Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ

            «Εκείνο το καλοκαίρι η φουκαριάρα η μάνα μου κόντεψε να τρελαθεί από την αγωνία. Είχα να επικοινωνήσω μαζί της για πάνω από ένα μήνα και ήταν έτοιμη να με αναζητήσει μέσω της αστυνομίας ή και μέσω του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού που, προς το τέλος της δεκαετίας του εβδομήντα, διαδραμάτιζε ακόμη σημαντικό ρόλο στις αναζητήσεις συγγενικών και φιλικών προσώπων που τους είχε χωρίσει ο πόλεμος, η φτώχια και η μετανάστευση». 

            Έτσι άρχισε την διήγησή του ο ξένος και βολεύτηκε καλύτερα στην άκρη του διθέσιου καναπέ  του ορεινού ξενώνα που είχε καταλύσει περαστικός από την Ήπειρο. Απέναντί του στη σάλα υποδοχής άλλοι τέσσερις λάτρεις του ορεινού τοπίου, έπιναν παγωμένη λεμονάδα και τον άκουγαν με ενδιαφέρον.

            «Ναι, ήταν καλοκαίρι του 1977, συνέχισε ο ξένος, όταν τον Οδυσσέα, φίλο και συμφοιτητή μου τότε στο δεύτερο έτος του μαθηματικού τμήματος του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, είχα προσφερθεί να τον φιλοξενήσω για μερικές μέρες στο πατρικό μου στην Κατερίνη. Το σπίτι όμως δεν χωρούσε τις νεανικές μας ανησυχίες και αποφασίσαμε τη δεύτερη κιόλας μέρα να διανυκτερεύσουμε σε μια κατασκήνωση στην παραλία του Λιτόχωρου στις υπώρειες του Ολύμπου. Το βράδυ ήταν μαγευτικό δίπλα στη θάλασσα, βρήκαμε ευχάριστη παρέα και ο Οδυσσέας δεν σταμάτησε να χορεύει μπλουζ και σέικ κάτω από τους ήχους του αγαπημένου μας τραγουδιού «Gimme gimme good lovin’» .

Λίγο πριν το χάραμα, τρυπώσαμε στο μισοσκόταδο σε μια σκηνή που βρήκαμε άδεια για να κοιμηθούμε. Ξαφνικά, μετά από λίγο, πριν φέξει ακόμα για τα καλά, πεταχτήκαμε όρθιοι από τη λαχτάρα μας. Η σκηνή ήταν δίπλα σε μια τεράστια ξύλινη εξέδρα και πάνω της έκαναν χειρονομίες και έψελναν εκκλησιαστικούς ύμνους οπαδοί μάλλον κάποιας αίρεσης, όπως αγουροξυπνημένοι εσφαλμένα υποθέσαμε! Το όλο σκηνικό μας φάνηκε ύποπτο! Τα μαζέψαμε σαν κλέφτες και φύγαμε τρέχοντας κι ακόμη τρέχουμε. Μάλλον όμως δεν ήταν κάτι το περίεργο και εμείς αντιδράσαμε υπερβολικά γιατί όπως μάθαμε αργότερα ήταν κατασκήνωση της αγγλικανικής εκκλησίας ή κάτι τέτοιο.

-          Έχω φίλους στη Νικήτη της Χαλκιδικής, μου είπε τότε ο Οδυσσέας, έχει υπέροχες παραλίες και θα περάσουμε τέλεια. Πάμε; Μετρήσαμε τα φραγκοδίφραγκα που είχαμε στις τσέπες και τον ακολούθησα. 

Εκεί μας περίμεναν ο Γιώργος, η Δέσποινα, η Φιλιώ και ο Σμαραγδής που ο πατέρας του είχε καΐκι! Μέρες και νύχτες αξέχαστες, υπέροχες, μαγευτικές, που όμως δεν γίνεται να τις περιγράψω. Όχι γιατί είχαν κάτι το πονηρό, αλλά γιατί κάποια πράγματα δεν χωράνε μέσα σε λέξεις. Πρέπει να τα ζήσεις και όχι να τα ονειρευτείς ή να τα φανταστείς! Καημένη μου μανούλα εκεί που βρίσκεσαι, ούτε στιγμή δεν σκέφτηκα να σου τηλεφωνήσω για να σου πω που βρίσκομαι κι αν είμαι καλά!

Ένα βράδυ, κατά τις τέσσερις τα ξημερώματα, εκεί που καθόμασταν σε μια καφετέρια στο παραλιακό μέρος του χωριού και λέγαμε τα δικά μας, ήρθαν κάποιοι γνωστοί του Σμαραγδή και κάτι συζητούσαν για το Άγιο Όρος. «Είναι ευκαιρία, μας είπε ο Σμαραγδής να πάτε στο Άγιο Όρος. Εμείς εδώ θα είμαστε και θα σας περιμένουμε να γυρίσετε».

Λίγο αργότερα βρεθήκαμε στην καρότσα ενός αγροτικού, ανάμεσα σε κάτι παλιομουσαμάδες να χοροπηδάμε σαν κατσίκια πάνω από τις λακκούβες του σκυρόστρωτου ορεινού δρόμου που οδηγούσε από το δυτική ακτή της Σιθωνίας, στον Όρμο της Παναγιάς και από εκεί στην Ιερισσό και τον Άθω. Επιβιβαστήκαμε σε ένα καράβι που πήγαινε να φορτώσει ξυλεία στο Άγιο Όρος και αποβιβαστήκαμε λαθραία στο λιμάνι της Δάφνης (επίνειο των Καρυών, πρωτεύουσας του Άθω) νωρίς το πρωί, χωρίς να έχουμε επίσημη άδεια από τη διοίκηση του Όρους. Από εκεί και πέρα τα πράγματα εξελίχθησαν με κινηματογραφική ταχύτητα.

Στο λιμάνι επικρατούσε νεκρική σιγή. Κινηθήκαμε τυχαία προς την αριστερή πλευρά του δρόμου που χώριζε τη θάλασσα από τα πέτρινα σπίτια και τα καταστήματα του λιμανιού. Κοντεύαμε να φτάσουμε σε ένα παράπηγμα στο τέλος του δρόμου όταν ακούστηκαν ταυτόχρονα, σαν να σήμανε συναγερμός, να ανοίγουν με παταγώδη θόρυβο τα ξύλινα παλιοκαιρίτικα παντζούρια που έβλεπαν προς τη θάλασσα, και να εμφανίζονται ανδρικά κεφάλια με κολλημένα πάνω τους κάθε λογής κιάλια και τηλεμπάνιστρα! Εκείνη ακριβώς τη στιγμή έδενε σε μια τεράστια πλωτή σημαδούρα γύρω στα πενήντα μέτρα από την ακτή ένα τουριστικό γιωτ, στο κατάστρωμα του οποίου έστεκαν οκτώ με δέκα νεαρές κοπέλες, ελάχιστα έως καθόλου ενδεδυμένες… 

-          Δεν είναι καλόγεροι αυτοί που παρακολουθούν! Είναι λαϊκοί που δουλεύουν στα καταστήματα που πωλούν εφόδια και αναμνηστικά, μας εξήγησε ένας νεαρός αστυνομικός, ίδιας με εμάς περίπου ηλικίας, που μας είχε πλησιάσει τελείως αθόρυβα. Μην ανησυχείτε, συνέχισε, δεν σας κατασκοπεύω, παρέα ψάχνω να μιλήσω σε έναν φυσιολογικό άνθρωπο, είμαι εδώ με την πρώτη μου μετάθεση και κοντεύει να με τρελάνει αυτή η απέραντη γαλήνη και ηρεμία του Όρους. Το τελευταίο εξάμηνο έφτασα δύο φορές στο τσακ να κόψω τις φλέβες μου. Αυτός ο τόπος, όσο όμορφος κι αν είναι, σε σκοτώνει αν δεν τον ζεις με τη θέλησή σου!

Το παράπηγμα ήταν τελικά ένα καφεζυθεστιατόριο της κακιάς ώρας. Επιβεβαίωνε την αίσθηση που είχαμε από την πρώτη στιγμή που πατήσαμε το πόδι μας στο Περιβόλι της Παναγιάς ότι μπήκαμε στη μηχανή του χρόνου και μεταφερθήκαμε στον μεσαίωνα. Στο Όρος δεν υπήρχε ούτε ηλεκτρικό ρεύμα, ούτε τηλέφωνο και φυσικά ούτε δίκτυο υδρεύσεως. Παραγγείλαμε το μόνο φαγητό που είχε. Ψαρόσουπα από γόπες!!! Εκτός από τον νεαρό αστυνομικό μας έκανε παρέα μέχρι να φάμε και ένας καλόγερος που έριχνε δίχτυα στη θάλασσα μέσα από ένα ζεμπίλι οικοδομής, περπατώντας δίπλα στην παραλία. Αρχικά νομίσαμε πως του είχε σαλέψει, αλλά όπως μας εξήγησε ο ίδιος μετά, το βάθος της θάλασσας μπορεί να φτάνει και στα πενήντα μέτρα, μόλις σε λίγα μέτρα από την ακτή.    

