ΘΕΑΤΡΟ
ΕΜΜΕΤΡΟ ΣΑΤΙΡΙΚΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΔΕΒΕΛΕΓΚΑ
ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΕΜΜΕΤΡΟ ΣΑΤΙΡΙΚΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΔΕΒΕΛΕΓΚΑ
ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Πάει χάλασε ο κόσμος… Τρέχει σε
λάθος κατεύθυνση!
Τις
προάλλες, συναντήθηκα με έναν καλό μου φίλο, ψυχολόγο-ψυχοθεραπευτή, τον
Αγαμέμνονα!
-
Γιάννη, να περάσεις μια μέρα από το
ιατρείο να τα πούμε, μου είπε με έναν παράξενο τόνο στη φωνή του και με κοίταξε
ερευνητικά βαθιά μέσα στα μάτια.
Του υποσχέθηκα
πως θα πέρναγα από εκεί την ίδια Παρασκευή, με τη σκέψη ότι θα βγαίναμε στη
συνέχεια σε μια κοντινή μπυραρία για ποτό και κουβεντούλα, όπως συνηθίζαμε
παλιά στην προ κορονοϊού εποχή.
Έτσι κι έγινε.
-
Γιάννη, κάθισε σ’ εκείνη την αναπαυτική πολυθρόνα
μέχρι να αποσώσω μια δουλίτσα, μου συνέστησε με ύφος άκρως επαγγελματικό όταν
τον επσικέφτηκα στο ιατρείο του, και πες μου εν΄ τω μεταξύ κάτι περίεργο που
σου συνέβη τελευταία, κάτι που θα ‘θελες να κουβεντιάσουμε.
-
Τι να σου πω βρε Μένιο, του αντιγύρισα.
Πολλά συμβαίνουν τελευταία γύρω μας. Ο κόσμος έχει τρελαθεί! Να, τώρα που
ερχόμουνα με το μετρό, συνέβη κάτι που με προβλημάτισε ιδιαίτερα! Φοβήθηκα μη
φάω ξύλο από έναν εγωπαθή! Που λες, στη στάση Αλέκος Παναγούλης της γραμμής δύο
του «Αττικό Μετρό», περίμεναν όρθιοι στην αποβάθρα, ένας τύπος γύρω στα σαράντα-σαράντα
πέντε και δίπλα του ένα παιδάκι που θα ‘ταν δε θα ‘ταν δέκα χρονών, μάλλον ο
γιος του. Εγώ τους έβλεπα από μέσα. Η πόρτα του συρμού σταμάτησε ακριβώς
μπροστά τους, ο 45ρης σήκωσε ψηλά τα μανίκια από το εμπριμέ μακό μπλουζάκι - που εφάρμοζε απόλυτα
στο καλογυμνασμένο του κορμί - και θαύμασε αυτάρεσκα το είδωλό του στο παράθυρο
του συρμού που καθρέφτιζε. Αφού βεβαιώθηκε απόλυτα ότι το τατουάζ με το πρόσωπο
της Μαντόνα - όπως ήταν στα νιάτα της πριν τις αλλεπάλληλες πλαστικές
επεμβάσεις – φαινόταν ολόκληρο στο μπράτσο του, γύρισε και είπε στο 9χρονο που εν
τω μεταξύ τον κοίταζε ανήσυχα, φοβούμενος μήπως και φύγει ο συρμός προτού προλάβουνε να
μπούνε μέσα.
«Μπαίνουμε», είπε τελικά
εκείνος επιτακτικά.
Δύο
και κάτι δέκατα του δευτερολέπτου πριν πιάσει η πόρτα τη φτέρνα του πανάκριβου Under Armour αθλητικού του παπουτσιού, ο
45χρονος έκανε την αυτοκρατορική του είσοδο στο βαγόνι ακολουθώντας τον μικρό! Ακούμπησε
την πλάτη του στην απέναντι πόρτα και κοίταξε τριγύρω για να βεβαιωθεί ότι όλα τα
βλέμματα των επιβατών ήταν στραμμένα πάνω του.
Ο
Μένιος παράτησε τα έγγραφα που είχε μπροστά στο γραφείο του, πήρε ένα μπλοκ κι
ένα στυλό και κάθισε απέναντί μου, σε μια παρόμοια και εξίσου αναπαυτική πολυθρόνα!
-
Πολύ ενδιαφέροντα όσα ακούω, μου είπε
ψυχρά. Κάθισε όμως πιο βαθιά στην πολυθρόνα σου!
- Παρότι
η ώρα ήταν σχετικά περασμένη, συνέχισα, οι επιβάτες μέσα στα βαγόνια ήταν αρκετοί.
Ελάχιστοι ωστόσο από αυτούς έδωσαν την… πρέπουσα σημασία στην επιβλητική είσοδο
των πρωταγωνιστών μας. Οι περισσότεροι, ψαχούλευαν μέσα στα «πανέξυπνα» κινητά
τους κάτι να βρουν, αλλά και όσοι πάλι δεν κρατούσαν κινητό στα χέρια έδειχναν
περισσότερο αδιάφοροι, απ’ ότι κατά κανόνα είναι οι άνθρωποι των μεγαλουπόλεων.
Ο μόνος ίσως που παρακολουθούσε το όλον σκηνικό, ήμουν εγώ.
-
Μάλιστα! Με διέκοψε ο φίλος μου. Κάθισε
όμως πιο βαθιά στην πολυθρόνα σου!
-
Αυτή λοιπόν η αδιαφορία του κόσμου, που
λες Μένιο, φαίνεται πως δεν άρεσε καθόλου στον 45χρονο που βάλθηκε με τη βροντώδη
φωνή του να δίνει οδηγίες ασφάλειας και καλής συμπεριφοράς στον μικρό του γιο: «Να
φοράς πάντα τη μάσκα σου, όχι γιατί είναι υποχρεωτικό, αλλά για να
προστατεύεσαι από τους άρρωστους που μπαινοβγαίνουν εδώ μέσα. Μη σε ξαναδώ να
πίνεις αναψυκτικά γιατί θα γίνεις παχύσαρκος και δε θα μοιάσεις του μπαμπά σου.
Τώρα που θα πάμε στο γυμναστήριο για να κάνεις σωματάρα, μην σε ακούσω
κακομοίρη μου να διαμαρτυρηθείς πάλι στην γυμνάστρια που σ’ έχει αναλάβει,
γιατί είναι και γνωστή της μάνας σου και θα μας σχολιάσει….». Αυτά κι άλλα
πολλά έλεγε και όλο κοίταζε δεξιά αριστερά να δει αν τον προσέχουν και αν
παρατηρούν το διογκωμένο φλεβικό σύστημα που κάλυπτε τα κενά από τις δερματοστιξίες
στα χέρια του! Αλλά και πάλι, απ’ ότι φαίνεται, ο μόνος που τον πρόσεχε ήμουν
εγώ!
-
Πολύ ωραία τα λες, με διέκοψε ο φίλος
μου και κάτι σημείωσε στο μπλοκάκι του. Όλα αυτά λοιπόν εσένα σου φανήκανε
παράξενα, έτσι δεν είναι; Κάθισε όμως πιο βαθιά στην πολυθρόνα σου!
-
Ο γιος του στο μεταξύ, συνέχισα, χωρίς
να κρατιέται από κάποιον ορθοστάτη, κυριολεκτικά ακροβατώντας σε κάθε απότομή
κίνηση του συρμού, μιας και δεν έφτανε ούτε τις χειρολαβές για να πιαστεί, είχε
βγάλει από την τσέπη του το κινητό τηλέφωνο και πάλευε να δαμάσει το σκορ
κάποιου βιντεοπαιχνιδιού. Τότε κι εγώ δεν άντεξα και του είπα: «Δεν λες άνθρωπέ
μου στο γιο σου να κρατηθεί από κάπου; Θα πατήσει ο οδηγός κανένα φρένο και θα
τον ψάχνουμε τρία βαγόνια παρακάτω». Αυτό ήταν, όλοι όσοι ήταν μέσα στο βαγόνι
γύρισαν και κοίταξαν τον μποντιμπίλντερ περιμένοντας προφανώς να του ανέβει το
αίμα στο κεφάλι, να ανάψει κανένας καβγάς και να φάω της χρονιάς μου. Αυτός, όμως,
όλως περιέργως, μόνο που δεν με
ευχαρίστησε που κατάφερα και έστρεψα τα βλέμματα επάνω του. Πήρε το γιο του από
το χέρι και κάτι ψιθύρισε φεύγοντας στη Μαντόνα που στόλιζε περήφανη το μπράτσο
του. Δόξα σοι ο Θεός… τη γλύτωσα, σκέφτηκα! Δεν θα ξαναμιλήσω!
-
Γιάννη, έχεις αναρωτηθεί τώρα τελευταία
αν έχεις αποκοπεί τελείως από την κοινωνία; Σου πέρασε ποτέ από το μυαλό φίλε
μου ότι μετά από δυόμισι χρόνια εγκλεισμό με τις «συμβουλές» των κορονολοιμωξιολόγων
της TV,
έχασες την επαφή με το περιβάλλον και ότι ζεις σε μια παράλληλη εικονική πραγματικότητα;
Αυτά όλα που περιέγραψες είναι σήμερα απολύτως φυσιολογικά, κακώς τον
χαρακτήρισες τον άνθρωπο εγωπαθή. Εσύ, ήσουν μέσα στο μετρό το ξένο σώμα και
ίσως χρειαστείς… κάποια βοήθεια!
-
Αγαπητέ μου Μένιο, τον διέκοψα, πολύ μοντέρνες
και ωραίες οι απόψεις σου! Κάθισε όμως πιο βαθιά στην πολυθρόνα σου…
Πάει, ο κόσμος σίγουρα
τρελάθηκε!
Γιάννης
Β. Δεβελέγκας
Η
Μήση, ήδη τριανταπεντάρα, ελεύθερη και καλοδιατηρημένη, πήρε από το συρτάρι της
κουζίνας της δυο τρεις σακούλες για τις ακαθαρσίες της σκυλίτσας της, τη
χάιδεψε τρυφερά κάτω από το σαγόνι, της χαμογέλασε, τη φίλησε στο στόμα και της
είπε επιτακτικά καθώς της πέρναγε το ροζαλί λουράκι στο λαιμό:
-
Βερόνικα, ήρθε η ώρα για την
απογευματινή μας βόλτα. Να είσαι ένα φρόνιμο κορίτσι!
Η Βερόνικα, ένα ξανθοκόκκινο
καθαρόαιμο γαλλικό γκριφόν, κούνησε την
ουρά της!
Ο ήλιος της μεγαλούπολης
ήδη είχε ακολουθήσει εδώ και ώρα την κατιούσα προς τη δύση του και τρεμόπαιζε θλιμμένα
πίσω από κάτι σκόρπια λευκά συννεφάκια που είχαν ακουμπήσει τεμπέλικα πάνω
στον ορίζοντα. Η Μήση, έκρυψε τα πανέμορφα καταπράσινα μάτια της πίσω από τα
πανάκριβα σκουρόχρωμα Prada
γυαλιά
της, και κατευθύνθηκαν οι δυο τους χαρούμενες
κι ευτυχισμένες, προς το πάρκο της πλατείας «Ηρώων Πολυτεχνείου»!
Η μέρα από το
πρωί, είχε φερθεί πολύ φιλικά μαζί της! Αφενός μετά από μια βδομάδα καθυστέρηση
της είχε έρθει επιτέλους η περίοδος, και το σπουδαιότερο, βρήκε αμέσως θέση και
έκλεισε ραντεβού στο κομμωτήριο του Άραμη για την ερχόμενη Παρασκευή. Αυτό κι
αν δεν ήτανε επιτυχία, αν αναλογιστεί κανείς πως για να σε δεχθεί ο Άραμις για
ένα κοντό κουπ, έπρεπε να πάρεις τηλέφωνο δύο τουλάχιστον εβδομάδες νωρίτερα.
Το μόνο που ανησυχούσε
τη Μήση αυτή την περίοδο, ήταν οι συχνές ληστείες που γινόντουσαν στα σπίτια
γύρω από τη γειτονιά της.
-
Αυτή
η αστυνομία επιτέλους δεν κάνει τίποτε για να τους πιάσει, μουρμούρισε, καθώς στάθηκε
στη ρίζα ενός δένδρου του πεζοδρομίου για να πάει η Βερόνικα προς νερού της!
Οι στάσεις της Βερόνικα στις ρίζες των δένδρων και στις
κολόνες της ΔΕΗ, εκνεύριζαν αφάνταστα τη Μήση, γιατί, όπως έλεγε στις φίλες της
τα βράδια που βγαίνανε στα μπαράκια για ποτό, έχανε το ρυθμό της και
απορυθμιζόταν το ηλεκτρονικό ρολόι του χεριού, που μέτραγε τα βήματα και τις θερμίδες
της!
-
Μα που είναι ο Ζορό; αναρωτήθηκε ανήσυχη η Μήση καθώς έφτασε στην
είσοδο του πάρκου. Θα έπρεπε να είναι εδώ αυτή την ώρα! Θα τον περιμένω, έτσι
κι αλλιώς δεν έχω άλλη επιλογή.
Όσο περίμενε τον Ζορό, παρατηρούσε τα ζευγάρια που μπαινόβγαιναν
χεράκι -χεράκι από και προς το πάρκο!
-
Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις πλέον ποιο
είναι το φύλο τους, σκέφτηκε! Ποιο ρόλο έχει ο ένας και ποιο ο άλλος μέσα σε
κάθε σχέση ερωτική! Επιτέλους γκρεμίστηκαν τα στερεότυπα και η κοινωνία μας προόδευσε!
Η
ώρα περνούσε απελπιστικά γρήγορα και ο Ζορό δεν έλεγε να σκάσει μύτη. Έβαλε το
χέρι στην τσέπη της ζακέτας για να βεβαιωθεί ότι ήταν εκεί το μάτσο με
τα χαρτονομίσματα που είχε σηκώσει κάτω από το στρώμα της πριν φύγει από το
σπίτι! Είχε αμελήσει την περασμένη
εβδομάδα να προμηθευτεί «χόρτο» και σήμερα το είχε τόσο πολύ ανάγκη!
Χάιδεψε
τα χαρτονομίσματα με τον αντίχειρα. «Μαύρα τα παίρνει ο Ζορό το βαποράκι μου, είπε από μέσα της, μαύρα τα παίρνω κι εγώ από τους
πελάτες μου! Μόνο τα κορόιδα δηλώνουν σ’ αυτή τη χώρα εισοδήματα στην εφορία! Φαντάσου
να τα δήλωνα! Ούτε επίδομα για βενζίνα θα έπαιρνα για να κυκλοφοράω τσάμπα,
ούτε θέρμανση θα είχα το χειμώνα, ούτε διακοπές θα έκανα με τον κοινωνικό
τουρισμό στην Αίγινα και στη Λευκάδα!
Ένα
δυνατό τράνταγμα στο λουράκι της Βερόνικα διέκοψε εκείνη τη στιγμή τις σκέψεις
της. Κοίταζε γύρω. Το βαποράκι ήταν άφαντος!
Και
τότε πρόσεξε το καροτσάκι που το έσπρωχνε μια νεαρή γυναίκα. Κοιτούσε το μωράκι
της μέσα στο καροτσάκι και έδειχνε πολύ ευτυχισμένη. Το πρόσωπό της έλαμπε! Δίπλα
της περπατούσε ο άντρας της, ίδιας περίπου ηλικίας, και κρατούσε από το χέρι
του ένα λιγάκι μεγαλύτερο αγόρι.
-
Θεέ και κύριε! της ξέφυγε της Μήση! Πήρε
στην αγκαλιά της το σκυλάκι της και έφυγε ενοχλημένη για το σπίτι.
…….
Λίγο αργότερα ακούστηκε
να λέει στο τηλέφωνο!
-
Που να στα λέω Τέτη μου! Είδα στο δρόμο
σήμερα εκεί που περίμενα το Ζορό, μια κακόμοιρη γυναίκα παντρεμένη! Δίπλα είχε
τον άντρα της που κράταγε ένα παιδί κι αυτή να σπρώχνει η ταλαίπωρη ένα
καροτσάκι μ’ ένα μωρό που όλη την ώρα έσκουζε! Κακοντυμένη, κακοχτενισμένη κυκλοφορούσε
σαν ζητιάνα η δύστυχη.
-
Και το χειρότερο δεν σου το είπα φιλενάδα, θα
έχει πάνω από δυο χρόνια η καημενούλα να φτιάξει τα νύχια της. Κι αυτός ο χάχας δίπλα της, την
κοίταζε στα μάτια! Είναι για λύπηση ο άνθρωπος!
-
Ναι, σου λέω Τέτη μου. Κυκλοφορούν
ανάμεσά μας!
-
Σε κλείνω τώρα Τέτη, γιατί χτυπάει το
κουδούνι. Θα είναι ο ντιλίβερος με το κινέζικο. Και είναι ένας παίδαρος, που να
στα λέω! Σ΄ αφήνω τώρα! Γεια, γεια, γεια. Πολλά φιλάκια, γεια!
Γιάννης
Β. Δεβελέγκας
Υ.Γ.:
Βασισμένο σε πραγματικό γεγονός.
Ο Τιμολέων ή Τιμ ή Λέων ή Λεώ, ήταν
ανήσυχος! Από το πρωί δεν είχε πατήσει ψυχή στο ζαχαροπλαστείο του και ευρώ στο ταμείο του, ενώ είχε
ακόμη απλήρωτο το νοίκι, το ρεύμα, το κινητό, και επιπλέον τους διακανονισμούς
των δόσεων από παλιές χρεώσεις της εφορίας, του ΕΝΦΙΑ και του ασφαλιστικού του
ταμείου!
Δε βαριέσαι, έλεγε κάθε τόσο στον εαυτό του, υπάρχουν και χειρότερα. Τουλάχιστον
οι πελάτες που μπαίνουν στο δικό μου μαγαζί όλο και κάτι θα ψωνίσουν, ενώ στου
Τάκη δίπλα το υποδηματοπωλείο και στου Σάκη παραδίπλα το εμπορικό με τα υφάσματα, μπαίνουν
κάτι πελάτισσες που τους φέρνουν στα όρια νευρικής κρίσης! Κατεβάζουν όλα τα
ράφια, φοράνε δεκάδες ζευγάρια παπούτσια, χαϊδεύουν όλα τα τόπια με τα υφάσματα
και στο τέλος λένε αντίο, χωρίς ν’ αγγίξουνε το πορτοφόλι τους!
Αυτές τις σκέψεις έκανε ο Τιμολέοντας,
όταν ακριβώς μπροστά από το μαγαζί του πέρασε η κυρία Χαρίκλεια, ο φόβος και ο
τρόμος της αγοράς. Η κυρία Χαρίκλεια ήταν ικανή να μπει δέκα φορές σε μια
βδομάδα στο κατάστημα με τα υφάσματα και άλλες τόσες στο υποδηματοπωλείο, να
φορέσει όλα τα ζευγάρια ακόμα και εκείνα που δεν ήταν στο νούμερό της και να
φύγει αφήνοντας πίσω της ένα ξερό «Θα ξαναπεράσω»!
Έτρεξε
γρήγορα στην είσοδο του ζαχαροπλαστείου ο Τιμ, για να εντοπίσει χαιρέκακα «ποιανού
τυχερού συναδέλφου του την πόρτα θα χτυπήσει»! Και τότε τον έλουσε κρύος
ιδρώτας! Ένας κόμπος του στάθηκε στο λαιμό! Η κυρία Χαρίκλεια έκανε μερικά
βήματα μπροστά και μετά έκανε απότομα μεταβολή και μπήκε στο ζαχαροπλαστείο!
-
Καλημέρα
Τιμολέοντα, τον χαιρέτησε ανέκφραστα. Ξέρεις την άλλη εβδομάδα παντρεύω τον γιο μου και υποσχέθηκα
στο ζευγάρι να τους κάνω δώρο την τούρτα του γάμου. Θα ήθελα να μου δείξεις
μερικές για να διαλέξω!
-
Ξέρετε,
κυρία Χαρίκλεια, μπορώ να σας δείξω μόνο σε φωτογραφίες για να πάρετε έτσι μία
ιδέα και να αποφασίσετε ποια σας αρέσει περισσότερο.
-
Δεν
χρειάζομαι τις φωτογραφίες, του είπε εκείνη παγερά, έχω πάει σε χιλιάδες γάμους
και ξέρω με κάθε λεπτομέρεια τι θέλω. Δεν θα σε κουράσω καθόλου! Για αρχή θέλω
να μου δείξεις μια πάστα στα εξήντα γραμμάρια, μία στα εκατό και μία στα εκατόν
πενήντα για να διαλέξω το μέγεθος.
Ο Λέων τις έδειξε
αυτές που είχε στη βιτρίνα του ψυγείου.
-
Όχι
έτσι, του είπε εκείνη αυστηρά! Θέλω να τις βγάλεις από το ψυγείο να τις βάλεις
σε πιατάκια και δίπλα να βάλεις και τα κουταλάκια του γλυκού, για να δω πως θα
φαίνονται στους καλεσμένους μας!
Ο Λέων πήρε μια
βαθιά ανάσα και υπάκουσε χαμογελώντας φιλικά.
-
Και
δε μου λες βρε Τιμολέοντα, μέχρι πόσους ορόφους μπορείς να μου φτιάξεις;
Μπορείς να βάλεις και κανένα όροφο στα ψεύτικα;
Ο Λέων
ανασκουμπώθηκε!
-
Τι
θα πρότεινες για την τάδε διάμετρο; Ή μήπως για καλύτερα τη δείνα; Συνέχισε απτόητη
η κυρία Χαρίκλεια!
Ο Λέων κατάπιε ένα βρυχηθμό που
του έφτασε ως τους κοπτήρες, αλλά συγκρατήθηκε και δεν μίλησε!
-
Και
πού είσαι; Θέλω και μαργαρίτες Ολλανδίας ή μάλλον καλύτερα Βελγίου που είναι
πιο φανταχτερές! Κι εκείνα τα ροζ και τα σομόν λουλούδια. Άσε καλύτερα τα σομόν
δεν τα θέλω, θα φαίνεται σαν τούρτα σολομού. Τα φούξια θα ταιριάξουν πιο καλά με
τη σοκολάτα!
Ο Λέοντας, έταξε
στον Άγιο Ελευθέριο μία λαμπάδα ως το μπόι του, αν τελικά το γλύτωνε το έμφραγμα!
Για να μην μακρηγορώ,
ύστερα από μιάμιση ώρα και κάτι, η περιπέτεια του Τιμολέοντα έλαβε τέλος και μάλιστα
αίσιο. Έκλεισε η παραγγελία με μια γενναία έκπτωση, καθορίστηκε η παράδοση να
γίνει τη μέρα του γάμου λίγο μετά το Μυστήριο για να είναι φρέσκια η τούρτα, όπως
και τα υπόλοιπα κομμάτια των εκατόν πενήντα γραμμαρίων που θα τη συνόδευαν. Έδωσε
αμέσως ο Λέων την παραγγελία στο εργαστήριο, σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό
του και κάθισε να πάρει μια ανάσα!
Τη μέρα του
γάμου - και αφού εν τω μεταξύ δεν είχε συμβεί τίποτε άλλο συνταρακτικό στη ζωή του Λέοντα πέρα από
την ψηφοφορία για την ονομασία του ΠΑΣΟΚ – πήρε το κλειστό φορτηγάκι του και πήγε
στο εργαστήριο να πάρει την τούρτα.
Και τότε συνέβη κάτι
το απερίγραπτο! Άνοιξε το ψυγείο και τι να δει! Η τούρτα δεν υπήρχε! Μέσα στα
ράφια του ψυγείου υπήρχε κάποια άλλη η οποία όμως ήταν τελείως διαφορετική, καμία
σχέση με αυτή που είχε παραγγείλει η κυρία Χαρίκλεια!
Τι να κάνει τώρα
ο φουκαράς ο Τιμολέοντας, παίρνει αμέσως στο κινητό τον υπεύθυνο του
εργαστηρίου.
-
Έλα
βρε Κώστα! Πού στο καλό είναι η τούρτα της Χαρίκλειας; Εδώ έχει μια άλλη, σκέτη
κρέμα!
-
Το
ξέρω βρε Λέοντα, συγνώμη, εγώ την πήρα κατά λάθος, αλλά το κατάλαβα τώρα που
έφτασα στη Πάργα και δεν προλαβαίνω με τίποτα να γυρίσω πριν το χορό. Βολέψου με
την άλλη! Έχει και λίγα περισσότερα κομμάτια.
Τι να κάνει ο
φουκαράς ο Τιμολέοντας, πήγε την άλλη τούρτα στο κέντρο που θα γινόταν το
γλέντι, την άφησε στον υπεύθυνο του κέντρου, απενεργοποίησε το κινητό του, έφυγε
τρέχοντας από την πίσω πόρτα, κι έκανε αυτή τη φορά, άλλα δύο τάματα! Ένα στον
Άγιο Σώστη κι ένα στον Άγιο Παντελεήμονα!
Την άλλη μέρα το
πρωί, μπουκάρει στο ζαχαροπλαστείο η κυρία Χαρίκλεια με τα χέρια στην ανάταση!
Ο Λέων έχασε το χρώμα του.
-
Τιμολέοντα,
έλα να σε αγκαλιάσω, του είπε εκείνη γεμάτη ενθουσιασμό! Η τούρτα μας είχε απίστευτη
επιτυχία!
Ο Λέοντας
αναρωτήθηκε μήπως τον δούλευε η πελάτισσά του ή μήπως της είχε σαλέψει το μυαλό για τα καλά.
-
Το
παραδέχτηκαν οι άπαντες και οι απαξάπαντες, συνέχισε απτόητη εκείνη, τέτοια
τούρτα γάμου δεν ξαναματάγινε! Όλοι μου δώσανε συγχαρητήρια!
Έβγαλε μετά το
πορτοφόλι της, τον πλήρωσε, του άφησε και πενήντα ευρώ πουρμπουάρ και έφυγε μεσ’
στην τρελή χαρά!
Εκείνη τη στιγμή,
έσκασαν μύτη από δίπλα ο Τάκης και ο Σάκης, που είχαν πληροφορηθεί εν τω μεταξύ
τα καθέκαστα και κοίταξαν τον Τιμολέοντα με απορία!
Ο Τιμολέων ή Τιμ
ή Λέων ή Λεώ, ήτανε απροσδόκητα χαρούμενος!
-
Παιδιά,
θα σας τα πω αργότερα τα νέα, τους είπε βιαστικά εκείνος, τώρα τρέχω να εκπληρώσω κάτι κατεπείγουσες
υποχρεώσεις! Όχι δεν θα πάω στην εφορία, ούτε στον πάροχο του ρεύματος να τ’ ακουμπήσω!
Στον Αϊ- Λευτέρη, στον Αϊ- Σώστη και στον Άγιο Παντελεήμονα θα πάω! Που μ’
έσωσαν απ’ τη χρεοκοπία κι από τα νύχια της Χαρίκλειας!
Γιάννης
Β. Δεβελέγκας
«Καημένε Μπάμπη, δεν είναι για την ηλικία μας οι βουτιές στη θάλασσα Απρίλη μήνα»! Του έλεγαν οι φίλοι του…
Η κυρά Νιόβη, ανασηκώθηκε νωχελικά
και κοίταξε μέσα στο μισοσκόταδο το ξυπνητήρι. Ωραία, σκέφτηκε κι έγειρε πάλι στο
κρεβάτι για να απολαύσει για μερικά ακόμη λεπτά τη ζεστασιά των σκεπασμάτων και
την ηδονή του πρωινού ύπνου!
