο ανεγκέφαλος κόβει συζητήσεις. Ο λαγοκέφαλος μπορεί να σου χαλάσει μια ψαριά. Ο ανεγκέφαλος θα σου χαλάσει την παρέα, αν όχι και τη μέρα. Ο πρώτος είναι επικίνδυνος αν τον φας. Ο δεύτερος είναι επικίνδυνος όταν μιλάει.

Και φυσικά, όπως συμβαίνει συνήθως, ο ανεγκέφαλος δεν περιορίζεται στη συζήτηση. Είναι αυτός που αφήνει σκουπίδια στην παραλία και μετά διαμαρτύρεται για την καθαριότητα. Είναι αυτός που παρκάρει όπου τον βολεύει και μετά κατηγορεί τους άλλους για την έλλειψη πολιτισμού. Είναι αυτός που φωνάζει περισσότερο όταν έχει λιγότερα ή και καθόλου επιχειρήματα.

Ο Γιώργος αγνάντευε τη θάλασσα επίσης σκεπτικός.

-          Λοιπόν; τον ρώτησα. Φοβάσαι ακόμα τον λαγοκέφαλο;

Με κοίταξε με νόημα και επιτέλους χαμογέλασε.

-          Να σου πω την αλήθεια; Μετά τη σημερινή εμπειρία, το ψάρι μου φαίνεται σχεδόν συμπαθητικό. Κράτησε την πέτρα με τη ζωγραφιά που σου έδωσα, με τη μούρλια που κυκλοφορεί στον κόσμο, ίσως μια μέρα την μοσχοπουλήσεις!

«Για μένα έχει έτσι κι αλλιώς μεγάλη αξία», του είπα και βούτηξα στη θάλασσα. Αφού όμως πρώτα εξέτασα προσεκτικά την επιφάνεια και τον βυθό, μήπως και ξεπεταχτεί από το πουθενά κανένας τσατισμένος λαγοκέφαλος! 

Καλό καλοκαίρι και καλά μπάνια!  

 Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ

            «Εκείνο το καλοκαίρι η φουκαριάρα η μάνα μου κόντεψε να τρελαθεί από την αγωνία. Είχα να επικοινωνήσω μαζί της για πάνω από ένα μήνα και ήταν έτοιμη να με αναζητήσει μέσω της αστυνομίας ή και μέσω του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού που, προς το τέλος της δεκαετίας του εβδομήντα, διαδραμάτιζε ακόμη σημαντικό ρόλο στις αναζητήσεις συγγενικών και φιλικών προσώπων που τους είχε χωρίσει ο πόλεμος, η φτώχια και η μετανάστευση». 

            Έτσι άρχισε την διήγησή του ο ξένος και βολεύτηκε καλύτερα στην άκρη του διθέσιου καναπέ  του ορεινού ξενώνα που είχε καταλύσει περαστικός από την Ήπειρο. Απέναντί του στη σάλα υποδοχής άλλοι τέσσερις λάτρεις του ορεινού τοπίου, έπιναν παγωμένη λεμονάδα και τον άκουγαν με ενδιαφέρον.

            «Ναι, ήταν καλοκαίρι του 1977, συνέχισε ο ξένος, όταν τον Οδυσσέα, φίλο και συμφοιτητή μου τότε στο δεύτερο έτος του μαθηματικού τμήματος του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, είχα προσφερθεί να τον φιλοξενήσω για μερικές μέρες στο πατρικό μου στην Κατερίνη. Το σπίτι όμως δεν χωρούσε τις νεανικές μας ανησυχίες και αποφασίσαμε τη δεύτερη κιόλας μέρα να διανυκτερεύσουμε σε μια κατασκήνωση στην παραλία του Λιτόχωρου στις υπώρειες του Ολύμπου. Το βράδυ ήταν μαγευτικό δίπλα στη θάλασσα, βρήκαμε ευχάριστη παρέα και ο Οδυσσέας δεν σταμάτησε να χορεύει μπλουζ και σέικ κάτω από τους ήχους του αγαπημένου μας τραγουδιού «Gimme gimme good lovin’» .

Λίγο πριν το χάραμα, τρυπώσαμε στο μισοσκόταδο σε μια σκηνή που βρήκαμε άδεια για να κοιμηθούμε. Ξαφνικά, μετά από λίγο, πριν φέξει ακόμα για τα καλά, πεταχτήκαμε όρθιοι από τη λαχτάρα μας. Η σκηνή ήταν δίπλα σε μια τεράστια ξύλινη εξέδρα και πάνω της έκαναν χειρονομίες και έψελναν εκκλησιαστικούς ύμνους οπαδοί μάλλον κάποιας αίρεσης, όπως αγουροξυπνημένοι εσφαλμένα υποθέσαμε! Το όλο σκηνικό μας φάνηκε ύποπτο! Τα μαζέψαμε σαν κλέφτες και φύγαμε τρέχοντας κι ακόμη τρέχουμε. Μάλλον όμως δεν ήταν κάτι το περίεργο και εμείς αντιδράσαμε υπερβολικά γιατί όπως μάθαμε αργότερα ήταν κατασκήνωση της αγγλικανικής εκκλησίας ή κάτι τέτοιο.

-          Έχω φίλους στη Νικήτη της Χαλκιδικής, μου είπε τότε ο Οδυσσέας, έχει υπέροχες παραλίες και θα περάσουμε τέλεια. Πάμε; Μετρήσαμε τα φραγκοδίφραγκα που είχαμε στις τσέπες και τον ακολούθησα. 

Εκεί μας περίμεναν ο Γιώργος, η Δέσποινα, η Φιλιώ και ο Σμαραγδής που ο πατέρας του είχε καΐκι! Μέρες και νύχτες αξέχαστες, υπέροχες, μαγευτικές, που όμως δεν γίνεται να τις περιγράψω. Όχι γιατί είχαν κάτι το πονηρό, αλλά γιατί κάποια πράγματα δεν χωράνε μέσα σε λέξεις. Πρέπει να τα ζήσεις και όχι να τα ονειρευτείς ή να τα φανταστείς! Καημένη μου μανούλα εκεί που βρίσκεσαι, ούτε στιγμή δεν σκέφτηκα να σου τηλεφωνήσω για να σου πω που βρίσκομαι κι αν είμαι καλά!

Ένα βράδυ, κατά τις τέσσερις τα ξημερώματα, εκεί που καθόμασταν σε μια καφετέρια στο παραλιακό μέρος του χωριού και λέγαμε τα δικά μας, ήρθαν κάποιοι γνωστοί του Σμαραγδή και κάτι συζητούσαν για το Άγιο Όρος. «Είναι ευκαιρία, μας είπε ο Σμαραγδής να πάτε στο Άγιο Όρος. Εμείς εδώ θα είμαστε και θα σας περιμένουμε να γυρίσετε».

Λίγο αργότερα βρεθήκαμε στην καρότσα ενός αγροτικού, ανάμεσα σε κάτι παλιομουσαμάδες να χοροπηδάμε σαν κατσίκια πάνω από τις λακκούβες του σκυρόστρωτου ορεινού δρόμου που οδηγούσε από το δυτική ακτή της Σιθωνίας, στον Όρμο της Παναγιάς και από εκεί στην Ιερισσό και τον Άθω. Επιβιβαστήκαμε σε ένα καράβι που πήγαινε να φορτώσει ξυλεία στο Άγιο Όρος και αποβιβαστήκαμε λαθραία στο λιμάνι της Δάφνης (επίνειο των Καρυών, πρωτεύουσας του Άθω) νωρίς το πρωί, χωρίς να έχουμε επίσημη άδεια από τη διοίκηση του Όρους. Από εκεί και πέρα τα πράγματα εξελίχθησαν με κινηματογραφική ταχύτητα.

Στο λιμάνι επικρατούσε νεκρική σιγή. Κινηθήκαμε τυχαία προς την αριστερή πλευρά του δρόμου που χώριζε τη θάλασσα από τα πέτρινα σπίτια και τα καταστήματα του λιμανιού. Κοντεύαμε να φτάσουμε σε ένα παράπηγμα στο τέλος του δρόμου όταν ακούστηκαν ταυτόχρονα, σαν να σήμανε συναγερμός, να ανοίγουν με παταγώδη θόρυβο τα ξύλινα παλιοκαιρίτικα παντζούρια που έβλεπαν προς τη θάλασσα, και να εμφανίζονται ανδρικά κεφάλια με κολλημένα πάνω τους κάθε λογής κιάλια και τηλεμπάνιστρα! Εκείνη ακριβώς τη στιγμή έδενε σε μια τεράστια πλωτή σημαδούρα γύρω στα πενήντα μέτρα από την ακτή ένα τουριστικό γιωτ, στο κατάστρωμα του οποίου έστεκαν οκτώ με δέκα νεαρές κοπέλες, ελάχιστα έως καθόλου ενδεδυμένες… 

-          Δεν είναι καλόγεροι αυτοί που παρακολουθούν! Είναι λαϊκοί που δουλεύουν στα καταστήματα που πωλούν εφόδια και αναμνηστικά, μας εξήγησε ένας νεαρός αστυνομικός, ίδιας με εμάς περίπου ηλικίας, που μας είχε πλησιάσει τελείως αθόρυβα. Μην ανησυχείτε, συνέχισε, δεν σας κατασκοπεύω, παρέα ψάχνω να μιλήσω σε έναν φυσιολογικό άνθρωπο, είμαι εδώ με την πρώτη μου μετάθεση και κοντεύει να με τρελάνει αυτή η απέραντη γαλήνη και ηρεμία του Όρους. Το τελευταίο εξάμηνο έφτασα δύο φορές στο τσακ να κόψω τις φλέβες μου. Αυτός ο τόπος, όσο όμορφος κι αν είναι, σε σκοτώνει αν δεν τον ζεις με τη θέλησή σου!

Το παράπηγμα ήταν τελικά ένα καφεζυθεστιατόριο της κακιάς ώρας. Επιβεβαίωνε την αίσθηση που είχαμε από την πρώτη στιγμή που πατήσαμε το πόδι μας στο Περιβόλι της Παναγιάς ότι μπήκαμε στη μηχανή του χρόνου και μεταφερθήκαμε στον μεσαίωνα. Στο Όρος δεν υπήρχε ούτε ηλεκτρικό ρεύμα, ούτε τηλέφωνο και φυσικά ούτε δίκτυο υδρεύσεως. Παραγγείλαμε το μόνο φαγητό που είχε. Ψαρόσουπα από γόπες!!! Εκτός από τον νεαρό αστυνομικό μας έκανε παρέα μέχρι να φάμε και ένας καλόγερος που έριχνε δίχτυα στη θάλασσα μέσα από ένα ζεμπίλι οικοδομής, περπατώντας δίπλα στην παραλία. Αρχικά νομίσαμε πως του είχε σαλέψει, αλλά όπως μας εξήγησε ο ίδιος μετά, το βάθος της θάλασσας μπορεί να φτάνει και στα πενήντα μέτρα, μόλις σε λίγα μέτρα από την ακτή.    

Ένας κεντρικός χωμάτινος δρόμος υπήρχε όλος κι όλος, που οδηγούσε στις Καρυές. Και το μόνο όχημα που υπήρχε διαθέσιμο ήταν ένα σαραβαλιασμένο φορτηγό που μετέφερε κορμούς δένδρων. Έτσι λοιπόν για να επισκεφθούμε τα μοναστήρια της δυτικής ακτής, ακολουθήσαμε καλοσυντηρημένα μονοπάτια. Διαμονητήριο ευτυχώς δεν μας ζήτησε κανείς.    

