Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

ΟΤΑΝ ΚΟΙΤΑΣ ΑΠΟ... ΨΗΛΑ

«Η  πολυθρόνα του πρωθυπουργικού αεροσκάφους είναι κατά κάποιον τρόπο πολύ ερωτική. Έτσι που μου αγκαλιάζει το κορμί… Θα πούλαγα και την ψυχή μου στον διάβολο για να μη την αποχωριστώ ποτέ»!
-          Νικόλα, τροχοδρόμησε το αεροπλάνο;
-            Εδώ και πέντε λεπτά σύντροφε πρωθυπουργέ! Βρισκόμαστε ήδη στα δέκα χιλιάδες πόδια πάνω από τη θάλασσα και ούτε που το καταλάβαμε!
            «Θαυμάσια η ιδέα του υπουργού προπαγάνδας, να κάνουμε σήμερα μια βόλτα με το πρωθυπουργικό αεροσκάφος. Κουράστηκα πολύ τις τελευταίες μέρες με τις παράλογες απαιτήσεις της εργατιάς, τα βαρετά υπουργικά συμβούλια και τους διαγωνισμούς για τα κανάλια. Έχασα και πολλές ώρες στα εντατικά μαθήματα των Αγγλικών, της Ιστορίας και της Γεωγραφίας που τα είχα αμελήσει στο σχολείο και τώρα να που μου χρειάστηκαν».   
-            Νικόλα, ποιοι είναι αυτοί που περπατάνε πάνω στην σιδηροδρομική γραμμή;
-            Είναι οι πρόσφυγες από τη Συρία σύντροφε πρωθυπουργέ και κάτι άλλοι εν δυνάμει ψηφοφόροι μας, από το Μαρόκο, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το ΙΡΑΚ και άλλες εβδομήντα χώρες, που μετά από μεγάλη περιπέτεια, έξοδα και πνιγμούς, φτάσανε ως εδώ, αλλά προτιμούν να πάνε στην κεντρική και τη βόρια Ευρώπη.
-            Γιατί να πάνε εκεί Νικόλα; Εδώ δεν είναι καλά;
            «Βρε που την κατάντησε τη χώρα η επάρατη δεξιά που κυβέρνησε τόσα χρόνια. Ούτε οι αδελφοί μας Ασιάτες και Αφρικανοί δεν θέλουν πια να εγκατασταθούνε στη Ελλάδα».
-            Νικόλα, πολύ θόρυβο κάνουν στα πίσω καθίσματα οι δημοσιογράφοι που μας ακολουθούν. Πες τους να προσέχουν τι λένε γιατί θα μειώσω τις άδειες για τα κανάλια και θα …ψάχνονται.
            «Τώρα αυτό το νησί από κάτω ποιο να είναι άραγε; Η Λέσβος ή η Μυτιλήνη; Η Σαντορίνη ή η Θήρα; Άσε καλύτερα να μη ρωτήσω και κάνω πάλι καμιά γκάφα. Κάτι περίεργοι τύποι στα πίσω καθίσματα, περιμένουν πως και πως να πετάξω καμιά κοτσάνα για να με κάνουν ρόμπα. Θα λένε πάλι πως ολόκληρος πρωθυπουργός και Γενικός Διαχειριστής Ελληνικών Υποθέσεων με τη βούλα των δανειστών, δεν ξέρει από γεωγραφία, από ιστορία και από δίκαιο της θάλασσας. Αν είναι δυνατόν»!
-            Νικόλα, σε εκείνα τα νησιά, πως και έχουνε συνωστισμό; Είμαστε σε τουριστική περίοδο;
-            Όχι σύντροφε πρωθυπουργέ, δεν είναι τουρίστες. Είναι τυπικοί και παράτυποι μετανάστες που έρχονται από την απέναντι ακτή, από τη Σμύρνη.
-            Τι λες! Το ΄χει ο τόπος φαίνεται εδώ πέρα, να συνωστίζονται οι άνθρωποι!
            «Δεν ξέρω τι λένε οι άλλοι που παριστάνουν τον ξερόλα, αλλά εγώ επιμένω πως η θάλασσα δεν έχει σύνορα! Τόση ώρα πετάμε πάνω από το Αιγαίο και πουθενά δεν είδαμε συρματοπλέγματα. Απορώ που τα βλέπει ο Νταγίπ»!
-            Νικόλα, γιατί δεν σταθήκαμε στη Ρόδο για καφέ όπως μου είχες υποσχεθεί;
-         Δεν το εγκρίνανε οι Τούρκοι σύντροφε! Αλλά δεν υπάρχει πρόβλημα, αυτή τη φορά έχουμε έτοιμο το παράλληλο πρόγραμμα! Γυρνάμε από Κάιρο!
 «Ας είναι! Τελικά η πολυθρόνα του πρωθυπουργικού αεροσκάφους είναι κατά κάποιον τρόπο πολύ ερωτική. Έτσι που μου αγκαλιάζει το κορμί… Θα πούλαγα και την ψυχή μου στον διάβολο για να μη την αποχωριστώ ποτέ»!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

ΕΛΛΑΔΑ ΜΑΝΑ


Πενήντα χρόνια είχαν περάσει κιόλας από τότε που ο κυρ Μιχάλης πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στην προβλήτα του λιμανιού της Αδελαΐδας, στη μακρινή Αυστραλία. Δεν είχε προλάβει να διπλώσει στα τέσσερα το απολυτήριο που πήρε από τον Ελληνικό Στρατό, όταν τον κάλεσε η μεγάλη του αδελφή που ήταν παντρεμένη εκεί, να πάει να τη δει για μερικές βδομάδες. Που να το φανταζόταν τότε ο εικοσάχρονος Μιχάλης, πως του έμελλε να μείνει εκεί για πάντα.
   Παντρεύτηκε και έκανε δική του οικογένεια στην Αυστραλία και ούτε που θα ξαναγυρνούσε στην πατρίδα αν δεν έπαιρνε εκείνο το γράμμα από έναν Δικηγόρο της Αθήνας που του ζητούσε πληροφορίες για μια υπόθεση κληρονομιάς. Τότε ήτανε που θέριεψε και πάλι μέσα του, μετά από τόσα χρόνια, η επιθυμία να γυρίσει πίσω. Πόθησε να δει ξανά τον τόπο και το σπίτι που μεγάλωσε και έκανε εκεί τα πρώτα του όνειρα.  
 Και να τος τώρα εδώ στο πατρικό του στην Ελλάδα, να στέκεται ολομόναχος ανάμεσα σε αναμνήσεις μακρινές και μικροπράγματα αγαπημένα, απείραχτα στην ίδια θέση όπως τα είχε αφήσει η μακαρίτισσα η μάνα του. Ένα δάκρυ γλίστρησε πάνω στο τσακισμένο από το χρόνο και τις αγκούσες της ξενιτιάς πρόσωπο του κυρ Μιχάλη… «Το σπίτι μας ρήμαξε, το πελέκησε η ερημιά».
Έσκυψε και σήκωσε από το σκονισμένο πάτωμα μια ασπρόμαυρη παλιοκαιρίτικη φωτογραφία, θαμπή από την υγρασία και την εγκατάλειψη. Τη γέμισε με χνώτο και την έτριψε απαλά πάνω στο μανίκι του ώσπου καθάρισε τελείως και ζωντάνεψε μέσα στο άσπρο της το πλαίσιο η πρώτη μέρα του στο εργαστήρι του Χατζηκυριάκου, του αργυροχρυσοχόου. Ήτανε αυτός, παιδί ακόμα, μαζί με τον πατέρα του και τον μάστορα τον ξακουστό, όρθιοι ανάμεσα στα βαθιά ξύλινα ράφια του εργαστηρίου, που ήταν γεμάτα με αριστουργήματα παραδοσιακά, γιαννιώτικα. Ήταν εκείνη η μέρα που τον άρπαξε ο πατέρας του από το χέρι, πρωί πριν πάει στο σχολείο και του το ξέκοψε ορθά κοφτά, πως δεν μπορούσε πια να τον σπουδάζει και πως θα έπρεπε να μάθει μία τέχνη.  Έμαθε γρήγορα την τεχνική του νιέλλο ο Μιχάλης και πριν ακόμα πάει φαντάρος, άρχισε με επιμέλεια και φαντασία να δημιουργεί δικά του έργα, χαράζοντας το μέταλλο με απίστευτο ταλέντο και ευχέρεια.
Και όταν μετά το στρατιωτικό ταξίδεψε στην Αυστραλία, ήρθε και τον συνάντησε η μοίρα! Καθώς μια μέρα βάδιζε αμέριμνος στους δρόμους της Αδελαΐδας, στάθηκε εμπρός σε μια βιτρίνα με έργα τέχνης λαϊκά, με διαφορετική από αυτή που γνώριζε τεχνοτροπία. Του άρεσαν, κι έτσι ανήσυχος που ήταν, πετάχτηκε απέναντι στα χαρτικά, αγόρασε ένα μπλοκ ζωγραφικής κι ένα μολύβι μαλακό και βάλθηκε να αντιγράφει τα σχέδια και τα εκθέματα απ τη βιτρίνα.
Σαν τον επήρε χαμπάρι ο Αυστραλός ο μαγαζάτορας, βγήκε έξω και τον ρώτησε όλος περιέργεια. «Αυτή είναι η δουλειά μου, του απάντησε ο Μιχάλης, μπορώ κι εγώ να φτιάξω τέτοια στην Ελλάδα». Ο Αυστραλός δεν έχασε την ευκαιρία και του ζήτησε να μπει στο εργαστήρι του και να του φτιάξει κάτι από την τέχνη τη δική του, την ελληνική.
Η εξέλιξη ήταν ραγδαία! Ο Αυστραλός ενθουσιάστηκε από τη δουλειά του Μιχάλη κι έτσι του πρότεινε συνεργασία. Τα έργα που έφτιαχνε το Ελληνόπουλο είχαν μεγάλη απήχηση στους ξένους και αγαπήθηκαν πολύ. Πολύ αγαπηθήκανε και ο Μιχάλης με την Λίνα, τη μονάκριβη κόρη του νέου του αφεντικού κι έτσι σε λίγους μήνες ο Αυστραλός, τον έκανε γαμπρό και συνεταίρο.   
Προχώρησε προσεκτικά ο κυρ Μιχάλης τώρα πάνω στο σανίδι και τράβηξε προς τη μεριά του παραθύρου που έβλεπε στο στενοσόκακο. Τίποτε δεν είχε αλλάξει τόσα χρόνια σε τούτη εδώ τη γειτονιά που είχε προσφάτως χαρακτηρισθεί παραδοσιακή και τα παλιά της σπίτια διατηρητέα. Στο περβάζι ήταν ακόμα έντονα αποτυπωμένο το ίχνος της γλάστρας με την ορχιδέα που φρόντιζε η μάνα του τα απογεύματα, χειμώνα καλοκαίρι. «Το λουλούδι της μεγαλοπρέπειας» έλεγε με καμάρι η μακαρίτισσα.  Όλοι οι ξένοι που περνούσανε από αυτό το καλντερίμι στεκόντουσαν συνεπαρμένοι, για να φωτογραφήσουνε ή και για να ζωγραφίσουνε το παραθύρι αυτό, κι αυτή την πήλινη τη γλάστρα, την αγαπημένη.
Στιγμή δεν έχασε ο κυρ Μιχάλης! Πετάχτηκε απέναντι στα χαρτικά κι αγόρασε ένα μπλοκ ζωγραφικής κι ένα μολύβι μαλακό. Ύστερα, κάθισε απέναντι από το σπίτι σ΄ ένα πεζούλι, και βάλθηκε να σχεδιάζει την κάθε αμυχή, την κάθε του πληγή που έφερε πάνω του αυτός ο τοίχος. Και το μακρόστενο παράθυρο και τη γλαστρούλα με την ορχιδέα και τη μάνα! Ναι και τη μάνα! Αυτή τη μάνα που μεγάλωσε πέντε παιδιά και της τα πήρε η ξενιτιά γιατί δεν είχε να τα θρέψει!
«Μάνα, ψιθύρισε ο κυρ Μιχάλης, μητέρα των αποικιών, των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, παγκόσμια μάνα. Μάνα της τέχνης, του πολιτισμού και της σοφίας, που δεν μπορείς στην αγκαλιά σου να κρατήσεις τα παιδιά σου. Για σένα Ελλάδα μάνα θα σκαλίσω πριν πεθάνω το πιο μεγάλο μου έργο, το πιο σπουδαίο μου επίτευγμα και θα σε πάρω εκεί, μαζί, στην ξενιτιά. Να μη σε ξαναχάσω»!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Υ.Γ.: Αυτή είναι η ιστορία του Μιχάλη, ενός εικοσάχρονου Ελληνόπουλου που ακολούθησε το μακρινό μονοπάτι που του χάραξε η μοίρα, από τα Γιάννενα ως την Αδελαΐδα.
Όταν τον συνάντησα, πολλά χρόνια μετά τον ξενιτεμό του στην Αυστραλία, να στέκεται συγκινημένος απέναντι από το πατρικό του σπίτι στην οδό Ζαλοκώστα, διαπίστωσα από τα λεγόμενά του ότι γι αυτόν οι έννοιες Μάνα, Πατρίδα, Σπιτικό, ήταν ταυτόσημες.


Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

ΠΟΥ ΛΕΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ…


-            Που λες Δημητράκη, κάποτε βρέθηκα να σουλατσάρω στην Ουάσινγκτον. Κάποια στιγμή χρειάστηκε να περάσω από μία διάβαση πεζών. Εκείνη την ώρα δεν είχε καθόλου κίνηση ο δρόμος και χωρίς να δώσω τόση σημασία, πέρασα δίπλα από τη διάβαση, τριάντα με σαράντα πόνους μόνο. Ο φίλος μου ο Αμερικανός που με συνόδευε τρελάθηκε, με τράβηξε με δύναμη από το μανίκι. «Έμπα αμέσως μέσα στη διάβαση, μου λέει. Δεν βλέπεις απέναντι τον τροχονόμο;». Παραξενεύτηκα! «Κοίταξε φίλε μου, μου κάνει. Μόλις που σε γλύτωσα από τριάντα δολάρια πρόστιμο γιατί πατούσες έξω από τη διαγράμμιση. Εμείς εδώ στις ΗΠΑ δίνουμε μεγάλη σημασία στην ακρίβεια όταν πρόκειται για την τήρηση των νόμων. Έτσι μαθαίνουμε από παιδιά να τους σεβόμαστε»!
-            Μπαμπά γιατί ενώ εμείς πηγαίνουμε με το αυτοκίνητό μας κανονικά απ τη λωρίδα μας, εκείνο το ΙΧ μας προσπερνάει παράνομα απ΄ τη λωρίδα που είναι μόνο για λεωφορεία;
-            Μιαν άλλη φορά, όταν έκανα βόλτα στο κέντρο του Άμστερνταμ με τη μαμά σου, ίσα που πάτησα με το παπούτσι μου μέσα σε έναν ποδηλατόδρομο. Ούτε που το κατάλαβα από πού ξεφύτρωσε εκείνος ο αστυνομικός! «Κύριε κάνατε παράβαση, μου λέει. Θα πληρώσετε πρόστιμο, ορίστε και η κλήση». «Μα σας παρακαλώ καπετάνιε μου, του λέω, λυπηθείτε με. Είμαι ξένος από την Ελλάδα και δεν το ήξερα! Εξάλλου βρέχει και δεν κυκλοφορούν ποδήλατα αυτή την ώρα». «Αυτό δεν έχει καμία σημασία κύριε, μου απαντά εκείνος. Εδώ στην Ολλανδία, είμαστε πολύ σχολαστικοί σε ότι αφορά στην τήρηση των νόμων. Έτσι μαθαίνουμε από μικροί να τους σεβόμαστε».
-            Μπαμπά κοίτα! Κι άλλα αυτοκίνητα χρησιμοποιούν τη λεωφορειολωρίδα χωρίς να νοιάζεται κανένας. Λέω να πάμε κι εμείς από εκεί, γιατί ούτε μεθαύριο δεν θα περάσουμε εκείνο το φανάρι!
-            Σε ένα ταξίδι μου στο Τόκιο Δημήτρη, χρειάστηκε να νοικιάσω ένα μικρό αυτοκινητάκι. Όταν το πάρκαρα ένα απόγευμα σε μία θέση στάθμευσης, με πλησίασε ένας υπάλληλος της δημοτικής αστυνομίας και μου έδωσε μια κλήση. «Λυπάμαι κύριε αλλά παρανομήσατε, μου λέει. Το αυτοκίνητό σας δεν το παρκάρατε σωστά και προεξέχει απ΄ το πίσω μέρος. Αν πληρώσετε το πρόστιμό σας τώρα είναι μονάχα 1200 γιεν, ειδάλλως το ποσό διπλασιάζεται»!
-            Μπαμπά κοίτα! Κι ένα περιπολικό της αστυνομίας περνάει παράνομα μαζί με τα άλλα ΙΧ και δε μιλάει σε κανέναν.
-            Κάποτε στο Μόναχο Δημήτρη, είπα να πιω ένα καφεδάκι με την παρεούλα μου σε μία κυριλάτη καφετέρια. Άραξα την Αουντάρα μου καβάλα στο αντίκρυ πεζοδρόμιο για να τη βλέπω και να τη θαυμάζουν λιγουλάκι και οι φίλοι μου. Δεν είχα προλάβει να ρουφήξω μια γουλιά από το φρεντοτσίνο μου και τσουφ, το τσάκωσε ο γερανός στην ψύχρα. Παραξενεύτηκα! «Κύριε είστε παράνομος, μου μίλησε απότομα ο οδηγός του γερανού με τη στολάρα του». «Σας παρακαλώ στρατηγέ μου, του λέω, λυπηθείτε με, είμαι από την Ελλάδα και δεν το ήξερα. Εμείς οι Έλληνες σας δώσαμε τα φώτα του πολιτισμού και τη δημοκρατία, μια χάρη δεν μπορείτε να μου κάνετε;». «Λυπάμαι κύριε, μου είπε εκείνος πάλι βλοσυρά, αλλά δεν έχω το δικαίωμα να κάνω χάρες. Αυτή τη στιγμή πληρώνομαι από τον γερμανικό λαό για τις υπηρεσίες μου. Ορίστε και η κλήση σας. Από αύριο το πρωί, μπορείτε να πληρώσετε 250 € και να πάρετε το αυτοκίνητό σας από το πάρκιν της τροχαίας.
-            Μπαμπά κοίτα, ένα κυβερνητικό αυτοκίνητο πολυτελείας προσπερνάει από την λεωφορειολωρίδα και κορνάρει οργισμένα τους υπόλοιπους παράνομους οδηγούς που είναι μπροστά και του κόβουνε τον δρόμο!
-            Λυπάμαι γιε μου που αντικρίζουμε όλη ετούτη την κατάσταση, αλλά είναι αλήθεια πως στη χώρα μας υπάρχει έλλειμμα παιδείας. Κι όταν βλέπεις τους περισσότερους να πειθαρχούμε στους κανόνες και στους νόμους, αυτό συμβαίνει γιατί υπάρχει το φιλότιμο! Είναι μια λέξη - το φιλότιμο - που μόνο στην ελληνική τη γλώσσα υπάρχει και σε καμιά άλλη στον κόσμο. Το φιλότιμο είναι η λεβεντιά και το καμάρι μας. Είναι αυτό που μας σπρώχνει για να κάνουμε πάντα το σωστό! Είναι η μόνη αιτία που στέκεται ακόμη όρθια αυτή η χώρα!
-            Μπαμπά γιατί εδώ στην Ελλάδα, το κράτος είναι μπάχαλο, ανοργάνωτο και πουθενά δεν γίνεται κανένας έλεγχος; Για να εκπαιδευόμαστε στην αναρχία; Αυτοί που κυβερνάνε δεν ενδιαφέρονται; Φιλότιμο δεν έχουνε καθόλου;
-            Που λες Δημητράκη… κάποτε σ αυτόν εδώ τον τόπο… ζούσαν κάποιοι πολύ σπουδαίοι άνθρωποι…

Γιάννης Β. Δεβελέγκας



Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

Η Κυρία Φο Μπιζού!

           Ο Δημήτρης άναψε τον εορτασικό φωτισμό, πρόβαρε το χαμόγελό του στον τεράστιο καθρέφτη που κρεμόταν από την οροφή του μπαρ, και πήρε θέση πίσω από τον πάγκο σερβιρίσματος για να υποδεχθεί τους πρώτους πελάτες για το πρωτοχρονιάτικο ρεβεγιόν. 
           Ευτυχώς το μπαράκι της πλατείας Ηρώων όπου δούλευε, δεν το είχε ακουμπήσει καθόλου η οικονομική κρίση. Είχε καλή θέση στο κέντρο, με ιδιόκτητο παρκινγκ, και περιστοιχιζόταν από μεγάλες γυάλινες επιφάνειες που παρείχαν στους πελάτες καλή «οπτική», από και προς τον πολυσύχναστο δρόμο. Με λίγα λόγια, ήταν ακριβώς αυτό που επιζητούσαν οι «δήθεν» της μικρής επαρχιακής πόλης, που έσπευδαν εκεί για να ξοδέψουν την ύπαρξη και τα λεφτά τους, ακόμα κι όταν στο σπίτι, τους έκοβε λόρδα! 
           Ανάμεσα στους πρώτους πελάτες, όπως πάντα, εμφανίστηκε και η φανταχτερή κυρία Φο Μπιζού. Παρέδωσε το πανωφόρι της στην γκαρνταρόμπα και κατευθύνθηκε επιδεικτικά προς τον πάγκο. Φθάνοντας, άφησε το κατάλευκο γούνινο ετόλ  να γλιστρήσει στους ώμους της για να αποκαλυφθούν, όσο θα έπρεπε, η πληθωρική της θηλυκότητα και το απαστράπτον κολιέ που στόλιζε τον ψηλόλιγνο λαιμό της.
-                     Ένα διπλό Ντράι Μαρτίνι Δημητράκη, παρήγγειλε καθώς ακουμπούσε στον πάγκο το τσαντάκι της με τα κατάμαυρα στρασάκια.     
           Η νύχτα περνούσε γρήγορα για τους θαμώνες, καθώς μετά το δεύτερο και το τρίτο ποτό, έδειχναν όλοι χαλαροί κι ευτυχισμένοι. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, ένας θηριώδης ηλικιωμένος άνδρας με απεριποίητη γενειάδα, εμφανίστηκε στην είσοδο. Εκτός από την κυρία Φο Μπιζού, κανείς άλλος δεν φάνηκε να ασχολείται με την παρουσία του. Αυτή ταράχτηκε σαν τον αντίκρισε κι ευθύς του γύρισε την πλάτη. Ο άντρας όμως, κινήθηκε αμέσως προς το μέρος της και έπιασε το διπλανό σκαμπό. 
           -            Άδικος κόπος, της είπε αυστηρά. Ξέρεις πως δεν μπορείς να απαλλαγείς από την παρουσία μου. Ξέρεις ακόμα πως κουβαλάω μαζί μου την σοφία και την πείρα των ανθρώπων. Αργά ή γρήγορα όλοι εκείνοι που σε πιστεύουν και σε υπηρετούν, αντιλαμβάνονται πόσο επικίνδυνη παρέα είσαι!    
           -            Τα έφαγες τα ψωμιά σου γέρο Χρόνε, του αντιγύρισε αυτή χαιρέκακα και χάιδεψε τα χρυσαφιά βραχιόλια των χεριών της. Σε λίγη ώρα θα σε έχουνε ξεχάσει όλοι, θα είσαι παρελθόν, μόνο ένας αριθμός θα μείνει από σένα και λίγες στείρες αναμνήσεις.    
           Δεν πρόλαβε να σώσει τα λόγια της και το ρολόι του καταστήματος έδειξε δώδεκα. Ο Δημήτρης, χτύπησε ρυθμικά το μπρούτζινο αναδευτήρι του κοκτέιλ πάνω σε ένα ανοξείδωτο σέικερ και αναβόσβησε τα φώτα.          
           -            Χρόνια πολλά! Καλή χρονιά! Φώναξε με όση δύναμη διέθετε. 
           Αυθόρμητα η αίθουσα γέμισε αγκαλιές, φιλιά και άπειρες ευχές για τον καινούριο χρόνο που μόλις είχε καταφτάσει.          
           -            Που πήγε ο κύριος που μιλούσατε πριν λίγο; Ρώτησε ο Δημήτρης την κυρία Φο Μπιζού.          
           -            Αυτός Δημήτρη ήταν ο παλιός ο Χρόνος, του απάντησε εκείνη. Μας απάλλαξε επιτέλους από την παρουσία του. Μην δίνεις σημασία όμως. Δεν βλέπεις γύρω μας που άναψε το γλέντι; Να ο Καινούριος Χρόνος , δες τον στην πίστα που χορεύει μ΄ εκείνη την πανέμορφη γυναίκα, την Ελπίδα! Τώρα εδώ μέσα όλοι ζούμε σε ένα όνειρο! Είμαστε οι κυρίαρχοι του κόσμου! 
           Το γλέντι κράτησε μέχρι πρωίας όταν ο κόσμος άρχισε σιγά σιγά να φεύγει. Τον τελευταίο πελάτη, τον ακολούθησε στην έξοδο και η κυρία Φο Μπιζού. Ο Δημήτρης αν και αποκαμωμένος από την κούραση, έτρεξε, της άνοιξε με ευγένεια την πόρτα και τη ρώτησε:  
           -            Ποιο είναι αλήθεια το όνομά σου; Το πραγματικό; 
           -            Με λένε Ματαιοδοξία νεαρέ μου, του αποκρίθηκε εκείνη. Μπορεί να μη με αναγνώρισες αμέσως, αλλά δεν είναι λίγες οι φορές που με έχεις συναντήσει στην ζωή σου. Ίσως με άλλο όνομα, με κάποιο παρατσούκλι. Με έχεις δει στον χώρο της δουλειάς, στο πανεπιστήμιο, στην αγορά, στους φίλους σου και στις παρέες, και βέβαια σ εκείνους που ασκούν την εξουσία. Μα και στον εαυτό σου μέσα όταν κοιτάξεις θα με βρεις την ώρα που φουντώνει ο εγωισμός σου. Κάθε φορά που θα επιδιώκεις αναγνώριση και θα είσαι στην αναμονή ενός μεγάλου σου θριάμβου, εγώ θα είμαι εκεί. Κι αν κάποτε θεριέψω και σου γίνω απαραίτητη, τότε θα παίρνεις σοβαρά υπόψιν, όχι την κρίση τη δική σου, μα των άλλων, και θα προβαίνεις σε ανώφελες δαπάνες που θα αφορούνε περισσότερο το φαίνεσθε παρά στην ύπαρξή σου. Και να έχεις πάντα κατά νου νεαρέ μου, πως άνθρωπος ποτέ κανένας δεν κατάφερε να με δαμάσει!
       -    Κι αυτά που έλεγε ο γέρο Χρόνος για τη πείρα και τη γνώση;
-         Ο Χρόνος; Ποτέ δεν θα σου φτάνει ο χρόνος Δημητράκη μου...ποτέ!   

 Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

ΔΕΝ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΜΟΝΟΣ ΤΕΤΟΙΑ ΜΕΡΑ

            Δυο τρία οχήματα ήταν όλα κι όλα σταθμευμένα στο υπαίθριο παρκινγκ του σταθμού εξυπηρέτησης αυτοκινήτων. Ξημέρωνε σε λίγο η παραμονή των Χριστουγέννων και η κίνηση στους δρόμους είχε κόψει για τα καλά. Ο Τέλης, που είχε ξεμείνει ως αργά στο γραφείο του για να διεκπεραιώσει μια επείγουσα υπόθεση, έδεσε το χειρόφρενο, ανασήκωσε τον γιακά της καπαρντίνας του για να προστατευτεί από τον παγωμένο αέρα και κατευθύνθηκε μέσα στο μισοσκόταδο προς τη μεριά του πολυκαταστήματος.
          Πίσω από την τεράστια περιστρεφόμενη πόρτα, τον υποδέχθηκαν ο ζεστός αέρας του κλιματισμού, οι φωνές του Ντιν Μάρτιν και της Σκάρλετ Γιόχανσον στο «Ill be Home for Christmas» και το μυστηριώδες χαμόγελο του Αι Βασίλη που έστεκε μέσα στο χρυσοκόκκινο έλκηθρό του, έτοιμος για μια αναμνηστική φωτογραφία.
          Πριν δώσει την παραγγελία για ζεστό καφέ και κρουασάν, περιπλανήθηκε για λίγο ανάμεσα από τις γιορτινές βιτρίνες και τα ράφια με τα χριστουγεννιάτικα τα δώρα και τις λιχουδιές: «Τι όμορφα δώρα;» σκέφτηκε, «Δεν έχω όμως φίλους να τους πάρω».    
           Ο Τέλης, είχε ένα πολύ καλό συμβόλαιο συνεργασίας με μια μεγάλη εταιρεία επενδύσεων. Η πρόταση που του έκανε η εταιρεία όταν ολοκλήρωσε τις σπουδές του, ήταν πολύ δελεαστική και σαγηνεύτηκε από τη δόξα και το χρήμα. Αυτή ήτανε και η αιτία που άφησε πίσω τους γονείς του και φέρθηκε σκληρά και άδικα στους ανθρώπους που αγαπούσε και που τον αγαπούσαν.
          Τώρα πλησίαζε τα σαράντα και ζούσε ακόμα εργένης σε μια πολυτελέστατη μονοκατοικία στα προάστια της πρωτεύουσας. Οδηγούσε ένα πανάκριβο σπορ αυτοκίνητο που του το είχε παραχωρήσει η εταιρεία. Το τίμημα της επιτυχίας του όμως, ήταν βαρύ. Μπορεί να καμάρωνε για την πλούσια και άνετη ζωή που του εξασφάλιζαν τα αφεντικά του και οι ζάμπλουτοι πελάτες του, μα κατά βάθος δεν αισθανότανε καθόλου ευτυχισμένος. Ένοιωθε πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι του περιβάλλοντός του, ήταν απρόθυμοι ν΄ αφουγκρασθούν τις δυσκολίες και τις έγνοιες του. Ήξερε ακόμα, πως όλα τα μπράβο και τα μπόνους που του έδιναν, τα έθρεφε η σκοπιμότητα και η υποκρισία. Ωστόσο είχε εδώ και καιρό αποδεχθεί, πως στην άδεια συναισθηματικά ζωή του θα πορευόταν μόνος, χωρίς να εμπιστεύεται κανέναν!
·         «Αυτό το δώρο είναι για σένα, κύριε Τέλη», άκουσε μια φωνή πίσω του. Ήταν ο Αι Βασίλης μ΄ εκείνο το παράξενο χαμόγελο, που κράταγε στο χέρι του ένα βιβλίο, χωρίς τίτλο!  
          Ο Τέλης, παραξενεύτηκε αλλά δεν μίλησε. Άνοιξε όλος περιέργεια τις πρώτες του σελίδες! Και τότε είναι που συνέβη κάτι το αναπάντεχο. Όλα με μιας γύρω του αλλάξανε. Βρέθηκε ξαφνικά, μικρό παιδί, να κάθεται με τους γονείς του, μέσα στο σπίτι του το πατρικό στην επαρχία, κι άκουσε τον πατέρα του -  όπως παλιά δίπλα στο τζάκι -  να του λέει εκείνες τις παράξενες τις ιστορίες με τους παραωρίτες και τους καλικάντζαρους. 
          Σάστισε προς στιγμήν, μα η περιέργεια δυνάμωνε, και έτσι όπως γύρισε ακόμα μερικές σελίδες του βιβλίου, έφτασαν ήχοι ως τ΄ αυτιά του! Μια γνώριμη μελωδική ανάμνηση ακούμπησε πάνω στο στήθος του κι ύστερα εμφανίστηκαν μπροστά στα μάτια του ολοζώντανοι οι παιδικοί του φίλοι και είπανε όλοι μαζί ξανά τα κάλαντα. Και γύρω, λέει, ήτανε μαζεμένοι οι γειτόνοι οι παλιοί, κυράδες και νοικοκυραίοι, πρόσωπα αγαπημένα που παράπεσαν μέσα στο χρόνο. Και οι κυράδες, τους μοιράζανε γλυκά και φιλοδωρήματα, από εκείνα που είχαν κρατημένα γι αυτό το σκοπό.     
          Κι άλλη σελίδα γύρισε ο Τέλης, κι άλλη μια. Κι είδε την πρώτη του αγάπη, την Αννούλα, να τον περιμένει υπομονετικά για να φανεί απ τη γωνιά του δρόμου. Του δρόμου που τον έφερνε για τις γιορτές, απ΄ το πανεπιστήμιο. Έστεκε όμορφη η Αννούλα και λατρεμένη, και είχε την λαχτάρα φυλαγμένη μεσ΄ στο βλέμμα της και ανθισμένη τη χαρά πάνω στα χείλη.  
          Τώρα, τον Τέλη πια τον ζώνανε τα φίδια. Άνοιξε γρήγορα πέρα απ΄ τη μέση το βιβλίο και είδε στρωμένο το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Και είδε και τους γονείς του, γερασμένους και θλιμμένους, την πόρτα να κοιτούν με προσμονή μήπως και τύχει να χτυπήσει, μήπως και τύχει να ακούσουν τη φωνή του στο κατώφλι.
          Με χέρι που έτρεμε από την αγωνία, γύρισε ο Τέλης ως την τελευταία σελίδα. Και είδε μια αίθουσα πολυτελή σαν σε παλάτι. Ένα σαλόνι δίπλα κι ένα γραφείο ξύλινο πιο πέρα, βαριές κουρτίνες και κορνίζες. Και μια μεγάλη τηλεόραση αντίκρυ απ το κρεβάτι του είδε. Ένα κρεβάτι όμοιο με κείνα που τα βάζουνε στους οίκους ευγηρίας. Κι αυτός, να είναι ξαπλωμένος!
  • Τι είναι εδώ; Που βρίσκομαι; Ρώτησε ο Τέλης.
·         Δεν κάνει να ταράζεστε, ησυχάστε! Είσαστε μόνος τώρα εδώ και δεν σας ενοχλεί κανένας. Στον δίπλα θάλαμο γινόταν φασαρία απ τα παιδιά, τα εγγόνια και τους επισκέπτες, που ήρθανε να πουν χρόνια πολλά και κάλαντα, σε δυο παππούδες.
·         Δεν ήθελα να είμαι μόνος τέτοια μέρα! Μα, εσύ ποια είσαι κοπέλα μου; Γιατί να με φροντίζεις; Δε σε ξέρω!
·         Η ασφάλειά σας τα καλύπτει όλα τα έξοδά κύριε κι εγώ είμαι εδώ για συντροφιά και για να σας περιποιούμαι...

          «Παρακαλώ αν θέλετε να φωτογραφηθείτε, θα πρέπει να έρθετε μετά τις δέκα το πρωί. Αυτή την ώρα ο Αγιοβασίλης μας απουσιάζει», τον επανέφερε στην πραγματικότητα η ευγενική φωνή μιας υπαλλήλου.
          Πίσω από την τεράστια περιστρεφόμενη πόρτα του καταστήματος, στη θέση φωτογράφισης δίπλα στο έλκηθρο βρέθηκε ο Τέλης. Έστεκε εκεί αποσβολωμένος, μ΄ ένα ταξιδιωτικό φυλλάδιο στο χέρι. Ο αέρας του κλιματισμού τον χτύπαγε στο πρόσωπο ζεστός και οι φωνές του Ντιν Μάρτιν και της Σκάρλετ Γιόχανσον τραγουδούσαν ακόμα το «Ill be Home for Christmas»!  
          Χωρίς να χάσει άλλο χρόνο ο Τέλης, χώρεσε όσες λιχουδιές και δώρα άντεχε η αγκαλιά του και πήγε στο ταμείο να πληρώσει.
          «Πάω στην μάνα μου και στον πατέρα, και στους ανθρώπους τους δικούς μου», «Είναι Χριστούγεννα και ξέρω πως με περιμένουν», είπε στην υπάλληλο που τον κοιτούσε απορημένη. «Και που ξέρεις; Ίσως να βρω και μια κοπέλα λατρεμένη, με την λαχτάρα φυλαγμένη μεσ΄ στο βλέμμα της…να καρτερεί»! 

Γιάννης Β. Δεβελέγκας