Ένας κεντρικός χωμάτινος δρόμος υπήρχε όλος κι όλος, που οδηγούσε στις Καρυές. Και το μόνο όχημα που υπήρχε διαθέσιμο ήταν ένα σαραβαλιασμένο φορτηγό που μετέφερε κορμούς δένδρων. Έτσι λοιπόν για να επισκεφθούμε τα μοναστήρια της δυτικής ακτής, ακολουθήσαμε καλοσυντηρημένα μονοπάτια. Διαμονητήριο ευτυχώς δεν μας ζήτησε κανείς.    

Η φιλοξενία των ελάχιστων και γηραλέων μοναχών εκείνης της εποχής, ήταν παροιμιώδης. Παρακολουθήσαμε τις κατανυκτικές λειτουργίες τους με τους εναλλασσόμενους ρόλους των μοναχών κάτω από το φως των κεριών. Βυζαντινή μυσταγωγία! Αντίκρισαν τα μάτια μας στολές και κειμήλια Βυζαντινών αυτοκρατόρων, απολαύσαμε τη μοναδική φύση και την ατμόσφαιρα του Αγίου Όρους, μιλήσαμε με μοναχούς που ο λόγος η ηρεμία και η σοφία τους μας έκανε να φαινόμαστε μπροστά τους ασήμαντοι. Μιλήσαμε και με έναν Αυστραλό συγγραφέα που είχε έρθει για μια δεύτερη τριετία στο Όρος, προκειμένου να συγγράψει τη συνέχεια ενός μυθιστορήματος που εξελισσόταν σε αυτόν τον Άγιο τόπο και που το πρώτο μέρος του είχε γίνει ήδη μπεστ σέλερ στην πατρίδα του. Μιλούσε άπταιστα την καθαρεύουσα. Τα μεσημέρια τρώγαμε στο εστιατόριο των μοναστηριών και μετά βοηθούσαμε στη κουζίνα και στη λάτρα των κοινόχρηστων χώρων.  

Μια μέρα που είχε αυστηρή νηστεία, μας σέρβιραν νερόβραστες φακές που είχαν μέσα κάτι μικρά φιλαράκια, σαν αυτά της φακής. Ρώτησα τι είναι αυτά τα φιλαράκια αλλά απέφυγαν να μου απαντήσουν και μου έμεινε για πάντα η απορία και η καταπληκτική γεύση τους.  

Πρώτη δεύτερη μέρα όλα ήταν τέλεια και καταπληκτικά. Όμως την Τρίτη μέρα άρχιζαν να μας ζώνουν τα φίδια. Θυμήθηκα τα λόγια του νεαρού αστυνομικού «Κοντεύει να με τρελάνει αυτή η απέραντη γαλήνη και ηρεμία του Όρους» καθώς και την απέραντη θλίψη που θόλωνε το βλέμμα του. Η γαλήνη και η ηρεμία του Όρους δεν είναι για όλους, σκέφτηκα.

Την επομένη έφευγε το φορτηγό που μας έφερε. Κατεβήκαμε τρέχοντας στη Δάφνη,  βοηθήσαμε στο φόρτωμα του καραβιού και πήραμε το δρόμο της επιστροφής, από τον μεσαίωνα στον εικοστό αιώνα, με το καράβι φορτωμένο μεγάλους κορμούς δένδρων καλυμμένους από ένα ασημί πέπλο που δημιουργούσε ένα κοπάδι σαρδέλες που είχε χάσει το δρόμο του κι έπεσε πάνω στο κατάστρωμα!  

Αυτή ήταν και η τελευταία εικόνα από αυτές τις καλοκαιρινές διαδρομές. Όταν το ίδιο βράδυ βρεθήκαμε στη Summer Tiffanys κάτω από τους εκκωφαντικούς ήχους της ντίσκο, θυμήθηκα και τη μανούλα μου… ευτυχώς»! 

-          Πήγες ξανά στο Άγιο Όρος από τότε; ρώτησε με ενδιαφέρον ένας της παρέας του ξενώνα.

-          Πολλές φορές! Μη ξεχνάς πως από τότε μεσολάβησε μια πορεία από τη νεότητα στην ωριμότητα. Τώρα πια αποζητώ την ηρεμία και τη γαλήνια ατμόσφαιρά του όσο τίποτε άλλο στον κόσμο! Απάντησε ο ξένος, και χάιδεψε με ικανοποίηση την κατάλευκη γενειάδα του!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας

1 σχόλιο: