Σάββατο 2 Απριλίου 2016

ΜΙΑ ΜΚΟ ΓΙΑ ΤΑ …ΠΑΛΛΟΜΕΝΑ!


            Τον Λουκά, τον συνάντησα για πρώτη φορά στο μεταπτυχιακό. Μάλιστα, για ένα φεγγάρι, έτυχε να συγκατοικήσουμε σε ένα ισόγειο δυάρι στου Ζωγράφου.
            Ένα από εκείνα τα πρωινά, μπήκε φουριόζος στο διαμέρισμα μετά από ξενύχτι, μάζεψε όσες σημειώσεις και επιστημονικά φυλλάδια περιφέρονταν σκονισμένα δεξιά  κι αριστερά, τα καταχώνιασε στα συρτάρια του μεταλλικού του γραφείου, τα κλείδωσε, και ύστερα πέταξε με αποφασιστικότητα το κλειδί σε κάτι θάμνους πίσω στον ακάλυπτο.
-            Τι κάνεις εκεί, τον ρώτησα, τρελάθηκες; Τον άλλο μήνα έχουμε εξετάσεις και τελειώνουμε!
-            Αυτό ακριβώς, μου απάντησε. Τελειώνουμε! Και ύστερα; Λεφτά δεν υπάρχουν κι εγώ δεν έχω γεννηθεί να κάνω τον υπάλληλο! Φεύγω για την Ασία αρχικά κι ύστερα βλέπουμε. Πάρε ότι ψηλά απομείνανε στις τσέπες μου για τα έξοδα του σπιτιού και σου υπόσχομαι πως θα έχεις σύντομα νέα μου!
            Όσο είχατε εσείς νέα από τον Λουκά, άλλο τόσο είχα κι εγώ. Μόνο κάποια στιγμή, ύστερα από χρόνια, έμαθα εντελώς τυχαία από έναν κοινό γνωστό, πως αφού περιπλανήθηκε για καιρό στα βάθη της Ασίας και στη Βόρειο Αφρική, επέστρεψε στην Ελλάδα και έκανε παλαβά λεφτά δημιουργώντας μια αλυσίδα ΜΚΟ!
            Ώσπου, πριν από λίγες μέρες ξαφνικά, χτύπησε το τηλέφωνό μου:
-            Έμαθα πως αυτή την περίοδο είσαι στα Γιάννενα και θα ήθελα να συναντηθούμε γιατί ετοιμάζω κάποιες δουλίτσες με τους μετανάστες που σας φέρνουνε, μου είπε. Και το έκλεισε. Ήταν ο Λουκάς!
            Την επομένη συναντηθήκαμε σε κεντρικό καφέ. Σχεδόν αγέραστος, όλος ενέργεια, τον αναγνώρισα αμέσως αν και κάλυπτε το κάτω μέρος του προσώπου του μία κατάμαυρη γενειάδα ισλαμικού τύπου, προφανώς βαμμένη. Κρατούσε στο χέρι του ένα χαρτί τσαλακωμένο, που μετά τα σχετικά, το ξεδίπλωσε πάνω στο τραπέζι και το σιδέρωσε με το ανάποδο της παλάμης του.
-          Τι είναι αυτή η λίστα; Τον ρώτησα.
-            Ένας κατάλογος με ΜΚΟ, μου είπε με ύφος συνωμοτικό και κοίταξε τριγύρω για να βεβαιωθεί πως δεν μας άκουγε κανένας!
-            Πρόσεξε τώρα, συνέχισε. Από τουρισμό στην Ήπειρο δεν έχετε κάνει προκοπή. Πανηγυρίζατε πέρυσι για τριακόσιες πενήντα χιλιάδες αφίξεις στο αεροδρόμιο του Ακτίου για όλο το χρόνο, όταν στο αντίστοιχο του Ηρακλείου Κρήτης, το νούμερο αυτό το πιάνουνε σε μια βδομάδα του Ιούλη. Επίσης είσαστε περιοχή αραιοκατοικημένη και οι ντόπιοι εδώ καθόλου απαιτητικοί. Ποτέ δεν διεκδικήσατε με πείσμα, ούτε σιδηρόδρομο, ούτε φυσικό αέριο, ούτε αεροδρόμιο στα Γιάννενα, ούτε φροντίσατε τη λίμνη σας που έχει καταντήσει βούρκος. Και τώρα τελευταία μάλιστα, σας πέφτουνε και τα γεφύρια! Όσο για το λιμάνι της Ηγουμενίτσας; Αυτό θα έπρεπε να είχε αναβαθμιστεί αμέσως μόλις έπεσε ο κομουνισμός, όπως το κάνανε οι Ιταλιάνοι στην Τεργέστη.  Εδώ που τα λέμε, και την Εγνατία και τη γέφυρα στο Ρίο που σας έφτιαξαν με είκοσι τόσα χρόνια καθυστέρηση, χάρη σας κάνανε.
-            Έ και λοιπόν; του λέω κάπως ενοχλημένος. Τι θες να πεις;
-            Προβλέπω φίλε μου πως, σε αντίθεση με άλλες περιοχές της Ελλάδας, εσείς έτσι που πάτε θα γεμίσετε με μετανάστες κι έτσι ήρθα εδώ, όπως και άλλοι, για να κάνω μπίζνες. Να σκεφτείς ότι με μερικές μόνο ΜΚΟ που έστησα πριν μια δεκαετία, τσίμπησα τέσσερα εκατομμύρια ευρώπουλα. Έχω μεγάλη προϋπηρεσία. Ιδού και μία λίστα με δικές μου ΜΚΟ που έχω βάλει στα σκαριά!