Η φιλοξενία των ελάχιστων και γηραλέων μοναχών εκείνης της εποχής, ήταν παροιμιώδης. Παρακολουθήσαμε τις κατανυκτικές λειτουργίες τους με τους εναλλασσόμενους ρόλους των μοναχών κάτω από το φως των κεριών. Βυζαντινή μυσταγωγία! Αντίκρισαν τα μάτια μας στολές και κειμήλια Βυζαντινών αυτοκρατόρων, απολαύσαμε τη μοναδική φύση και την ατμόσφαιρα του Αγίου Όρους, μιλήσαμε με μοναχούς που ο λόγος η ηρεμία και η σοφία τους μας έκανε να φαινόμαστε μπροστά τους ασήμαντοι. Μιλήσαμε και με έναν Αυστραλό συγγραφέα που είχε έρθει για μια δεύτερη τριετία στο Όρος, προκειμένου να συγγράψει τη συνέχεια ενός μυθιστορήματος που εξελισσόταν σε αυτόν τον Άγιο τόπο και που το πρώτο μέρος του είχε γίνει ήδη μπεστ σέλερ στην πατρίδα του. Μιλούσε άπταιστα την καθαρεύουσα. Τα μεσημέρια τρώγαμε στο εστιατόριο των μοναστηριών και μετά βοηθούσαμε στη κουζίνα και στη λάτρα των κοινόχρηστων χώρων.  

Μια μέρα που είχε αυστηρή νηστεία, μας σέρβιραν νερόβραστες φακές που είχαν μέσα κάτι μικρά φύλλα, σαν αυτά της φακής. Ρώτησα «Τι είναι αυτά τα φυλλαράκια;», αλλά απέφυγαν να μου απαντήσουν και μου έμεινε για πάντα η απορία και η καταπληκτική γεύση τους.  

Πρώτη δεύτερη μέρα όλα ήταν τέλεια και καταπληκτικά. Όμως την Τρίτη μέρα άρχιζαν να μας ζώνουν τα φίδια. Θυμήθηκα τα λόγια του νεαρού αστυνομικού «Κοντεύει να με τρελάνει αυτή η απέραντη γαλήνη και ηρεμία του Όρους» καθώς και την απέραντη θλίψη που θόλωνε το βλέμμα του. Η γαλήνη και η ηρεμία του Όρους δεν είναι για όλους, σκέφτηκα.

Την επομένη έφευγε το φορτηγό που μας έφερε. Κατεβήκαμε τρέχοντας στη Δάφνη,  βοηθήσαμε στο φόρτωμα του καραβιού και πήραμε το δρόμο της επιστροφής, από τον μεσαίωνα στον εικοστό αιώνα, με το καράβι φορτωμένο μεγάλους κορμούς δένδρων καλυμμένους από ένα ασημί πέπλο που δημιουργούσε ένα κοπάδι σαρδέλες που είχε χάσει το δρόμο του κι έπεσε πάνω στο κατάστρωμα!  

Αυτή ήταν και η τελευταία εικόνα από αυτές τις καλοκαιρινές διαδρομές. Όταν το ίδιο βράδυ βρεθήκαμε στη Summer Tiffanys κάτω από τους εκκωφαντικούς ήχους της ντίσκο, θυμήθηκα και τη μανούλα μου… ευτυχώς»! 

-          Πήγες ξανά στο Άγιο Όρος από τότε; ρώτησε με ενδιαφέρον ένας της παρέας του ξενώνα.

-          Πολλές φορές! Μη ξεχνάς πως από τότε μεσολάβησε μια πορεία από τη νεότητα στην ωριμότητα. Τώρα πια αποζητώ την ηρεμία και τη γαλήνια ατμόσφαιρά του όσο τίποτε άλλο στον κόσμο! Απάντησε ο ξένος, και χάιδεψε με ικανοποίηση την κατάλευκη γενειάδα του!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας