Ο
ήλιος είχε δρόμο ακόμη να διανύσει μέχρι να στείλει το άγιο του φως πάνω από τον
κακοτράχαλο ορεινό όγκο που σκέπαζε το αποκομμένο από το κύριο οδικό δίκτυο
χωριό της Πίνδου.
Την
ίδια ώρα, δύο άνδρες του ελληνικού στρατού σκαρφάλωναν αγκομαχώντας προς το
χωριό, μέσα από ένα στενό μονοπάτι. Έσερναν με κόπο τέσσερις τεράστιες
μπομπίνες με διπολικό τηλεφωνικό καλώδιο.
Οι
οδηγίες που είχε πάρει λίγο νωρίτερα από τον διοικητή του Τάγματος ο νεαρός
ανθυπολοχαγός Διαβιβάσεων, στο πλαίσιο των πολεμικών επιχειρήσεων στα υψώματα
Γράμμου – Βίτσι, ήταν σαφείς : Οι δυνάμεις
του εχθρού υποχωρούν ατάκτως. Πάρε μαζί σου το απαραίτητο υλικό και έναν λοχία για
βοηθό, που να ξέρει όμως καλά τα κατατόπια, και ξεκινήστε αμέσως. Με το πρώτο
φως της ημέρας, να έχει αποκατασταθεί η επικοινωνία των προφυλακών με την έδρα
του Τάγματος. Αν παρατηρήσετε κάτι περίεργο στην διαδρομή, να επικοινωνήσετε
αμέσως μαζί μου.
Ξαφνικά,
ο λοχίας κοντοστάθηκε και κράτησε από το μανίκι τον προπορευόμενο αξιωματικό.
«Κάτι δεν μου αρέσει, είπε νευρικά. Από όλες τις καμινάδες των σπιτιών βγαίνει
πολύς καπνός. Είναι πολύ περίεργο γι αυτήν την εποχή να καίνε τα τζάκια και οι
γάστρες τέτοια ώρα».
Ο
ανθυπολοχαγός το είχε ήδη προσέξει και ανησυχούσε. Εξάλλου, είχε παρατηρήσει πλησιάζοντας
προς το χωρίο, πως από όλα τα σπίτια έβγαινε πίσω από το παντζούρια, λιγότερο ή
περισσότερο, φως από τους αναμμένους φανούς θυέλλης (λάμπες πετρελαίου που
χρησιμοποιούσαν εκείνα τα χρόνια ως κύριο φωτισμό).
«Συνεχίζουμε,
είπε κοφτά».
Η
αποστολή έπρεπε να εκτελεσθεί πάση θυσία. Ιδιαίτερα αν ήταν λανθασμένες οι
πληροφορίες που έφεραν τους κομμουνιστές να έχουν υποχωρήσει από την περιοχή,
καθώς κινδύνευε όλο το τάγμα του ελληνικού στρατού να πέσει σε ενέδρα.
Μετά
από μισή περίπου ώρα, είχαν ήδη φτάσει στα πρώτα σπίτια του χωριού. Ο
ανθυπολοχαγός κατέβασε από την πλάτη του το μαγνητικό τηλέφωνο, προκειμένου να
το συνδέσει με το απλωμένο καλώδιο και να ενημερώσει τον ταγματάρχη για τη θέση
τους. Δεν πρόλαβε όμως. Ένα περίπολο τριών ανδρών πλησίαζε μιλώντας δυνατά, σε μία
περίεργη σλαβόφωνη διάλεκτο. Τρόπος διαφυγής από το στενό μονοπάτι δεν υπήρχε.
Τράβηξε από τη θήκη το περίστροφο και είπε στον λοχία: «Κρύψε σε εκείνο το
πουρνάρι το τηλέφωνο και τις μπομπίνες, και ταμπουρώσου πίσω από τα στουρνάρια».
Η
συμπλοκή ήταν αναπόφευκτη. Η κατάσταση απελπιστική. «Εδώ τελειώνουν όλα», σκέφτηκε
ο νεαρός αξιωματικός και έλεγξε αν είναι γεμάτο το περίστροφό του.
Τα
επόμενα κρίσιμα δευτερόλεπτα, πέρασαν χιλιάδες σκέψεις και εικόνες μπροστά από τα
μάτια του. Το συμπονετικό πρόσωπο της μάνας, το αυστηρό βλέμμα του πατέρα, ο αδικοχαμένος
του αδερφός που πέθανε μαζί με τους γονείς τους, όταν έκαψαν το σπίτι τους οι Γερμανοί
κατά την αποχώρησή τους το 1943. Ο τέταρτος αδερφός, ο μεγαλύτερος, που ενώ είχε
τιμηθεί “επ’ ανδραγαθία” στην μάχη της Κρήτης, δολοφονήθηκε αργότερα από αντάρτικα
τμήματα του ΔΣΕ Τζουμέρκων στην Ήπειρο.
Η
εχθρική περίπολος είχε πλησιάσει αρκετά, όταν άκουσαν μια τρεμάμενη φωνή να τους
καλεί πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα του χαμόσπιτου στα δεξιά τους. Σύρθηκαν αθόρυβα
προς το σπίτι και μπήκαν μέσα.
Η
γριούλα που τους άνοιξε την πόρτα ήταν τρομοκρατημένη. Παρόλα αυτά κρατούσε όσο
μπορούσε την ψυχραιμία της και τους έκρυψε πίσω από έναν μεγάλο γιούκο. «Μη
βγάλετε άχνα τους είπε. Είναι ακόμα εδώ, μας έβαλαν και ψήνουμε ψωμί για να το
πάρουν μαζί τους, ετοιμάζονται να φύγουν. Μου πήρανε τα δύο μου εγγονάκια. Η
δική μου ζωή τώρα δεν μετράει, δεν έχει πια κανένα νόημα. Κοιτάξτε να σωθείτε εσείς.
Η
περίπολος πέρασε έξω από το σπίτι και έριξε μια ματιά για να βεβαιωθεί πως
ψήνεται το ψωμί. Ο θυμός και ο πόνος από τον χαμό των εγγονών της, νίκησαν τον
φόβο της γριούλας. «Σε μισή ώρα το ψωμί θα είναι έτοιμο, τους είπε ψύχραιμα».
Εκείνοι έφυγαν χωρίς να πουν κουβέντα. Σηκώθηκε η γριούλα από το σκαμνί που
ήταν καθισμένη μπροστά από τον γιούκο με τις βελέντζες και στάθηκε με το αυτί
κολλημένο στην εξώπορτα μέχρι να σβήσει κάθε ήχος από τα βήματα και τις ομιλίες
της περιπόλου.
Ο
ανθυπολοχαγός έσκυψε και της φίλησε το χέρι. «Φύγετε όσο σας προστατεύει ακόμη
το σκοτάδι, είπε η γριούλα και τους άνοιξε διάπλατα την πόρτα».
«Γιατί
μας βοήθησες»; Τη ρώτησε ο ανθυπολοχαγός.
«Τα
έχω χάσει όλα, αποκρίθηκε αβίαστα εκείνη. Εσείς είστε τώρα τα παιδιά μου! Να
πάτε στην ευχή του Θεού»!
Φύγανε
έρποντας από το σπίτι. Ευτυχώς οι μπομπίνες και το μαγνητικό τηλέφωνο ήταν
άθικτα στη θέση τους. Έκανε ο ανθυπολοχαγός τη σύνδεση και ενημέρωσε τον
διοικητή του: «Ο εχθρός είναι ακόμη στις θέσεις του, ακούστηκε να λέει.
Αναστείλατε προέλαση. Εκτιμάται ότι θα φύγουν κατά τη διάρκεια της ημέρας. Είναι
όμως βέβαιο, πως θα αφήσουν παρατηρητές και ελεύθερους σκοπευτές στα γύρω
υψώματα».
«Κύριε
ανθυπολοχαγέ πάμε να φύγουμε, είπε ανακουφισμένος ο λοχίας».
«Εσύ
περίμενε εδώ, του απάντησε ο ανθυπολοχαγός. Θα πάω πίσω να αφήσω κάτι στον
σωτήρα μας και επιστρέφω».
Αφουγκράστηκε
για λίγα λεπτά για να βεβαιωθεί πως ήταν ελεύθερο το πεδίο και γύρισε έρποντας
πίσω στο σπίτι! Δεν βρήκε κανέναν να τον υποδεχθεί. Η φωτιά κάτω από τη γάστρα που έψηνε το ψωμί ήταν επιμελώς σβησμένη.
Η γιαγιούλα έστεκε ακίνητη στο μισοσκόταδο, καθισμένη με το κεφάλι προς τα πίσω
σε μια ξύλινη πολυθρόνα. Την πλησίασε με προσοχή. Καμία κίνηση. Ένα τεράστιο χαμόγελο
ικανοποίησης διέκρινε στα χείλη της. Έβγαλε έναν ξύλινο σταυρό από τον λαιμό
του, τον έκλεισε με δυσκολία μέσα στο παγωμένο της χέρι, και τη φίλησε στο
μέτωπο.
Γιάννης
Β. Δεβελέγκας

Συγκινητικό Ευχαριστούμε θερμώς. ΥΓ: εφυγε στον αερα
ΑπάντησηΔιαγραφή