ΜΚΟ: «Για την κατάργηση της αριστείας», «Για ανοιχτά σύνορα», «Για την αναθεώρηση της ελληνικής Ιστορίας», «Για την κατάργηση του σταυρού απ΄ την ελληνική σημαία», «Για κατάργηση των εθνικών εορτών», «Για μετονομασία των Χριστουγέννων σε Γιορτή του Φωτός», «Για την εμπέδωση της Βελγικής κουλτούρας», « Για μια χαρούμενη gay parade», «Για ταχύρυθμη εκμάθηση της αραβικής γλώσσας», «Για την επαναλειτουργία παλαιών και την κατασκευή νέου τεμένους», «Για το εγκόλπιο του αυτομαστιγώματος», «Για την πάλη ενάντια στην καταπίεση των μουσουλμάνων γυναικών» κ.α.
-          Λουκά σταμάτα απελπίστηκα!
-          Πρέπει να με ακούσεις και να με βοηθήσεις, με το …αζημίωτο φυσικά. Θέλω να βρω εδώ συμπαραστάτες κι έμαθα πως εσύ γνωρίζεις κόσμο! Έχω σπουδαία σχέδια για την Ελλάδα!
-            Η Ελλάδα δεν αντέχει άλλα τέτοια σχέδια Λουκά μου, μπούχτισε. Το μόνο που της έχει απομείνει είναι χρέη. Γι  αυτό λοιπόν, αν θες να βοηθήσεις την Ελλάδα και τους Έλληνες, κάνε μια νέα ΜΚΟ για τα παλλόμενα τα χρέη! Μήπως και μαραθούνε τα παλλόμενα τα χρέη Λουκά μου! Μήπως και μαραθούνε τα … παλλόμενα!



Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

ΜΕΓΑΛΕ …ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙΣ

        
 
         Βολεύεσαι όσο πιο αναπαυτικά γίνεται στην πολυθρόνα που έστησες αντικριστά στο αναμμένο τζάκι. Βάζεις σε mp3 - για λίγη ατμόσφαιρα - να παίζει ο Dylan μοναχός χωρίς τη δυνατή τη νικοτίνη, γιατί την έχει απαγορέψει στο σπίτι η γυναίκα σου, και γεμίζεις την παλάμη σου με το μεταχειρισμένο ip6 που αγόρασες στα μουλωχτά από τον πλανόδιο Πακιστανό της γειτονιάς σου. 
Το σκηνικό στήθηκε!

         Στο βάθος παίζει η …TV. Πλάνα από συνωστισμό μεταναστών στην Ειδομένη. Το κράτος απουσιάζει!

         Τι να κάνουν τα φιλαράκια μου; Αναρωτιέσαι. Μπαίνεις στο facebook και ανεβάζεις τη selfie που έβγαλες το ίδιο μεσημέρι με αγκαλιά το μαλτεζάκι μίας φίλης. Τα μαλτεζάκια είναι γεγονός πως έχουν πέραση, είναι πιασάρικα, είναι και trendy! Τραβάν τα «like» όπως η το αναψυκτικό τα έντομα το καλοκαίρι!

         Περιμένεις ανυπόμονα τα πρώτα «like»! Αργούν! Σε πιάνει δυσφορία!

         Στο βάθος παίζει η …TV. Σκηνές από ξυλοδαρμούς στο λιμάνι του Πειραιά. Το κράτος απουσιάζει!

         Αρχίζεις να μπαίνεις με μανία στα profiles των φίλων σου και να τους κάνεις όσα «like» προλαβαίνεις περισσότερα. Όχι γιατί σου αρέσουν οι επιλογές και οι αναρτήσεις τους, που έτσι κι αλλιώς δεν τις διαβάζεις, αλλά για να τραβήξεις πάνω σου την προσοχή τους, τον θαυμασμό, την επιβράβευσή τους για τη selfie που ανάρτησες. Τώρα αρχίζεις να αγχώνεσαι. Παίρνεις βαθιά ανάσα.

         Στο βάθος παίζει η …TV. Συνθήκες πόνου και χαμού. Εκατοντάδες πτώματα προσφύγων σε παραλία της Λέσβου. Το κράτος απουσιάζει!

         Επιστρέφεις στο profile σου. Ακόμα τίποτε, ούτε ένα like! Εκνευρισμός. Αρχίζει να σου φταίει η πολυθρόνα! Ο
Dylan το χαβά του «The answer my friend is blowin΄ in the wind…». Σε γυροφέρνει η απελπισία.

         Σηκώνεσαι και ρίχνεις ξύλα στη φωτιά. Βάζεις απ΄ το μπουκάλι του ουίσκι μια ρακή, για να στανιάρης. Θρονιάζεσαι γεμάτος προσδοκίες στην πολυθρόνα σου. Εφτά «like» και τέσσερα «ουάου»! Καλά τα πάμε σκέφτεσαι και το ηθικό σου αρχίζει να επανέρχεται αλματωδώς μαζί με την αυτοεκτίμηση. Ο
Dylan συνεχίζει επικριτικός, «the times they are a-changin'».

        
Στο βάθος παίζει η …TV. Οι ροές συνέχεια αυξάνονται. Συστάσεις από την Ύπατη Αρμοστεία, αόριστες και γενικές! Ανέλαβαν οι Μ.Κ.Ο.Το κράτος απουσιάζει!

         Τα «like» πιάσανε την κατοστάρα! …Θρύλε Θεέ μου! Έχεις μέσα σε μισή ώρα τέσσερις κοινοποιήσεις!. …Ολυμπιακέ μου! Μα ποιος είσαι επιτέλους! Μεγάλε …δεν υπάρχεις!

         Στο βάθος παίζει η …TV. Σκηνές ντροπής και εξαθλίωσης. Απελπισμένα γεροντάκια, ώρες και ώρες στην ουρά, εξαντλούν την υπομονή και τις αντοχές τους περιμένοντας για το επίδομα αλληλεγγύης.Το κράτος απουσιάζει!

         Και ξαφνικά, σου πέφτει πάλι η διάθεση. Κλείνεις την TV, βάζεις ξύλα στη φωτιά. Παίρνεις βαθιά ανάσα. Αύριο πρωί πρέπει να πας το SUV για πλύσιμο.

         Επιστρέφεις στο profile σου. Διακόσια πενήντα «like»! Έντονος εκνευρισμός. Αρχίζει να σου φταίει η πολυθρόνα! Το μαλτεζάκι! Τί το ήθελες το μαλτεζάκι να το βάλεις μαζί σου στη φωτογραφία και να σου κλέψει αυτό τη δόξα; Πόσα από τα «like» άραγε να χρωστάς  σ΄ εκείνο το μαλλιαρό το «σφουγγαρόπανο»; Πόσα από αυτά είναι κατά δικά σου;

         Κι ο Dylan τώρα πια σε κοροϊδεύει επαναλαμβάνοντας: Πώς αισθάνεσαι; «Like a Rolling Stone».

         Σε κυριεύει απελπισία. Γεμίζεις το ποτήρι με οινόπνευμα!

         Στο βάθος παίζει η …ζωή. Σκηνές απ την πραγματικότητα. Εσύ απουσιάζεις!
Μεγάλε …δεν υπάρχεις.


Γιάννης Β. Δεβελέγκας

​

Τρίτη 15 Μαρτίου 2016

Ο ΚΕΡΑΜΙΔΟΓΑΤΟΣ ΤΩΝ ΙΛΙΣΙΩΝ

 Μια ουγγρική παροιμία λέει: «Η φτώχεια υποφέρεται πιο εύκολα από τις τύψεις»! Και στην περίπτωσή μου, έχει δίκιο. Για να σας δώσω να καταλάβετε, αυτή την ώρα λιάζομαι αγκαλιά με το αμόρε μου σε μία αμμουδιά της Καραϊβικής και δεν μπορώ να το απολαύσω. Με φάγανε οι τύψεις. Και επειδή, αμαρτία εξομολογουμένη ουκ έστι αμαρτία, αποφάσισα να σας τα πω όλα με το νι και με το σίγμα. Στο κάτω – κάτω της γραφής ποιος είμαι εγώ που θα αντέξω μόνος μου ένα τόσο μεγάλο βάρος στη συνείδησή μου; Ένας απλός κεραμιδόγατος είμαι, που λίγες μέρες πριν, ξόδευα τη ζωή μου φυλακισμένος σε μια «τρύπα» με ηλεκτρονικά συστήματα παρακολούθησης, για πράκτορες της μυστικής και για ντετέκτιβ. 
Πού ζω; Σε ένα απαίσιο παραμάγαζο στα Ιλίσια, κοντά στον Πύργο της Αθήνας.
Το αφεντικό μου, ένας σκοτεινός και περίεργος τύπος όλο νεύρα και παραξενιές, είχε ένα απίστευτο χάρισμα. Κατάφερνε να «ντύσει» με κοριούς, καλώδια, μικρόφωνα και κάμερες ασύρματες υψίστης ακριβείας, ένα μεγάλο διαμέρισμα, μέσα σε τρία μόλις τέταρτα της ώρας. Παντού είχε καρφώσει κάμερες, από τα τζάκια του Μαξίμου μέχρι τις τουαλέτες του Αστέρα Βουλιαγμένης. Ακόμα και σε μένα είχε βάλει μία μικροκάμερα - στρασάκι στο αφτί μου, για να κατασκοπεύει εκεί που τριγυρνάω τα βράδια. Κι εδώ ακριβώς, αρχίζει η δική μου περιπέτεια:
Εκείνο το βράδυ, ξεκίνησα ανέμελα την καθιερωμένη μου βολτίτσα, από την Αμερικανική Πρεσβεία ως το Κολωνάκι, και τούμπαλιν.  
Καθώς περπατούσα, απέναντι ακριβώς απ΄ τη μεγάλη την πρεσβεία, με έπιασε ένα σφίξιμο, μια έντονη επιθυμία να βρεθούμε με το μεγάλο μου αμόρε, την Πούφη. Η Πούφη, είναι μια γκρίζα γάτα των Ιμαλαΐων, χαδιάρα, πανέμορφη κι αριστοκράτισσα, που μένει με την κυρά της, σε ένα πολυτελέστατο διαμέρισμα που βλέπει φάτσα στον Λυκαβητό!
Δεν θα είχε περάσει ούτε δεκάλεπτο από τη στιγμή που η Πουφίτσα μου με άφησε να μπω στην αγκαλιά της και να μεθύσω με το πανάκριβο Caron Poivre της κυράς της, όταν ακούστηκε ένα κλειδί στην πόρτα. «Ποίος να είναι άραγε τέτοιαν ώρα»; Αναρωτήθηκε η Πούφη με γαλλική προφορά. «Η αφεντικίνα μου επήγεν εις τα σκυλάδικα και είναι βέβαιον πως θα αργήσει».   
Δεν πρόλαβε να αποσώσει το μωρό μου την κουβέντα της και μπούκαραν στο διαμέρισμα δύο πανύψηλοι μαντραχαλάδες, ένας κοντός που παρίστανε τον αρχηγό τους και ένας άλλος περίεργος τύπος, που έμοιαζε κάτι ανάμεσα σε σερβιτόρο, μπάρμαν και στρατηγικό σύμβουλο. Εγώ, ίσα που πρόλαβα και κρύφτηκα πίσω από μια βαριά βελούδινη κουρτίνα.
 Οι μαντραχαλάδες έκαναν έλεγχο στους τοίχους, στα πατώματα και στα έπιπλα, μήπως και βρουν κάποιο κοριό που δεν τον είχανε τοποθετήσει οι ίδιοι. Ο κοντός φαινόταν ιδιαίτερα ανήσυχος, κάθισε σε μια πολυθρόνα και περίμενε. Ο σερβιτόρος αντιθέτως ήταν ψύχραιμος, άραξε στον γωνιακό καναπέ και διάβαζε μεγαλοφώνως τα ονόματα των παλιών Διοικητών του Αγίου Όρους!  
Ξαφνικά, ακούστηκε ένα θρασύ, αναιδές και παρατεταμένο χτύπημα στην πόρτα. Ο κοντός πετάχτηκε σαν ελατήριο και άνοιξε. Ένας ηλικιωμένος τύπος καραφλός, με ακριβό κοστούμι, κατακόκκινη γραβάτα και με μάτι όλο κακία και πονηριά, πέρασε μέσα σαν να έμπαινε στο σπίτι του. Κάθισε στο σαλόνι. Ήτανε φανερό πως δεν ερχότανε εδώ για πρώτη φορά. Οι δυο μαντραχαλαίοι  χαιρέτησαν τον νεοφερμένο υποτακτικά και βγήκανε αμέσως έξω. Ο κοντός, χωρίς να ρωτήσει, πήγε στην κουζίνα για να φτιάξει τρία εσπρεσάκια. Τα δύο μέτρια γι αυτόν και για τον σερβιτόρο, και το τρίτο σκέτο για τον επισκέπτη. Ο σερβιτόρος δεν το κούνησε από τη θέση του, ήταν βαθιά συγκεντρωμένος σε ένα παιχνίδι ηγεσίας και στρατηγικής, που έπαιζε στο κινητό του.
Αφού ήπιανε τα εσπρεσάκια τους οι τρεις τους χωρίς να ανταλλάξουνε κουβέντα, ο πονηρός έβαλε το χέρι του κάτω από το …τραπέζι, έπιασε ένα παιχνίδι κάτι σαν Monopoly κι αρχίσανε να παζαρεύουνε την εξουσία, τα λεφτά και τα συμβόλαια. Ο κοντός δεν έδειχνε να κατέχει και πολύ από αυτό το παιχνίδι και κάθε τόσο κοίταζε στα μάτια τον σερβιτόρο-στρατηγικό σύμβουλο, που φαινότανε σ΄ αυτά …μανούλα!
Και πάνω που σκεφτόμουνα πόσο ωραίο ήτανε ετούτο το παιχνίδι που βγαίνουν πάντα όλοι κερδισμένοι, έπεσε πάνω μου το μάτι το ψυχρό του πονηρού και άρχισα ο άμοιρος να τρέμω. «Αυτόν τον γάτο δεν τον έχω ξαναδεί» φωνάζει «Αμέσως πιάστε τον, μας παρακολουθούνε»! Πετάχτηκαν οι τρεις τους, με στριμώξανε μπροστά στην μπαλκονόπορτα κι αρχίσανε να με βαράνε με μανία. Ευτυχώς που η Πούφη, το κορίτσι μου, ενήργησε με αυτοθυσία! Πάτησε με το πόδι της ένα κουμπί που άνοιγε την μπαλκονόπορτα και φύγαμε από εκεί τα δυο, παρέα!    
Τα υπόλοιπα ίσως να τα μαντέψατε αμέσως. Το αφεντικό μου μοσχοπούλησε το βίντεο με το επεισόδιο - που είχε γράψει από την κάμερα στο αφτί μου - σε κάποιες σκοτεινές υπηρεσίες. Φαίνεται πως τα πρόσωπα που συναντήθηκαν κρυφά και συνωμοτικά στο διαμέρισμα ήταν σημαίνοντα και το παιχνίδι στη «Monopoly» βρόμικο, σε μια περίοδο που η Ελλάδα χάνεται κι ο κόσμος υποφέρει. Κι έτσι, για μια φορά ακόμα μια τέτοια η ιστορία θα μείνει στο σκοτάδι. 


Να πως βρεθήκαμε λοιπόν, 
εγώ κι η Πούφη μου πάνω σε μια αιώρα 
κι απολαμβάνουμε πικρά, 
της Καραϊβικής τα πλούσια τα δώρα!

Και τώρα θα μου πείτε: Μα καλά, 
οι άλλοι κάναν τις βρομοδουλειές 
και τα παζάρια κάτω απ΄ το τραπέζι.
 Εσένα έναν γάτο, τι σε μέλει; 
Κι εγώ σας απαντώ ευθέως πως: 
Σε αντίθεση με τους ανθρώπους 
που έχουν πόστα και εξουσία, 
εμείς οι απλοί κεραμιδόγατοι διαθέτουμε 
και ηθική και ευθιξία!  

Γιάννης Β. Δεβελέγκας 

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2016

ΧΤΙΣΜΕΝΑ …ΟΝΕΙΡΑ



          Το μικρό αυτό κείμενο, είναι αφιερωμένο στην ευγενεστάτη ανώνυμη κυρία, που μίλησε τις προάλλες στις ραδιοφωνικές συχνότητες, για να εκδηλώσει τον καημό της και συνάμα το μαράζι της Ελληνίδας μάνας, που δέχτηκε με σφοδρότητα το χτύπημα της μετανάστευσης. Της μετανάστευσης των δικών μας παιδιών, που με τεράστιες θυσίες και με κόπους τα σπουδάσαμε, και μας τα παίρνουν τώρα μακριά οι αποστάσεις:




-             Μαρία, έχεις δίκιο. Θα κρατήσουμε για μας αυτή τη μικρή γκαρσονιερίτσα στο ισόγειο. Καλά είναι να είμαστε κοντά με τα παιδιά μας στα γεράματα και να μην έχουμε ν΄ ανεβοκατεβαίνουμε τα σκαλοπάτια.
                    «Ευτυχώς που βρέθηκαν αυτά τα συνεργεία για το χτίσιμο του σπιτιού. Ο ένας μάστορας καλύτερος από τον άλλον. Τουλάχιστον σ΄ αυτόν τον τομέα στάθηκα τυχερός, γιατί κατά τα άλλα, με μάδησε η εφορία. Άσε που το μεγαλύτερο το μέρος απ΄ το δάνειο ξοδεύτηκε για να καλύψει τα ελλείμματα του ΙΚΑ και όχι για τους εργάτες. Ελλείμματα από τον τζόγο στο χρηματιστήριο κι από τα όξυνα ομόλογα που έπαιζαν διορισμένες διοικήσεις των ταμείων και σκάρτες κυβερνήσεις».
-             Μαστρο-Κώστα, βάλε τα δυνατά σου. Τα μάρμαρα αυτά είναι για το σαλόνι του γιού μου του Λευτέρη στον δεύτερο τον όροφο. Κι εσύ κυρ Νίκο, τα σανίδια με το μαλακό, θα μπούνε στις κρεβατοκάμαρες τις κόρης μου στον πρώτο. Τα πήρα για την Ελενίτσας μας που τώρα είναι στο πανεπιστήμιο. Κι όταν με το καλό τελειώσει και γενεί γιατρίνα, θα μένει εδώ και θα την έχουμε κοντά μας!
……….

-             Μαρία έφυγα! Πάω στην τράπεζα να κάνω μία αίτηση, γιατί μας απειλεί η ίδια η κυβέρνηση πως αν δεν δώσουμε τη δόση για τον ΕΝΦΙΑ, τον φόρο δηλαδή ιδιοκτησίας για το σπίτι που φτιάξαμε για μας και τα παιδιά μας, θα κάνουνε κατάσχεση στη σύνταξη, λες και είμαι εγώ και όχι αυτοί ο λωποδύτης.
                    « Που να το φανταζόμουνα πριν δέκα χρόνια πως θα πάθαινα μια τέτοια νίλα! Τι το ΄θελα αυτό το σπίτι το ρημάδι. Με τσάκισε η εφορία και το δάνειο που πήρα για να το τελειώσω. Και να πεις πως έκανα και τίποτε υπερβολές; Τίποτε το σπουδαίο! Μια τυπική κατασκευή για τα παιδιά μας. Έτσι μάθαμε από τους γονείς μας έτσι κάναμε κι εμείς. Ένα κεραμίδι πάνω απ΄ το κεφάλι μας. Αυτό ήταν τ΄ όνειρό μας. Γι αυτό κοπιάσαμε, δουλέψαμε σκληρά κι εγώ και η γυναίκα μου η Μαρία, για να το φτιάξουμε και για να έχουν κάτι τα παιδιά μας στο ξεκίνημα».
-             Κύριε Αργυρόπουλε το ξέρω, καταλαβαίνω πως η τράπεζα είναι υποχρεωμένη να εφαρμόζει την νομοθεσία, αλλά σας ικετεύω σα γονιός να κάνετε κομμάτι υπομονή για λίγες μέρες, ώσπου να εισπράξω κάτι λεφτουδάκια από δικούς μου οφειλέτες.
………..

-             Και τι το θέλαμε το σπίτι βρε Μαρία. Βραχνάς μεγάλος είχε γίνει! Το πήρε η τράπεζα και ησυχάσαμε. Μου έφυγε ένα μεγάλο βάρος, μια αγκούσα! Ειλικρινά σου λέω λευτερώθηκα! Έτσι κι αλλιώς μείναμε μόνοι. Έφυγε το αγόρι μας για το Λονδίνο για δουλειά και τώρα φεύγει και η Ελενίτσα! Καλά να είναι τα παιδιά μας θα μου πεις και θα το δεις πως κάποια μέρα θα γυρίσουν κι όλα θα γίνουνε με μιας όπως τα σχεδιάσαμε οι δυο μας. Έλα τώρα, πάμε να ρίξουμε μια τελευταία ματιά στο σπιτικό μας, γιατί από αύριο θα μπούνε ξένοι ιδιοκτήτες και θα αλλάξουνε τις κλειδαριές από τις πόρτες.
                    «Να το σαλόνι του Λευτέρη με το γυαλιστερό το μάρμαρο. Δύο φορές το ξήλωσε ο καψερός ο μαστρο-Κώστας για να το φτιάξει όπως το ήθελα. Να και οι κρεβατοκάμαρες οι παιδικές της Ελενίτσας, που ετοίμασα για τα δικά μας εγγονάκια. Πόσες και πόσες ώρες δεν εξόδεψα εδώ μαζί με τους εργάτες, ανάμεσα σε τούτα τα ντουβάρια; Κι όταν εκείνοι σχόλαγαν κι έμενα μόνος, έπιανα εκείνη τη γωνιά κι έκανα όνειρα και γέμιζε φωνές και μουσική και γέλια το γιαπί μου, καθώς σουρούπωνε και έσβηνε σιγά – σιγά ο ήλιος».
-             Πάμε Μαρία. Όποιοι κι αν έρθουν αύριο να πάρουνε το σπίτι, ποτέ τους δεν θα γίνουνε πραγματικοί ιδιοκτήτες. Φιλοξενούμενοι θα μείνουν, επισκέπτες, ανάμεσα σε τοίχους που χτιστήκανε με όνειρα δικά μας και με ελπίδες μιας ολάκερης ζωής!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας




Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

ΟΤΑΝ ΚΟΙΤΑΣ ΑΠΟ... ΨΗΛΑ

«Η  πολυθρόνα του πρωθυπουργικού αεροσκάφους είναι κατά κάποιον τρόπο πολύ ερωτική. Έτσι που μου αγκαλιάζει το κορμί… Θα πούλαγα και την ψυχή μου στον διάβολο για να μη την αποχωριστώ ποτέ»!
-          Νικόλα, τροχοδρόμησε το αεροπλάνο;
-            Εδώ και πέντε λεπτά σύντροφε πρωθυπουργέ! Βρισκόμαστε ήδη στα δέκα χιλιάδες πόδια πάνω από τη θάλασσα και ούτε που το καταλάβαμε!
            «Θαυμάσια η ιδέα του υπουργού προπαγάνδας, να κάνουμε σήμερα μια βόλτα με το πρωθυπουργικό αεροσκάφος. Κουράστηκα πολύ τις τελευταίες μέρες με τις παράλογες απαιτήσεις της εργατιάς, τα βαρετά υπουργικά συμβούλια και τους διαγωνισμούς για τα κανάλια. Έχασα και πολλές ώρες στα εντατικά μαθήματα των Αγγλικών, της Ιστορίας και της Γεωγραφίας που τα είχα αμελήσει στο σχολείο και τώρα να που μου χρειάστηκαν».   
-            Νικόλα, ποιοι είναι αυτοί που περπατάνε πάνω στην σιδηροδρομική γραμμή;
-            Είναι οι πρόσφυγες από τη Συρία σύντροφε πρωθυπουργέ και κάτι άλλοι εν δυνάμει ψηφοφόροι μας, από το Μαρόκο, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το ΙΡΑΚ και άλλες εβδομήντα χώρες, που μετά από μεγάλη περιπέτεια, έξοδα και πνιγμούς, φτάσανε ως εδώ, αλλά προτιμούν να πάνε στην κεντρική και τη βόρια Ευρώπη.
-            Γιατί να πάνε εκεί Νικόλα; Εδώ δεν είναι καλά;
            «Βρε που την κατάντησε τη χώρα η επάρατη δεξιά που κυβέρνησε τόσα χρόνια. Ούτε οι αδελφοί μας Ασιάτες και Αφρικανοί δεν θέλουν πια να εγκατασταθούνε στη Ελλάδα».
-            Νικόλα, πολύ θόρυβο κάνουν στα πίσω καθίσματα οι δημοσιογράφοι που μας ακολουθούν. Πες τους να προσέχουν τι λένε γιατί θα μειώσω τις άδειες για τα κανάλια και θα …ψάχνονται.
            «Τώρα αυτό το νησί από κάτω ποιο να είναι άραγε; Η Λέσβος ή η Μυτιλήνη; Η Σαντορίνη ή η Θήρα; Άσε καλύτερα να μη ρωτήσω και κάνω πάλι καμιά γκάφα. Κάτι περίεργοι τύποι στα πίσω καθίσματα, περιμένουν πως και πως να πετάξω καμιά κοτσάνα για να με κάνουν ρόμπα. Θα λένε πάλι πως ολόκληρος πρωθυπουργός και Γενικός Διαχειριστής Ελληνικών Υποθέσεων με τη βούλα των δανειστών, δεν ξέρει από γεωγραφία, από ιστορία και από δίκαιο της θάλασσας. Αν είναι δυνατόν»!
-            Νικόλα, σε εκείνα τα νησιά, πως και έχουνε συνωστισμό; Είμαστε σε τουριστική περίοδο;
-            Όχι σύντροφε πρωθυπουργέ, δεν είναι τουρίστες. Είναι τυπικοί και παράτυποι μετανάστες που έρχονται από την απέναντι ακτή, από τη Σμύρνη.
-            Τι λες! Το ΄χει ο τόπος φαίνεται εδώ πέρα, να συνωστίζονται οι άνθρωποι!
            «Δεν ξέρω τι λένε οι άλλοι που παριστάνουν τον ξερόλα, αλλά εγώ επιμένω πως η θάλασσα δεν έχει σύνορα! Τόση ώρα πετάμε πάνω από το Αιγαίο και πουθενά δεν είδαμε συρματοπλέγματα. Απορώ που τα βλέπει ο Νταγίπ»!
-            Νικόλα, γιατί δεν σταθήκαμε στη Ρόδο για καφέ όπως μου είχες υποσχεθεί;
-         Δεν το εγκρίνανε οι Τούρκοι σύντροφε! Αλλά δεν υπάρχει πρόβλημα, αυτή τη φορά έχουμε έτοιμο το παράλληλο πρόγραμμα! Γυρνάμε από Κάιρο!
 «Ας είναι! Τελικά η πολυθρόνα του πρωθυπουργικού αεροσκάφους είναι κατά κάποιον τρόπο πολύ ερωτική. Έτσι που μου αγκαλιάζει το κορμί… Θα πούλαγα και την ψυχή μου στον διάβολο για να μη την αποχωριστώ ποτέ»!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