Παρότι
είχε βγει στη σύνταξη εδώ και κάμποσα χρόνια, δεν είχε εγκαταλείψει τη συνήθεια
να βάζει το ξυπνητήρι αποβραδίς, να ξυπνάει πάντα λίγα λεπτά πριν αυτό
κουδουνίσει και να χουζουρεύει ώσπου να ξεκινήσει η μέρα.
-
«Περίεργες συνήθειες έχεις καημένη μου», της είχε
πει μια γειτόνισσα. «Και
καλά τότε που δούλευες στο λογιστήριο της βιομηχανίας ζυμαρικών και σε έτρωγε
το άγχος. Είχες κι από πάνω την έγνοια να φτιάξεις πρωινό, να ετοιμάσεις την
κορούλα σου για το σχολείο και όλες τις σκοτούρες του σπιτιού! Είχες να φροντίζεις
κι εκείνον τον αχαΐρευτο τον άντρα σου! Τώρα; Τώρα τι λόγο έχεις να ξυπνάς απ’ τ’
άγρια χαράματα καλή μου»;
……….
Η κυρά Νιόβη, δεν ήταν από τις
τυχερές γυναίκες της ζωής! Γρήγορα μετά το γάμο ο άντρας της εκδήλωσε το πάθος
του στον τζόγο και στο πιοτό. Και σαν μα μην έφταναν όλα αυτά, ένα εργατικό
ατύχημα τον είχε καθηλώσει στο αναπηρικό καρότσι για κάμποσα χρόνια, μέχρι που
το αλκοόλ του έφαγε τα σωθικά και τον έστειλε στους Ουρανούς!
Ως μόνη της παρηγοριά, είχε τη μονάκριβη κορούλα της τη Θάλεια, που κι αυτή
όμως είχε να τη δει πολλά χρόνια. Από εκείνη τη μέρα που έφυγε για τη Γερμανία μήπως
και βρει καλύτερες συνθήκες εργασίας μετά την κατάρρευση της οικονομίας στην
Ελλάδα! Εκεί, όμως, αντί για «μέλλον» βρήκε εκείνον τον γερμαναρά με το
σκουλαρίκι και τα τατουάζ, που την ξελόγιασε και την πήρε μαζί του σε ένα χωριό
κοντά στο παγωμένο Αμβούργο. Όσο κι αν προσπάθησε η κυρά Νιόβη να την μεταπείσει
δεν τα κατάφερε και ήρθανε σε ρήξη. Ούτε τηλέφωνο για τη γιορτή της δεν την
παίρνει πια η κόρη της. Aποξενώθηκαν τελείως.
Ανάθεμα τους ανεπρόκοπους πολιτικούς
που καταστρέψανε τη χώρα. Δέκα ολόκληρα χρόνια μιζέρια και ανατροπές! Όχι
βέβαια πως την ένοιαζε πολύ για την κόρη της, που στο κάτω - κάτω της γραφής
έκανε τις επιλογές της, αλλά για εκείνο το έρμο το κοριτσάκι της, την εγγονή της!
Τι της φταίει εκείνο το κακόμοιρο να μεγαλώνει στα ξένα χωρίς το χάδι, τη
φροντίδα και τα παραμύθια της γιαγιάς; Με τι ήθη και τι έθιμα να μεγαλώνει
άραγε η Φωτεινούλα, που τώρα θα πλησίαζε τα δέκα;
…….
-
«Παραμονή
πρωτοχρονιάς! Ας απολαύσω σήμερα τη μοναξιά μου», είπε η κυρά Νιόβη
αποφασιστικά κι έδωσε μια γερή στο ξυπνητήρι. «Κάποιοι εκεί έξω με χρειάζονται…»!
Δραστήρια και ανήσυχη
καθώς ήταν η κυρά Νιόβη, είχε δώσει νόημα και χαρά στη ζωή της με δημιουργικές
δραστηριότητες, φτιάχνοντας με πηλό διάφορα αγαλματίδια με ήρωες της
επανάστασης του εικοσιένα, και προσφέροντας βοήθεια - όσο το επέτρεπαν τα
οικονομικά της - σε ανθρώπους που η μοίρα τους είχε τσακίσει τα όνειρα.
«Στην προσφορά, στην
καλοσύνη και στην ελπίδα κρύβεται η ομορφιά της ζωής», έλεγε και ξανάλεγε καθώς
γέμιζε έναν μεγάλο σάκο με τις συσκευασίες που είχε ετοιμάσει από την
προηγουμένη. Τρόφιμα, μικρούς Άι-Βασίληδες και διάφορα άλλα δωράκια, κυρίως για
μικρά παιδιά!