ΕΛΛΑΔΑ ΜΑΝΑ


Πενήντα χρόνια είχαν περάσει κιόλας από τότε που ο κυρ Μιχάλης πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στην προβλήτα του λιμανιού της Αδελαΐδας, στη μακρινή Αυστραλία. Δεν είχε προλάβει να διπλώσει στα τέσσερα το απολυτήριο που πήρε από τον Ελληνικό Στρατό, όταν τον κάλεσε η μεγάλη του αδελφή που ήταν παντρεμένη εκεί, να πάει να τη δει για μερικές βδομάδες. Που να το φανταζόταν τότε ο εικοσάχρονος Μιχάλης, πως του έμελλε να μείνει εκεί για πάντα.
   Παντρεύτηκε και έκανε δική του οικογένεια στην Αυστραλία και ούτε που θα ξαναγυρνούσε στην πατρίδα αν δεν έπαιρνε εκείνο το γράμμα από έναν Δικηγόρο της Αθήνας που του ζητούσε πληροφορίες για μια υπόθεση κληρονομιάς. Τότε ήτανε που θέριεψε και πάλι μέσα του, μετά από τόσα χρόνια, η επιθυμία να γυρίσει πίσω. Πόθησε να δει ξανά τον τόπο και το σπίτι που μεγάλωσε και έκανε εκεί τα πρώτα του όνειρα.  
 Και να τος τώρα εδώ στο πατρικό του στην Ελλάδα, να στέκεται ολομόναχος ανάμεσα σε αναμνήσεις μακρινές και μικροπράγματα αγαπημένα, απείραχτα στην ίδια θέση όπως τα είχε αφήσει η μακαρίτισσα η μάνα του. Ένα δάκρυ γλίστρησε πάνω στο τσακισμένο από το χρόνο και τις αγκούσες της ξενιτιάς πρόσωπο του κυρ Μιχάλη… «Το σπίτι μας ρήμαξε, το πελέκησε η ερημιά».
Έσκυψε και σήκωσε από το σκονισμένο πάτωμα μια ασπρόμαυρη παλιοκαιρίτικη φωτογραφία, θαμπή από την υγρασία και την εγκατάλειψη. Τη γέμισε με χνώτο και την έτριψε απαλά πάνω στο μανίκι του ώσπου καθάρισε τελείως και ζωντάνεψε μέσα στο άσπρο της το πλαίσιο η πρώτη μέρα του στο εργαστήρι του Χατζηκυριάκου, του αργυροχρυσοχόου. Ήτανε αυτός, παιδί ακόμα, μαζί με τον πατέρα του και τον μάστορα τον ξακουστό, όρθιοι ανάμεσα στα βαθιά ξύλινα ράφια του εργαστηρίου, που ήταν γεμάτα με αριστουργήματα παραδοσιακά, γιαννιώτικα. Ήταν εκείνη η μέρα που τον άρπαξε ο πατέρας του από το χέρι, πρωί πριν πάει στο σχολείο και του το ξέκοψε ορθά κοφτά, πως δεν μπορούσε πια να τον σπουδάζει και πως θα έπρεπε να μάθει μία τέχνη.  Έμαθε γρήγορα την τεχνική του νιέλλο ο Μιχάλης και πριν ακόμα πάει φαντάρος, άρχισε με επιμέλεια και φαντασία να δημιουργεί δικά του έργα, χαράζοντας το μέταλλο με απίστευτο ταλέντο και ευχέρεια.
Και όταν μετά το στρατιωτικό ταξίδεψε στην Αυστραλία, ήρθε και τον συνάντησε η μοίρα! Καθώς μια μέρα βάδιζε αμέριμνος στους δρόμους της Αδελαΐδας, στάθηκε εμπρός σε μια βιτρίνα με έργα τέχνης λαϊκά, με διαφορετική από αυτή που γνώριζε τεχνοτροπία. Του άρεσαν, κι έτσι ανήσυχος που ήταν, πετάχτηκε απέναντι στα χαρτικά, αγόρασε ένα μπλοκ ζωγραφικής κι ένα μολύβι μαλακό και βάλθηκε να αντιγράφει τα σχέδια και τα εκθέματα απ τη βιτρίνα.
Σαν τον επήρε χαμπάρι ο Αυστραλός ο μαγαζάτορας, βγήκε έξω και τον ρώτησε όλος περιέργεια. «Αυτή είναι η δουλειά μου, του απάντησε ο Μιχάλης, μπορώ κι εγώ να φτιάξω τέτοια στην Ελλάδα». Ο Αυστραλός δεν έχασε την ευκαιρία και του ζήτησε να μπει στο εργαστήρι του και να του φτιάξει κάτι από την τέχνη τη δική του, την ελληνική.
Η εξέλιξη ήταν ραγδαία! Ο Αυστραλός ενθουσιάστηκε από τη δουλειά του Μιχάλη κι έτσι του πρότεινε συνεργασία. Τα έργα που έφτιαχνε το Ελληνόπουλο είχαν μεγάλη απήχηση στους ξένους και αγαπήθηκαν πολύ. Πολύ αγαπηθήκανε και ο Μιχάλης με την Λίνα, τη μονάκριβη κόρη του νέου του αφεντικού κι έτσι σε λίγους μήνες ο Αυστραλός, τον έκανε γαμπρό και συνεταίρο.   
Προχώρησε προσεκτικά ο κυρ Μιχάλης τώρα πάνω στο σανίδι και τράβηξε προς τη μεριά του παραθύρου που έβλεπε στο στενοσόκακο. Τίποτε δεν είχε αλλάξει τόσα χρόνια σε τούτη εδώ τη γειτονιά που είχε προσφάτως χαρακτηρισθεί παραδοσιακή και τα παλιά της σπίτια διατηρητέα. Στο περβάζι ήταν ακόμα έντονα αποτυπωμένο το ίχνος της γλάστρας με την ορχιδέα που φρόντιζε η μάνα του τα απογεύματα, χειμώνα καλοκαίρι. «Το λουλούδι της μεγαλοπρέπειας» έλεγε με καμάρι η μακαρίτισσα.  Όλοι οι ξένοι που περνούσανε από αυτό το καλντερίμι στεκόντουσαν συνεπαρμένοι, για να φωτογραφήσουνε ή και για να ζωγραφίσουνε το παραθύρι αυτό, κι αυτή την πήλινη τη γλάστρα, την αγαπημένη.
Στιγμή δεν έχασε ο κυρ Μιχάλης! Πετάχτηκε απέναντι στα χαρτικά κι αγόρασε ένα μπλοκ ζωγραφικής κι ένα μολύβι μαλακό. Ύστερα, κάθισε απέναντι από το σπίτι σ΄ ένα πεζούλι, και βάλθηκε να σχεδιάζει την κάθε αμυχή, την κάθε του πληγή που έφερε πάνω του αυτός ο τοίχος. Και το μακρόστενο παράθυρο και τη γλαστρούλα με την ορχιδέα και τη μάνα! Ναι και τη μάνα! Αυτή τη μάνα που μεγάλωσε πέντε παιδιά και της τα πήρε η ξενιτιά γιατί δεν είχε να τα θρέψει!
«Μάνα, ψιθύρισε ο κυρ Μιχάλης, μητέρα των αποικιών, των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, παγκόσμια μάνα. Μάνα της τέχνης, του πολιτισμού και της σοφίας, που δεν μπορείς στην αγκαλιά σου να κρατήσεις τα παιδιά σου. Για σένα Ελλάδα μάνα θα σκαλίσω πριν πεθάνω το πιο μεγάλο μου έργο, το πιο σπουδαίο μου επίτευγμα και θα σε πάρω εκεί, μαζί, στην ξενιτιά. Να μη σε ξαναχάσω»!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Υ.Γ.: Αυτή είναι η ιστορία του Μιχάλη, ενός εικοσάχρονου Ελληνόπουλου που ακολούθησε το μακρινό μονοπάτι που του χάραξε η μοίρα, από τα Γιάννενα ως την Αδελαΐδα.
Όταν τον συνάντησα, πολλά χρόνια μετά τον ξενιτεμό του στην Αυστραλία, να στέκεται συγκινημένος απέναντι από το πατρικό του σπίτι στην οδό Ζαλοκώστα, διαπίστωσα από τα λεγόμενά του ότι γι αυτόν οι έννοιες Μάνα, Πατρίδα, Σπιτικό, ήταν ταυτόσημες.


Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

ΠΟΥ ΛΕΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ…


-            Που λες Δημητράκη, κάποτε βρέθηκα να σουλατσάρω στην Ουάσινγκτον. Κάποια στιγμή χρειάστηκε να περάσω από μία διάβαση πεζών. Εκείνη την ώρα δεν είχε καθόλου κίνηση ο δρόμος και χωρίς να δώσω τόση σημασία, πέρασα δίπλα από τη διάβαση, τριάντα με σαράντα πόνους μόνο. Ο φίλος μου ο Αμερικανός που με συνόδευε τρελάθηκε, με τράβηξε με δύναμη από το μανίκι. «Έμπα αμέσως μέσα στη διάβαση, μου λέει. Δεν βλέπεις απέναντι τον τροχονόμο;». Παραξενεύτηκα! «Κοίταξε φίλε μου, μου κάνει. Μόλις που σε γλύτωσα από τριάντα δολάρια πρόστιμο γιατί πατούσες έξω από τη διαγράμμιση. Εμείς εδώ στις ΗΠΑ δίνουμε μεγάλη σημασία στην ακρίβεια όταν πρόκειται για την τήρηση των νόμων. Έτσι μαθαίνουμε από παιδιά να τους σεβόμαστε»!
-            Μπαμπά γιατί ενώ εμείς πηγαίνουμε με το αυτοκίνητό μας κανονικά απ τη λωρίδα μας, εκείνο το ΙΧ μας προσπερνάει παράνομα απ΄ τη λωρίδα που είναι μόνο για λεωφορεία;
-            Μιαν άλλη φορά, όταν έκανα βόλτα στο κέντρο του Άμστερνταμ με τη μαμά σου, ίσα που πάτησα με το παπούτσι μου μέσα σε έναν ποδηλατόδρομο. Ούτε που το κατάλαβα από πού ξεφύτρωσε εκείνος ο αστυνομικός! «Κύριε κάνατε παράβαση, μου λέει. Θα πληρώσετε πρόστιμο, ορίστε και η κλήση». «Μα σας παρακαλώ καπετάνιε μου, του λέω, λυπηθείτε με. Είμαι ξένος από την Ελλάδα και δεν το ήξερα! Εξάλλου βρέχει και δεν κυκλοφορούν ποδήλατα αυτή την ώρα». «Αυτό δεν έχει καμία σημασία κύριε, μου απαντά εκείνος. Εδώ στην Ολλανδία, είμαστε πολύ σχολαστικοί σε ότι αφορά στην τήρηση των νόμων. Έτσι μαθαίνουμε από μικροί να τους σεβόμαστε».
-            Μπαμπά κοίτα! Κι άλλα αυτοκίνητα χρησιμοποιούν τη λεωφορειολωρίδα χωρίς να νοιάζεται κανένας. Λέω να πάμε κι εμείς από εκεί, γιατί ούτε μεθαύριο δεν θα περάσουμε εκείνο το φανάρι!
-            Σε ένα ταξίδι μου στο Τόκιο Δημήτρη, χρειάστηκε να νοικιάσω ένα μικρό αυτοκινητάκι. Όταν το πάρκαρα ένα απόγευμα σε μία θέση στάθμευσης, με πλησίασε ένας υπάλληλος της δημοτικής αστυνομίας και μου έδωσε μια κλήση. «Λυπάμαι κύριε αλλά παρανομήσατε, μου λέει. Το αυτοκίνητό σας δεν το παρκάρατε σωστά και προεξέχει απ΄ το πίσω μέρος. Αν πληρώσετε το πρόστιμό σας τώρα είναι μονάχα 1200 γιεν, ειδάλλως το ποσό διπλασιάζεται»!
-            Μπαμπά κοίτα! Κι ένα περιπολικό της αστυνομίας περνάει παράνομα μαζί με τα άλλα ΙΧ και δε μιλάει σε κανέναν.
-            Κάποτε στο Μόναχο Δημήτρη, είπα να πιω ένα καφεδάκι με την παρεούλα μου σε μία κυριλάτη καφετέρια. Άραξα την Αουντάρα μου καβάλα στο αντίκρυ πεζοδρόμιο για να τη βλέπω και να τη θαυμάζουν λιγουλάκι και οι φίλοι μου. Δεν είχα προλάβει να ρουφήξω μια γουλιά από το φρεντοτσίνο μου και τσουφ, το τσάκωσε ο γερανός στην ψύχρα. Παραξενεύτηκα! «Κύριε είστε παράνομος, μου μίλησε απότομα ο οδηγός του γερανού με τη στολάρα του». «Σας παρακαλώ στρατηγέ μου, του λέω, λυπηθείτε με, είμαι από την Ελλάδα και δεν το ήξερα. Εμείς οι Έλληνες σας δώσαμε τα φώτα του πολιτισμού και τη δημοκρατία, μια χάρη δεν μπορείτε να μου κάνετε;». «Λυπάμαι κύριε, μου είπε εκείνος πάλι βλοσυρά, αλλά δεν έχω το δικαίωμα να κάνω χάρες. Αυτή τη στιγμή πληρώνομαι από τον γερμανικό λαό για τις υπηρεσίες μου. Ορίστε και η κλήση σας. Από αύριο το πρωί, μπορείτε να πληρώσετε 250 € και να πάρετε το αυτοκίνητό σας από το πάρκιν της τροχαίας.
-            Μπαμπά κοίτα, ένα κυβερνητικό αυτοκίνητο πολυτελείας προσπερνάει από την λεωφορειολωρίδα και κορνάρει οργισμένα τους υπόλοιπους παράνομους οδηγούς που είναι μπροστά και του κόβουνε τον δρόμο!
-            Λυπάμαι γιε μου που αντικρίζουμε όλη ετούτη την κατάσταση, αλλά είναι αλήθεια πως στη χώρα μας υπάρχει έλλειμμα παιδείας. Κι όταν βλέπεις τους περισσότερους να πειθαρχούμε στους κανόνες και στους νόμους, αυτό συμβαίνει γιατί υπάρχει το φιλότιμο! Είναι μια λέξη - το φιλότιμο - που μόνο στην ελληνική τη γλώσσα υπάρχει και σε καμιά άλλη στον κόσμο. Το φιλότιμο είναι η λεβεντιά και το καμάρι μας. Είναι αυτό που μας σπρώχνει για να κάνουμε πάντα το σωστό! Είναι η μόνη αιτία που στέκεται ακόμη όρθια αυτή η χώρα!
-            Μπαμπά γιατί εδώ στην Ελλάδα, το κράτος είναι μπάχαλο, ανοργάνωτο και πουθενά δεν γίνεται κανένας έλεγχος; Για να εκπαιδευόμαστε στην αναρχία; Αυτοί που κυβερνάνε δεν ενδιαφέρονται; Φιλότιμο δεν έχουνε καθόλου;
-            Που λες Δημητράκη… κάποτε σ αυτόν εδώ τον τόπο… ζούσαν κάποιοι πολύ σπουδαίοι άνθρωποι…

Γιάννης Β. Δεβελέγκας