Λίγο μετά, σαν τον Άι-Βασίλη,
φορτωμένη με τον σάκο στην πλάτη, πήρε το αστικό και κατέβηκε στο κέντρο της
πόλης. Μοίρασε δώρα στους άστεγους που βρέθηκαν στο δρόμο της, χάρισε παιχνίδια
σε παιδάκια που είχαν βγει για τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς και γέμισε με τροφή
και νερό τα δοχεία που είχαν τοποθετηθεί για τα αδέσποτα. Όταν ο σάκος άδειασε τελείως,
η ίδια είχε γεμίσει ευτυχία!
«Τώρα μου αξίζει μια
βόλτα στις βιτρίνες και στα μαγαζιά», είπε και άρχισε την περιπλάνηση στους
στολισμένους δρόμους.
Ήταν όλα τόσο χαρούμενα
και γιορτινά! Κι όμως, κατά βάθος όσο περνούσε η ώρα κάτι από μέσα της την
έτρωγε. Κάτι απροσδιόριστο ροκάνιζε της ευτυχία που της είχε χαρίσει η προφορά και
η χαρά που είχε απλόχερα μοιράσει.
« Αν ήτανε εδώ η εγγονούλα
μου η Φωτεινούλα…»!
Με αυτή τη σκέψη έφτασε
μπροστά στο μεγάλο εμπορικό κέντρο. Στην είσοδο έπεσε πάνω σε έναν μεγαλόσωμο άγιο
Βασίλη που υποδεχόταν τα παιδιά με σοκολάτες και ζαχαρωτά, φορώντας την επιβλητική κατακόκκινη στολή του και χαϊδεύοντας
την τεράστια κατάλευκη γενειάδα του! Ήτανε σαν αληθινός! Εκείνος σα να κατάλαβε
τις σκέψεις της, χαμογέλασε και της έγνεψε με μια μικρή υπόκλιση του κεφαλιού
του χωρίς όμως να πει κουβέντα. «Χο! Χο! Χο!», και να οι σοκολάτες και πάρτε
παιδάκια μου μπαλόνια!
«Αχ και να ήτανε εδώ η εγγονούλα
μου η Φωτεινή…»!
Συνεπαρμένη από τις
παιδικές φωνές, τις χριστουγεννιάτικες μελωδίες και τις πολύχρωμες βιτρίνες, ούτε
που κατάλαβε η Κυρά Νιόβη πως πέρασε η ώρα! Άρχισε να σκοτεινιάζει έξω από το
εμπορικό κέντρο κι ο κόσμος όλο και αραίωνε. «Ήρθε η ώρα να γυρίσω σπίτι»
σκέφτηκε, «Ίσα που προλαβαίνω το λεωφορείο».
Όταν λίγο μετά κατέβηκε
από το λεωφορείο, σήκωσε το γιακά από το πανωφόρι της και πήρε το δρόμο για το σπίτι.
Το κρύο είχε ήδη γίνει τσουχτερό και το χιόνι που έπεφτε άσπριζε σιγά σιγά την
άδεια από κόσμο πλατεία! Και τότε, ξαφνικά, εμφανίστηκε μπροστά της ο
επιβλητικός εκείνος Άι-Βασίλης του εμπορικού κέντρου!
-
Σε περίμενα για την παραγγελία, της είπε αυτός και
της έδωσε έναν φάκελο! Αυτό το δώρο είναι για σένα!
-
Δώρο για μένα; απόρησε η κυρά Νιόβη και άνοιξε τον
φάκελο.
-
Είναι ένα αεροπορικό εισιτήριο στο όνομά σου για
το Αμβούργο, με ανοιχτή ημερομηνία, απάντησε εκείνος!
-
Μοιάζει με ένα πολύ κακόγουστο αστείο, είπε η Νιόβη
με καχυποψία και έκανε να γυρίσει πίσω τον φάκελο. Είναι αργά για μένα πια να
παίρνω τέτοια δώρα. Πάνε πολλές δεκαετίες από τότε που έγραψα το τελευταίο γράμμα
μου στον Άι-Βασίλη για να ζητήσω κάτι!
-
«Ποτέ δεν παίρνω γράμμα και παραγγελίες από μεγάλους
κυρά Νιόβη», απάντησε εκείνος χαμογελώντας με νόημα και χάθηκε μέσ’ στις νιφάδες του
χιονιού το ίδιο ξαφνικά όπως πριν λίγο εμφανίστηκε!
-
«Ποτέ δεν
παίρνω γράμματα από μεγάλους»! επανέλαβε η κυρά Νιόβη φέρνοντας τον φάκελο στο μέρος της καρδιάς της και ένα δάκρυ χαράς και ευτυχίας κύλισε ανάλαφρα στο πρόσωπό της.
Γιάννης Β. Δεβελέγκας