Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2015

ΜΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

«Δόξα Θεώ! Δόξα Θεώ!
Θεόν ανυμνούσιν αγγέλων τα πλήθη…»

        Η μελωδία, έρχονταν από τη μεριά της ιχθυόσκαλας, σκαρφάλωνε στο παράθυρο που έβλεπε στο υπνοδωμάτιο του κυρ Θωμά, χάιδευε ανεπαίσθητα τα αυτιά του κι έπειτα τραβιόταν πάλι πίσω, σαν το αβέβαιο κυματάκι της Παμβώτιδας. 
        Ο κυρ Θωμάς, ξύπνησε απορημένος και ανακάθισε στην κόχη του κρεβατιού του για να αφουγκραστεί καλύτερα.  «Μπα! Θα ήταν στον ύπνο μου» σκέφτηκε. «Τα κάλαντα αυτά, έχω να τα ακούσω εδώ και πενήντα χρόνια».
        Τέντωσε με δυσκολία το χέρι του, έπιασε το ξυπνητήρι απ το κομοδίνο και το γύρισε προς τη μεριά που έφεγγε η λάμπα της κολώνας της ΔΕΗ. Πέντε και τριάντα πέντε ξημερώματα. Σηκώθηκε, έριξε μια ματιά στο διπλανό δωμάτιο που φιλοξενούσε τα δυο εγγονάκια του που είχαν έρθει για τις γιορτές των Χριστουγέννων, τα σκέπασε με προσοχή για να μη ξυπνήσουν και γύρισε πίσω στο κρεβάτι του. Έκανε ψύχρα κι έτσι, τρύπωσε γρήγορα κάτω από το βαρύ πάπλωμα και το τράβηξε όσο γινόταν πιο ψηλά, ως το λαιμό. 
        Το τελευταίο διάστημα αυτός και η γυναίκα του, η κυρά Χριστίνα, τα βγάζανε πέρα με δυσκολία, μια και στα ογδόντα του τώρα πια, έπαιρνε μειωμένη σύνταξη και επιπλέον, έστελνε όσα χρήματα μπορούσε στο γαμπρό του και την κόρη του στην Αθήνα, που δούλευαν σαν υπάλληλοι σε μια βιοτεχνία. Έτσι δεν ήταν λίγες οι φορές που γύριζε με τη σκέψη του πίσω στο χρόνο, για να αντλήσει κουράγιο και παρηγοριά, αναπολώντας τα  περασμένα. Τότε που τα πράγματα ήταν αλλιώς. Μπορεί η ζωή τα χρόνια εκείνα να ήταν σκληρή, αλλά οι μέρες κυλούσαν χαρούμενες κι ευτυχισμένες και τα όνειρα για ένα καλύτερο αύριο, δεν είχαν τελειωμό. 
        Έκλεισε τα μάτια του και σύρθηκε σιγά - σιγά μέσα στις σκέψεις του. Όταν!

 «αγάπης αντηχεί φωνή
Σωτήρ του κόσμου εγεννήθη
Αγάλλονται οι ουρανοί! Οι ουρανοί»!

        Η ίδια μελωδία πάλι. Αυτή τη φορά έφτανε στ αυτιά του πεντακάθαρα. Ξεχώρισε τις φωνές των συμμαθητών του, του Σταύρου, του Φωκά και του Γεράσιμου, που ήρθαν από κάτω να τον πάρουν για τα κάλαντα. Να μαζέψουνε και κάνα φράγκο.

«Δόξα Θεώ! Δόξα Θεώ!
Των μάγων τα δώρα, χρυσός και κασσία
Ξενίζει φάτνην τον Θεόν.
Αγάλλου άχραντε Μαρία…»

        Περπάτησαν μαζί τη γειτονιά και το Κάστρο και το Κουρμανιό και την Καλούτσα. Πέρασαν απ όλα τα φτωχόσπιτα και τις μονοκατοικίες των πλουσίων κι απ όλα τα εμπορικά της Ανεξαρτησίας και της Αβέρωφ. Και βρήκαν όλες τις πόρτες ανοιχτές και τις καρδιές των νοικοκυραίων ζεστές και γενναιόδωρες. Μάζεψαν ένα σωρό δεκάρες και φραγκοδίφραγκα και δυο ασημένια εικοσάρικα. Και τα μοιράσανε στα τέσσερα και κάνανε μετά τα σχέδιά τους, πως θα τα ξοδέψουν. 
        Και τότε, ξαφνικά! Ένας εκκωφαντικός θόρυβος τάραξε τον ύπνο του. 
        -       Παππού να τα πούμε; Να τα πούμε;
        Άνοιξε ανήσυχος τα μάτια του κι αντίκρισε τις γελαστές φατσούλες των εγγονών του. Κράταγαν στα χέρια τους έναν δαίμονα που φέρανε μαζί τους από την πρωτεύουσα και που τον λέγαν τάμπλετ ή …κάπως έτσι. Στρίγγλιζε ο ¨δαίμονας¨ με έξτρα διάτονο και ξέφρενο ρυθμό  το ¨Καλήν ημέραν άρχοντες….¨ και οι πιτσιρικάδες συμπλήρωναν την παραφωνία σε πρίμο σεκόντο.
        -       Βρε ζαγάρια με τρομάξατε! Τους μάλωσε καλόκαρδα. Και μετά τα αγκάλιασε τα φίλησε, τους ευχήθηκε χρόνια πολλά και τους έδωσε κι από ένα δεκάευρω που τα φύλαγε κάτω από το μαξιλάρι του γι αυτό το σκοπό.
        Μερίμνησε η κυρά Χριστίνα να φάνε γρήγορα οι μπόμπιρες το πρωινό τους και να ντυθούν καλά, πριν βγουν για τα κάλαντα στα γύρω σπίτια και τις πολυκατοικίες.
        Ο κυρ Θωμάς δεν είχε καμιά ιδιαίτερη μόρφωση από σχολαρχεία και πανεπιστήμια, αλλά είχε ακούσει πολλές φορές απ τον πατέρα του και τους παλιούς, για το πνευματικό και το κοσμικό νόημα των Χριστουγέννων. Έτσι, είχε φροντίσει όλες τις προηγούμενες μέρες να εκμεταλλευτεί τη λαχτάρα των παιδιών για τις γιορτές, και να τους εξηγήσει με τον δικό του μοναδικό τρόπο, πως η γέννηση του Χριστού, δεν είναι ένα οποιοδήποτε γεγονός, αλλά η ίδια η εμφάνιση, με σάρκα και οστά, του Θεού πάνω στη γη κι ανάμεσά μας. Είναι η ελπίδα που μας κρατάει δυνατούς απέναντι στους πειρασμούς και στις δυσκολίες. Ωστόσο, ήξερε τώρα καλά, πως ήταν σημαντικό  πέρα απ το πνευματικό νόημα των Χριστουγέννων να έχουν τα παιδιά ευτυχισμένες γιορτινές εικόνες και μνήμες, από τη λειτουργία στην εκκλησία, το σπιτικό τραπέζι, το στόλισμα του δένδρου, τα δώρα και τα κάλαντα. Έστω κι αν τα τελευταία - τα κάλαντα - λέγονται σήμερα από τα παιδιά με τον δικό τους  επαναστατικό τρόπο. 
        Το μεσημέρι, κάθισαν όλοι μαζί στο γιορτινό τραπέζι. Τα παιδιά συζητούσαν για τα χρήματα που μάζεψαν και για τα δώρα που πήραν . Η κυρά Χριστίνα πηγαινοέρχονταν στην κουζίνα και ο κυρ Θωμάς αντλώντας μερίδιο απ τη χαρά των παιδιών, σιγομουρμούριζε ασυναίσθητα κάτω απ τα μουστάκια του τα κάλαντα. «Καλην ημέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας, Χριστού τη θεία γέννηση να πω στ΄ αρχοντικό σας… σ΄ αυτό το σπίτι πού ΄ρθαμε πέτρα να μη ραγίσει κι ο νοικοκύρης του σπιτιού, χρόνια πολλά να ζήσει».
        «Κι τ΄ χρόν κυρά!!!». Φώναξε, άθελά του, μ όλη του τη δύναμη ο κυρ Θωμάς και γέλασαν όλοι μαζί με την ψυχή τους…!


Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

ΤΑ ΠΟΛΥΤΙΜΟΤΕΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ!

          -        Γιατί κλαις μάνα;
          -        Από χαρά είναι κόρη μου!
          -        Θα έρθω πάλι μάνα να σε δω σε λίγες μέρες, παραμονή των Χριστουγέννων. 
           Κάθε φορά που η Άντζυ επισκέπτονταν τον οίκο ευγηρίας, ένοιωθε πως το τελευταίο δάκρυ της πεθεράς της, το δάκρυ του αποχαιρετισμού, κύλαγε πάνω σ ένα κρυφό παράπονο. Ένα παράπονο που κόμπιαζε όταν ανέβαινε ως τα τρεμάμενα τα χείλη της και που η Άντζυ, δεν τόλμησε ποτέ της να ρωτήσει!  
           Πάνε μερικά χρόνια τώρα που «αναγκάστηκαν» να φέρουν την ηλικιωμένη μητέρα σ΄ αυτό το ίδρυμα. Οι κοινωνικές συνθήκες βλέπεις! Οι περιστάσεις! Οι απαιτήσεις των παιδιών που μεγάλωναν, η προαγωγή του συζύγου στην εταιρεία, οι ανάγκες του σπιτιού και βέβαια η σύγχρονη ζωή, που τους φόρτωσε μ΄ ένα σωρό ...υποχρεώσεις.  
           -          Εκεί θα είναι καλύτερα και για την ίδια.
           -          Θα κάνει και παρέα με ανθρώπους της ηλικίας της η καημένη.
           -          Θα έχει ιατρική φροντίδα όλο το εικοσιτετράωρο. 
           -      Τηλεόραση στο δωμάτιό της και όλα τα κομφόρ. Και από καθαριότητα κι από φαγητό; Καλύτερα κι από το σπίτι! Χωρίς αμφιβολία!
           -          Μήπως δεν έχει το κουμάντο της; Τη σύνταξή της; Αρχόντισσα γυναίκα είναι και περήφανη. Δεν θέλει να γίνεται βάρος σε κανέναν!
           Αυτά κι άλλα τόσα ήταν τα «ακλόνητα» επιχειρήματα που οδήγησαν τη δόλια τη μάνα στο γηροκομείο, μακριά από το σπίτι που μεγάλωσε και που η ίδια με χαρά το έγραψε στο γιο της τον Χαρίδημο όταν παντρεύτηκαν με την Άντζυ. Ωστόσο, όλοι τη θυμόντουσαν στο σπίτι και πιότερα απ όλους, η Άντζυ. Πάντα τυπική, κάθε Σάββατο πρωί την επισκεπτόταν στην αίθουσα υποδοχής για να τα πούνε σαν τη μάνα με την κόρη. Μια στις τόσες μάλιστα, όταν ο Χαρίδημος είχε ρεπό απ΄ τη δουλειά του, τον έπαιρνε κι αυτόν μαζί της. 
           Αυτό το Σάββατο, το επισκεπτήριο δεν κράτησε και πολύ ώρα. Θες η λίστα των καλεσμένων στη Χριστουγεννιάτικη ρεβεγιόν που δεν είχε ακόμα συμπληρωθεί, θες το στόλισμα του δένδρου και του σπιτιού, βάλε λίγο και την οργάνωση του πρωτοχρονιάτικου ταξιδιού στο Βερολίνο που της έταξε ο Χαρίδημος από τα πέρυσι, όλα μαζεμένα, την άγχωσαν την Άντζυ και την φόρτωσαν ευθύνες. Ήταν και τα δώρα, ήταν και τα ψώνια, ήταν και το γυμναστήριο, ήταν και τα κομμωτήρια… σκέτη απελπισία! 
           Έτσι, αργά το μεσημέρι γύρισε κατάκοπη στο σπίτι της, αφού πρώτα πέρασε από το σούπερ μάρκετ και αγόρασε μερικές μερίδες έτοιμο φαγητό για να μη χαλάσει στο μαγείρεμα το μανικιούρ που μόλις είχε κάνει στου «Άραμις», στη μικρή πλατεία. Δεν πρόλαβε όμως καλά καλά να βγάλει το κλειδί από την πόρτα, όταν:  
           -          Τι έγινε Χαρίδημε; Πως και γύρισες νωρίς στο σπίτι σήμερα; Τι μούτρα είναι αυτά;
           -          Γυναίκα, όπως είσαι πάρε τα ψώνια και γύρισέ τα πίσω, ξέσπασε ο Χαρίδημος. Η εταιρεία φαλίρισε κι εμείς βρεθήκαμε στο δρόμο. Άντε τώρα μέσα σ αυτήν την κρίση να βρω καινούρια δουλειά. Έχουμε κι όλες τις πιστωτικές μας κάρτες φορτωμένες. Χαθήκαμε! 
           Ο αιθέρας, το ξύδι και το οινόπνευμα, δεν στάθηκαν ικανά να συνεφέρουν την Άντζυ, που μπαΐλντισε και ξάπλωσε φαρδιά πλατιά πάνω στη μπορντώ δερματίνη του καναπέ του σαλονιού τους με ταχυπαλμία. Χρειάστηκε να επιστρατευτούν δυο τρία δυνατά χαστούκια του Χαρίδημου για να την επαναφέρουν και δυο τρεις ώρες για να την πιάσουν τα ηρεμιστικά που κατάπιε χωρίς να πιει νερό. 
           -          Να πας να φέρεις τη μάνα σου αμέσως, άρθρωσε με κόπο η Άντζυ τελικά. Δεν είμαστε τώρα για περιττά έξοδα, θα χρειαστούμε και τη σύνταξή της. Και τη Δευτέρα το πρωί, εγώ θα πάω στις τράπεζες κι εσύ στην εφορία και στη ΔΕΗ, για διακανονισμό. Μην πεις τίποτε στα παιδιά γιατί θα τρελαθούνε! 
           Ποιος θα το φανταζόταν λίγες μέρες πριν, πως η κρίση θα έμπαινε και στο σπίτι του Χαρίδημου. Ποιος θα μπορούσε να υποψιαστεί πως η χρεοκοπία θα χτύπαγε και τη δική του πόρτα. Αυτός ήταν και ο λόγος που βρήκε την οικογένεια απροετοίμαστη χρονιάρες μέρες. Τέρμα τα ψώνια, τέλος στα δωράκια για τους γνωστούς και τους φίλους, πάει και το ταξίδι στο Βερολίνο, κόπηκε απότομα και το γυμναστήριο της Άντζυ, ακυρώθηκε και το ραντεβού στο κομμωτήριο, χάλασε και το μανικιούρ που με τόση επιμέλεια περιποιήθηκε ο «Άραμις» αυτοπροσώπως. 
           Έτσι, το μεσημέρι ανήμερα των Χριστουγέννων, βρήκε μετά από πολύ καιρό, όλη την οικογένεια μαζεμένη γύρω από το γιορτινό τραπέζι. Και όλως περιέργως, ήταν όλοι τους απροσποίητα χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Έφτασε και η ώρα να ανταλλάξουν τις ευχές και τα προσωπικά τους τα δωράκια. 
           Όταν ήρθε η σειρά της γιαγιάς, αντί για δώρα, τους διηγήθηκε μια τρυφερή χριστουγεννιάτικη ιστορία. Την ιστορία της γεννήσεως του Θεανθρώπου. Μια ιστορία που την είχαν ξανακούσει από τα χείλη της πολλές φορές, αλλά συνεπαρμένοι από τα λαμπερά και πανάκριβα δώρα που τους περίμεναν κάτω από το στολισμένο δένδρο, ποτέ τους δεν της είχαν δώσει την πρέπουσα σημασία. Τούτη όμως τη φορά την άκουσαν με προσοχή και φάνηκε πως νοιώσανε το μήνυμά της. Πως δηλαδή, η γέννηση του μικρού Χριστού έφερε στον κόσμο την ελπίδα που μας κρατάει όλους δυνατούς απέναντι στους πειρασμούς και στις δυσκολίες της ζωής.  Ύστερα, σηκώθηκε από τη θέση της με δυσκολία κι έφερε από το δωμάτιό της το ξύλινο το σκαλιστό κουτί που φύλαγε τις αναμνήσεις της. Το άνοιξε με προσοχή και κράτησε μέσα στα ρυτιδιασμένα της τα δάχτυλα, σαν να ήταν τα πολυτιμότερα πράγματα του κόσμου, δυο μικρές χριστουγεννιάτικες μπαλίτσες τυλιγμένες σε κατακόκκινο γυαλιστερό χαρτί που έγραφαν με … ορνιθοσκαλίσματα: «Καλά Χριστούγεννα» . 
           -          Εμείς τις φτιάξαμε γιαγιούλα τις μπαλίτσες όταν είμασταν πολύ μικρά. Το θυμάσαι; Για να στολίσουμε το δένδρο. Φώναξαν χαρούμενα τα εγγονάκια της και τις αρπάξαν με χαρά, για να τις κρεμάσουνε μαζί με τ΄ άλλα τα στολίδια.   
           -          Γιατί κλαις μάνα; 
           -          Από χαρά είναι γιε μου που …βρήκα πάλι τα παιδιά μου που τα είχα χάσει! Είπε η μάνα και σήκωσε το βλέμμα της στις χάρτινες μπαλίτσες που είχαν εν τω μεταξύ κρεμάσει τα εγγονάκια της στο πιο ψηλό κλαδί του δένδρου, δίπλα στ΄ αστέρι. 

Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2015

ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ

Πολύ κουβέντα γίνεται τα δύο τελευταία χρόνια, γύρω από τη μορφή του Χριστουγεννιάτικου δένδρου της κεντρικής πλατείας της πόλης μας. Νέες εναλλακτικές προτάσεις έχουν αντικαταστήσει το παραδοσιακά στολισμένο έλατο και τη φάτνη. Ιδιαίτερες επιλογές, που βάζουν σε δοκιμασία την καλαισθησία των πολιτών.
Είναι προφανές, πως έχει επικρατήσει στους αρμόδιους η αντίληψη ότι ο μέσος Γιαννιώτης, ξάφνου ανέπτυξε εξελιγμένο καλλιτεχνικό αισθητήριο, απέκτησε ξεχωριστή φινέτσα και έγινε λάτρης της μοντέρνας τέχνης. Πως είναι σε θέση πλέον, αν και Βαλκάνιος, να εκτιμήσει τα σύγχρονα αισθητικά ρεύματα που καταφθάνουν διαρκώς, από ορισμένες (ευτυχώς όχι πολλές) ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Πως έχει κατά κάποιον τρόπο υποχρέωση, μέσα στα πλαίσια μιας προοδευτικής προσέγγισης της έμπνευσης, να υποδεχθεί με κατανόηση και θαυμασμό την εικόνα ενός κρεμασμένου ανάποδα δένδρου, απαλλαγμένου από τα βαρίδια της φάτνης, που στο κάτω κάτω της γραφής, έτσι όπως είναι γυρισμένο ανάποδα, πιάνει λιγότερο χώρο και αναδεικνύει με απαράμιλλο γούστο τα Χριστουγεννιάτικα στολίδια!     
Ως έθιμο, το στόλισμα του Χριστουγεννιάτικου δένδρου, καθιερώθηκε στην Ευρώπη από τον όγδοο αιώνα για να αντικαταστήσει άλλα, μη χριστιανικά παρόμοια έθιμα της αρχαιότητας. Στην Ελλάδα το έφεραν οι Βαυαροί επί της εποχής του Όθωνα. Η ιδέα ενθουσίασε μικρούς και μεγάλους, υιοθετήθηκε αμέσως και αποτελεί έκτοτε σύμβολο και μέρος της ελληνικής κουλτούρας.
Η περυσινή εναλλακτική σύνθεση από πλαστικούς αποχετευτικούς σωλήνες, αποδοκιμάστηκε έντονα από τους Γιαννιώτες, οι οποίοι επιμένουν - και καλά κάνουν - παραδοσιακά. Το ίδιο συμβαίνει και με την φετινή έκδοση του Χριστουγεννιάτικου δένδρου που σε στιλ χαρτοκοπτικής και με έκδηλη προσπάθεια να εξάψει την φαντασία, μοιάζει να απευθύνεται αποκλειστικά και μόνο στις παιδικές ηλικίες. Έτσι λοιπόν, όπως είναι φυσικό, θεωρείται από τους περισσότερους και η φετινή πρόταση όχι ιδιαίτερα επιτυχημένη και αποδεκτή, αν και αισθητικά χαρακτηρίζεται πιο συμβατική σε σχέση με την περυσινή.
Άρεσε λοιπόν σε μερικούς το φετινό δένδρο και απέσπασε τα κολακευτικά τους σχόλια. Ωστόσο και αυτοί ακόμη πιστεύουν, ότι σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά που έχει, δεν θα έπρεπε να τοποθετηθεί στην κεντρική πλατεία. Πιο ταιριαστή θα ήταν η θέση του μέσα σε έναν παιδότοπο, ανάμεσα σε άλλες παρόμοιες ευρηματικές κατασκευές όπως είναι οι λαβύρινθοι με τα μπαλόνια και τα τεράστια χρωματιστά, πλαστικά και ξύλινα φινιστρίνια.
Κάποια φίλη παρατήρησε: «Δεν υπάρχει φάτνη! Ψάξτε στην πλατεία όσο θέλετε! Ένας Θεός ξέρει τι φωτίζει το άστρο της Βηθλεέμ που βρίσκεται στην κορυφή του. Ίσως φωτίζει την πολυπολιτισμικότητα, ίσως την πανανθρώπινη συνύπαρξη, ίσως ακόμα την πολιτιστική ολοκλήρωση μέσα από τη διαφορετικότητα. Ίσως και …τίποτα! Μπορεί να είναι καλύτερα έτσι, συνέχισε. Φαντάζεστε κάποια στιγμή, να δούμε αντί για την κλασική παραδοσιακή φάτνη, ένα τεράστιο κομμάτι τυρί έμμενταλ γεμάτο τρύπες και μέσα από αυτές να προβάλει χαμογελαστό, αντί για το Θείο Βρέφος, το τετράγωνο κεφάλι του Μπομπ του Σφουγγαράκη;»!
Υπερβολική η φίλη, ωστόσο δεν θα διαφωνήσω μαζί της στο ότι σε ολόκληρη την έκταση της πλατείας που φιλοξενεί το δένδρο, δεν έχει τοποθετηθεί φάτνη! Εκτός κι αν ο καλλιτέχνης την τοποθέτησε κάπου ανάμεσα στις τρύπες και τις κουδούνες της κατασκευής του και αδυνατεί να την εντοπίσει η σκουριασμένη μου φαντασία!  
Ευτυχώς που ο Στρατός μας, σώζει για μια ακόμη φορά την κατάσταση. Τοποθέτησε όπως κάθε χρόνο στην κεντρική είσοδο της VIII Μεραρχίας Ηπείρου – Κατσιμήτρου, την καθιερωμένη φάτνη του, πιστός θεματοφύλακας των παραδόσεων και των ηθών της πατρίδας μας.
Ας είναι! Νομίζω, πως την καλύτερη πρόταση για την προώθηση εναλλακτικών, «cool» ιδεών για Χριστουγεννιάτικα δένδρα, την άκουσα από έναν έμπειρο εκπαιδευτικό που είχε ασχοληθεί στο παρελθόν με τα κοινά:
Πρότεινε να καθορισθεί ένας χώρος - όπως παραδείγματος χάριν η πλατεία Λορέντζου Μαβίλη στο Μώλο - στον οποίο κάθε χρόνο τέτοια εποχή, θα διοργανώνεται ένας καλλιτεχνικός διαγωνισμός, με καινοτόμες και πρωτοποριακές ιδέες για τα Χριστουγεννιάτικα δένδρα. Εκεί, θα δίνεται η ευκαιρία σε κάθε καλλιτέχνη, να κατασκευάζει επί τόπου και να παρουσιάζει ελεύθερα τη δική του ιδιαίτερη πρόταση. Θα μπορεί έτσι να βγάζει τα εσώψυχά του και να περνά μέσα από το έργο του, όποια μηνύματα τραβάει η ψυχή του, πληρώνοντας ωστόσο τα έξοδα της έμπνευσης και της κατασκευής του από την τσέπη του, χωρίς να επιβαρύνονται με αυτά οι δημότες και το ταλαιπωρημένο ταμείο του Δήμου.
Καλά Χριστούγεννα!


Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2015

Η ΕΞΥΠΝΗ ΠΟΛΗ (;)

       
    Το θέμα το βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Μου κίνησε αμέσως την περιέργεια. Έτσι λοιπόν τις προάλλες, χωρίς δεύτερη σκέψη, αποφάσισα να παρακολουθήσω την ημερίδα που αφορούσε στη μετατροπή της πόλης μας σε «έξυπνη», με την χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας! Ήταν μια ημερίδα που διοργανώθηκε με μέριμνα του Δήμου Ιωαννιτών και της αναδόχου εταιρείας INFOTRIP AE.
            Ο καιρός δεν ήταν άσχημος κι έτσι ανηφόρησα με τα πόδια από το σπίτι μου προς το ξενοδοχείο που φιλοξενούσε την εκδήλωση, απολαμβάνοντας τη διαδρομή από τους κεντρικούς δρόμους και τις πλατείες, που άρχισαν διστακτικά να στολίζονται Χριστουγεννιάτικα. Εξοικειωμένος καθώς είμαι με την κατάσταση των πεζοδρομίων της πόλης μας, έφτασα έγκαιρα στον προορισμό μου χωρίς να πάθω κάποιο ατύχημα.

            Η αίθουσα κατάμεστη. Οι εισηγητές – ομιλητές, φρόντισαν να παρουσιάσουν τα θέματα με εξαιρετική σαφήνεια, αποφεύγοντας τις δυσνόητες επιστημονικές ορολογίες που θα  δυσκόλευαν κάποιον μη ειδικό στους τομείς της πολεοδομίας, της συγκοινωνιολογίας και της εξελιγμένης τεχνολογίας να τα παρακολουθήσει.

Παρουσιάστηκαν αρχικά, δύο έργα που ήδη βρίσκονται στο στάδιο της υλοποίησης και αφορούν:

Το πρώτο, στην προμήθεια – εγκατάσταση – λειτουργία μιας ολοκληρωμένης πλατφόρμας διαχείρισης δεδομένων, που θα πληροφορεί τους πολίτες για τις συνθήκες κίνησης των οχημάτων στους δρόμους της πόλης μας σε πραγματικό χρόνο, καθώς και για την δυνατότητα ή μη, εξεύρεσης θέσης σταθμεύσεως στο κέντρο.

Το δεύτερο, στην εγκατάσταση ενός καινοτόμου συστήματος εξοικονόμησης πόρων – καυσίμων, και στην βελτιστοποίησης της μεθόδου συλλογής των απορριμμάτων.

Αναπτύχθηκαν επίσης, όλες εκείνες οι καινοτόμες εφαρμογές που όταν εγκατασταθούν, θα μετατρέψουν την πόλη μας σε έξυπνη και φιλική.

 -   «Τελικά, μια έξυπνη πόλη είναι μια πόλη φιλική προς τους πολίτες της»! Αυτό τόνισε με έμφαση ο αρμόδιος αντιδήμαρχος στην εισήγησή του και υποσχέθηκε την βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών.

Είναι άραγε η ψηφιακή τεχνολογία το μόνο που χρειάζεται η πόλη μας για να χαρακτηρισθεί έξυπνη και φιλική; Έχουν προβλεφθεί οι απαραίτητες πολεοδομικές και συγκοινωνιακές υποδομές, που θα καταστούσαν αυτό το έργο επαρκώς αποδοτικό και ικανό να αποσβέσει κάποτε το κόστος προμήθειας, εγκατάστασης, λειτουργίας και συντήρησής του; Είναι δικαιολογημένος ο ενθουσιασμός των αξιόλογων ομιλητών που ανέλυσαν τα σχετικά θέματα; Είναι η ανάπτυξη ενός τέτοιου συστήματος η πρώτη μας προτεραιότητα;  

Προσωπικά αμφιβάλλω! Για το μόνο που είμαι σίγουρος, προς το παρόν, είναι πως η πόλη μας είναι πανέμορφη, παραμελημένη και από τους πολίτες της αδικημένη. Η άποψή μου αυτή, δεν έχει να κάνει με την σημερινή Δημοτική Αρχή, η οποία αν και δείχνει πολύ καλά σημάδια, είναι πολύ νωρίς ακόμα για να κριθεί για το έργο της. Τα προβλήματα είναι διαχρονικά και απορρέουν από την αδυναμία των πολιτικών παρατάξεων να εκπονήσουν και να εφαρμόσουν με συνέπεια, έναν μακροπρόθεσμο, ρεαλιστικό, συναινετικό και δεσμευτικό, «έξυπνο» σχεδιασμό!

Παρότι η πόλη μας δεν είναι ούτε Βερολίνο, ούτε Βερόνα (Πόλεις που προβλήθηκαν ως πρότυπο κατά την παρουσίαση του προγράμματος) εύχομαι η προσπάθεια αυτή να στεφθεί με μεγάλη επιτυχία και να τύχει της μεγαλύτερης δυνατής εκμετάλλευσης προς όφελος των πολιτών της.

Κάποια από τα εγκληματικά λάθη και παραλήψεις που έγιναν κατά το παρελθόν σε θέματα σχεδιασμού των υποδομών, μπορούν να διορθωθούν ακόμη και τώρα. Κάποια άλλα όχι. Κάτι παρόμοιο συνέβη κάποτε και στην Αθήνα, όταν η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, αποφάσισε να μελετήσει και να θέσει σε εφαρμογή, ένα μακρόπνοο πολεοδομικό - κυκλοφοριακό σχέδιο για το λεκανοπέδιο της Αττικής. Αποδείχθηκε εκ των υστέρων ότι κάτι τέτοιο ήταν ανέφικτο, καθότι η κατάσταση που είχε ήδη δημιουργηθεί στις υποδομές, από τις προχειρότητες και τις «εξυπηρετήσεις» διαφόρων ισχυρών παραγόντων της εποχής, απαιτούσε για την διόρθωσή της, έναν ολόκληρο κρατικό προϋπολογισμό.

Φεύγοντας από τον χώρο της εκδήλωσης για να επιστρέψω στο σπίτι μου και επηρεασμένος καθώς ήμουν από το περιεχόμενο των διαλέξεων της ημερίδας, παρατήρησα ότι είναι αδύνατον να απομακρυνθεί από το πολυτελέστατο ξενοδοχείο κάποιος που χρησιμοποιεί αναπηρικό καροτσάκι χωρίς τη βοήθεια συνοδού, καθώς στο πεζοδρόμιο δεν υπάρχει πρόβλεψη για τους ανθρώπους με αναπηρία. Επίσης, στάθηκε αδύνατον να φτάσω στο σπίτι μου κάνοντας χρήση των υφιστάμενων διαβάσεων πεζών.
Για ύπαρξη ποδηλατοδρόμων, για  στοιχειώδη οργάνωση της κυκλοφορίας, για το επίπεδο της καθαριότητας, και για την κατάσταση των οδοστρωμάτων και των πεζοδρομίων, δε γίνεται λόγος!   


Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2015

Ο Τζίτζικας και ο Μέρμηγκας.

         
         Μια φορά κι ένα καιρό, ένας τζίτζικας κι ένας μέρμηγκας, ζούσαν ¨πειθαρχημένα¨ σε μια όμορφη χώρα που τη λέγαν Λένγκω. Το τζιτζίκι είχε φτιάξει την φωλιά του στα κλαδιά ενός πανύψηλου δέντρου (ρετιρέ), ενώ το μυρμήγκι στις ρίζες  του (ημιυπόγειο).
          Μετά από εφτά χρόνια φαγούρας και πάλης ξεκίνημα, ήρθε στη Λένγκω, η εποχή της μεταπολίτευσης και της μεγάλης αλλαγής. Επιτέλους, ανέτειλε για όλους, της δικαιοσύνης ο ήλιος ο νοητός κι έφερε μαζί του γλυκό ψωμί, παιδεία και ελευθερία.

Ο αρχηγός ο ήλιος, πιστός στο καθήκον του, σε τράβαγε πρωί - πρωί απ΄ το μανίκι για να πας για τη δουλειά. Έτσι ο μέρμηγκας, ιδροκοπώντας τίμια, ασταμάτητα και ανθυγιεινά, κατάφερε να φτιάξει πετραδάκι - πετραδάκι  το τσαρδάκι του και να χτυπήσει κι ένα δάνειο με ευνοϊκούς όρους για να παίξει στο χρηματιστήριο, όπως τον συμβούλεψε εξάλλου η κυβέρνηση του δάσους. 
          Από την άλλη, ο τζίτζικας, έπιασε το νόημα από την αρχή. Πέταξε τη γραβάτα της συντήρησης, έμεινε ολίγον αξύριστος, φόρεσε το ζιβάγκο της προόδου, δήλωσε πρώην αντιστασιακός και κατέλαβε μιαν περίλαμπρον θέσιν εις το πολιτικόν γίγνεσθαι της εποχής, με ειδικότητα  στο κοινωνικοποιείν, στο στρατολογείν και στο διορίζειν συντρόφους στο Δημόσιο και στις ΔΕΚΟ, φυσικά με το …αζημίωτο. Σαν κάθε σωστός τζίτζικας που σέβεται τον εαυτό του, αγαπούσε- εκτός από τον Μεγάλο - και το λαϊκό τραγούδι. Τραγουδούσε με μεγάλη επιτυχία στον Αστέρα της Βουλιαγμένης και σε πολυτελή σοσιαλιστικά κότερα που περιπλέανε στις φιλόξενες θάλασσες. Το χρήμα άρχισε να ρέει ασταμάτητα! Ας ήταν καλά οι επιδοτήσεις του υπουργείου κουλτούρας, που φρόντιζε και προωθούσε με πάθος, κάθε προσπάθεια εκδημοκρατισμού και εκσυγχρονισμού των ηθών και των εθίμων της οπισθοδρομικής ως τότε ελληνικής κοινωνίας, που ήταν βουτηγμένη στα ταμπού και στις αναχρονιστικές προκαταλήψεις.
 
          Όμως, πέρασε γρήγορα ο καιρός, έφυγε και το καλοκαιράκι παίρνοντας μαζί του τα πακέτα Ντελόρ, τις φιέστες, τις Ολυμπιάδες, τα πρίμο, τις χωματερές, τους μετροπόντικες, τα σουάπς, την αφασία και την επανίδρυση του κράτους και έδωσε τη θέση του στο φθινόπωρο, στη βαρυχειμωνιά, στο κρύο, στο ΔΝΤ, στην τρόικα, στα μνημόνια, στους επιτρόπους και στην ανηλεή, άμεση και έμμεση φορολογία. Ο ουρανός συννέφιασε, ψιλή βροχούλα έπιασε και κάποιος έπρεπε να πληρώσει τα σπασμένα. Κι επειδή στη Λένγκω δεν λειτουργούσε τίποτε σωστά από την πολύ την αλλαγή, λογικό ακούστηκε, πως θα έπρεπε να πληρώσουν οι έχοντες και οι κατέχοντες, δηλαδή τα μυρμηγκάκια .  
          Ο μέρμηγκας της ιστορίας μας, στην αρχή, ολίγον χαιρέκακα, νομίζοντας πως έχει εξασφαλίσει ένα κεραμίδι πάνω απ το κεφάλι του και μια δουλίτσα, καθόταν στον καναπέ και απολάμβανε υπνωτισμένος, τις ειδήσεις των οκτώ. Όταν όμως μπήκαν σε εφαρμογή μία μία οι σελίδες των μνημονίων, όταν απολύθηκε και δεν προλάβαινε να πληρώνει τους φόρους και τα χαράτσια για το ¨κεραμίδι¨, τότε κατάλαβε το πάθημά του. Αγανάκτησε και σκέφτηκε να αντιδράσει και να διαμαρτυρηθεί στα Συντάγματα, στις πλατείες και στα καφενεία. Αίφνης όμως ο ταλαίπωρος συνειδητοποίησε, πως δεν ήταν φτιαγμένος για τέτοια. Πήγε λοιπόν και έπιασε τον τζίτζικα που είχε DNA αγωνιστή κι επαναστάτη. 
          - Καλέ μου γείτονα, σε παρακαλώ, έλα να κάνουμε μαζί μια επανάσταση για να τρομάξουμε την τρόικα, τους θεσμούς και τους τραπεζίτες, που με μαδήσανε!
 
          - Μα καλά, σαράντα χρόνια εσύ τι έκανες; Ρώτησε ο τζίτζικας.
          - Τι να κάνω ο καψερός; Δούλευα ασταμάτητα μέρα και νύχτα για τα παιδιά μου και για να έχω στα γεράματα το κάτι τις!
          - Ε! Αφού λοιπόν ήσουν τόσο βλάκας που δούλευες και δημιουργούσες την εποχή που όλοι εμείς μαζί , κλέβαμε, τρώγαμε, διασκεδάζαμε και βγάζαμε το παραδάκι μας στο εξωτερικό, ήρθε η ώρα τώρα να πληρώσεις.
Αυτά είπε ο τζίτζικας κι έτριψε με τα δυο του χέρια την τεράστια κοιλιά του. Ύστερα έστρεψε τοβλέμμα για πρώτη φορά αριστερότερα και κοίταξε με συμπάθεια τον άμοιρο τον ¨παράτυπο¨ τον μετανάστη, που εκείνη την ώρα γυάλιζε με ένα σφουγγαρόπανο το καγιέν με τις αστραφτερές, όφσορ εταιρικές και τις, όλως περιέργως, πλαστές του πινακίδες. 
Αχ, κενωνία άτιμη! Αχ, κενωνία ψεύτρα!
Η συνέχεια στις ειδήσεις των οκτώ, με την…


Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015

ΩΣΠΕΡ ΛΙΘΟΙ ΤΕ ΚΑΙ ΠΛΙΝΘΟΙ…


            Πριν ογδόντα πέντε περίπου χρόνια, ο Νίκος Καζαντζάκης, απεσταλμένος αθηναϊκής εφημερίδας  στον ναό της αρχαίας Φιγαλείας στην καρδιά της Πελοποννήσου, σημείωνε:
            «Και ξάφνου, σ΄ ένα απογύρισμα του βουνού, υψώνεται ανεπάντεχα μπροστά του ο ξακουστός ναός του Επικουρίου Απόλλωνα.
            Ευθύς ως τον αντικρίσεις, καμωμένος όπως είναι με τις ίδιες πέτρες του βουνού, νοιώθεις την βαθειάν ανταπόκριση του τοπίου και του ναού. Σαν ένα κομμάτι του βουνού, πέτρα από την πέτρα του, φαντάζει ο ναός αξεχώριστα σφηνωμένος ανάμεσα στους βράχους, βράχος κι αυτός, μα βράχος που πέρασε από πάνω του το πνεύμα.
            Έτσι πελεκημένες και τοποθετημένες οι κολόνες του ναού, εκφράζουν την ουσία όλης ετούτης της βουνίσιας αυστηρότητας κι ερημιάς. Θαρρείς πως είναι η κεφαλή του τοπίου, η ιερή γυροτραφισμένη περιοχή, όπου μέσα προφυλαγμένος αγρυπνάει ο νους του.
            Κι εδώ η αρχαία τέχνη, συνεχίζοντας κι εκφράζοντας τέλεια το τοπίο, δε σε ξαφνιάζει. Επιτήδεια, ήρεμα, από μονοπάτι ανθρώπινο σε ανεβάζει, χωρίς να λαχανιάσεις, στην κορυφή».
            Και συνεχίζει ο μεγάλος Έλληνας στοχαστής:
            « Από το καλύβι του φύλακα βγήκε μια γριούλα και τη ρώτησα:
-          Και τι ναι δω;
-          Ε, δε βλέπεις, πέτρες.
-          Και γιατί έρχονται από την άκρα του κόσμου και τις βλέπουν;
Η γριά δίστασε μια στιγμή. Χαμήλωσε τη φωνή της:
-          Είσαι ξένος; με ρωτάει.
-          Όχι Έλληνας.
Πήρε θάρρος η γριούλα, σήκωσε τους ώμους:
-          Κουτόφραγκοι! έκαμε κι έσκασε στα γέλια».
Τι γρήγορα που κύλησαν τα χρόνια! Γρήγορα σαν νεράκι. Ωστόσο οι πέτρες μείνανε αγέραστες κι εμείς εδώ οι ιθαγενείς, καθόλου δεν αλλάξαμε, καθόλου! Ούτε οι κουτόφραγκοι αλλάξανε, αφού επιμένουν και σήμερα να έρχονται στη χώρα μας κατά χιλιάδες για να χαζέψουν τα λιθάρια. Κι αν δεν με πιστεύετε, ιδού πιο κάτω η απόδειξη, όπως μου τη φανέρωσε μια φίλη που πήγαινε γυρεύοντας! Ήθελε σώνει και καλά να επισκεφθεί τον βράχο της Θυσίας του Ζαλόγγου και τα ερείπια της πάλαι ποτέ πανέμορφης Κασσώπης, που τώρα οι ντόπιοι, παρά τις δόξες που είχε κάποτε γνωρίσει, την εγκατέλειψαν έτσι, τελείως παραμελημένη:
« Ήταν ένα όμορφο ζεστό πρωινό προς το τέλος του Αυγούστου όταν αποφασίσαμε μαζί με τον άντρα μου να πάμε στο Ζάλογγο. Αφήσαμε χαμηλά το αυτοκίνητο και κινήσαμε για την ανάβαση. Προχωρούσαμε αργά, παρέα με ένα ζευγάρι από το Κιλκίς και τα παιδάκια τους. Και πιο πάνω σκαρφάλωναν με απίστευτη ταχύτητα δυο Γερμανίδες τουρίστριες και ακόμη πιο πέρα, συνωστίζονταν κοντά στην κορυφή, πληθώρα από τουρίστες κατά ομάδες. Όσο ανεβαίναμε τόσο απλώνονταν τριγύρω μας το πανέμορφο ηπειρώτικο τοπίο που έφτανε ως το Ιόνιο πέλαγος κι ακόμα παραπέρα. Στις διπλανές ραχούλες μια άλλη θάλασσα από φασκόμηλο και ρίγανη και μέντα, έκανε την ανάσα μας ανάλαφρη. Είχα μεγάλο καημό να δω από κοντά το έργο του Γεωργίου Ζογγολόπουλου που όταν το έβλεπα από μακριά μου φαινόταν σα να κινείται σ έναν ατέρμονα χορό. Τον χορό της Θυσίας και της αυταπάρνησης που χόρεψαν οι ηρωίδες Σουλιώτισσες που προτίμησαν τον θάνατο από την ατίμωση.
Κάποτε φτάσαμε στην κορυφή συνεπαρμένοι, χωρίς να ιδρώσουμε, χωρίς να κουραστούμε. Το πλακόστρωτο δεν ήταν καθαρό, αλλά, εντάξει είπαμε περνάνε άνθρωποι και ζώα, δεν δώσαμε και τόση σημασία. Ύστερα, κάναμε μία έτσι, τραβήξαμε την πόρτα που ήταν δεμένη με σχοινιά και μπήκαμε στον χώρο του μνημείου. Και τότε είναι που μου πέσανε τα μούτρα! Δεν είχε μέρος να πατήσεις. Ο τόπος ήτανε γεμάτος ακαθαρσίες από τα ζωντανά που φαίνεται πως κάποιος τα έβαλε εκεί πρωτύτερα να τα φυλάξει. Οι δύο Γερμανίδες που είχαν φτάσει πριν από εμάς, έσπρωχναν με τα πόδια τους τις κοπριές για να κάνουν διάδρομο και να περάσουν. Άλλοι τουρίστες γελούσαν κι άλλοι δεν μπορούσαν να κρύψουν την αηδία από τα πρόσωπά τους. Τότε μας πλησίασε το ζευγάρι από το Κιλκίς. Δεν τολμάμε να μιλήσουμε ελληνικά, μας είπαν. Ντρεπόμαστε. Είπαμε κι άλλα διάφορα με αυτό το ζευγάρι, βγάλαμε και φωτογραφίες.
Τέλος πάντων, κατεβήκαμε κάτω. Η ώρα είχε πάει δώδεκα και είχαμε χρόνο να πάμε να δούμε και την αρχαία Κασσώπη που ήταν εκεί κοντά. Φτάνοντας στον χώρο της Κασσώπης συναντήσαμε μπροστά στην είσοδο, που ήταν κλειστή, ένα τζιπ με τέσσερις Πολωνούς, τις δύο Γερμανίδες, το ζευγάρι από το Κιλκίς και ένα μικρό λεωφορείο με Ιταλούς που είχαν μαζί τους και δυο παιδάκια που ο πατέρας τους ήταν Έλληνας και η μαμά τους Ιταλίδα.
-          Τι γίνεται εδώ πέρα βρε παιδιά;
-          Τι να γίνει; Η πόρτα είναι κλειστή και δεν υπάρχει φύλακας. Φαίνεται πως θα πείνασε και πήγε να ταϊστεί και να ποτιστεί!
Κι άλλη περιπέτεια μας περιμένει, σκέφτηκα. Ετοιμαστήκαμε όλοι να φύγουμε όταν οι δυο Γερμανίδες πέρασαν περιμετρικά στο συρματόπλεγμα και σε κάποιο σημείο που ήταν χαλαρό το ανασήκωσαν και τρύπωσαν μέσα έρποντας. Ακολουθήσαμε κι εμείς, σηκώσαμε πιο ψηλά τα σύρματα και μπήκαμε σκυφτοί.  
Τα δύο παιδάκια από το ιταλικό λεωφορείο που γνώριζαν πολύ καλά τα ελληνικά και ήταν ενημερωμένα για την ιστορία της αρχαίας αυτής πόλης και για τα βασικά κτίρια, ανέλαβαν να μας ξεναγήσουν στο θέατρο, στο ωδείο και στους ναούς. Ο χώρος απέπνεε γαλήνη και ενέργεια, χωρίς ωστόσο να έχει διάθεση να μας αποκαλύψει τα μυστικά του.Τον περιηγηθήκαμε όλον. Η θέα που μας προσέφερε ήταν μαγευτική. Μέσα στο ίδιο οπτικό πεδίο χώραγε η Λευκάδα, το Άκτιο, το Ιόνιο και όλη η κοιλάδα που στρωνότανε μπροστά μας σαν χαλί. Αυτό ήταν!
Φεύγοντας οι περισσότεροι ευχαρίστησαν τις Γερμανίδες για την πρωτοβουλία τους, γιατί είχαν κάνει χιλιάδες χιλιόμετρα οι άνθρωποι να έρθουν να δουν αυτές εδώ τις ¨πέτρες¨ και θα ήταν κρίμα να φύγουν άπραγοι, από την αδιαφορία της ελληνικής πολιτείας και των ντόπιων, που φαίνεται πως δεν είναι σε θέση να εκτιμήσουν τον πνευματικό και υλικό θησαυρό, που αγκαλιάζει αιώνες τώρα αυτός εδώ ο τόπος».  

Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2015

Ο ΗΛΙΚΙΑΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΚΑΙ Η «ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΕΝΗ» ΓΕΦΥΡΑ

          «Σύμφωνα με τον Ηλικιακό Χάρτη της χώρας και τα στοιχεία που έδωσε στην δημοσιότητα η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία, τα ορεινά χωριά της Ηπείρου έχουν τον πιο γερασμένο πληθυσμό. Στην κορυφή της λίστας βρίσκονται οι Δήμοι των Κεντρικών και Βόρειων Τζουμέρκων, με μέσο όρο ηλικίας των κατοίκων τους στα 57,9 και 52,8 έτη αντίστοιχα». 

          Η είδηση αυτή που αποτελεί αιτία έντονου προβληματισμού… στάθηκε αφορμή να ανασύρω από τη μνήμη μου ένα περιστατικό που συνέβη στο χωριό Ματσούκι Ιωαννίνων στα μέσα Νοεμβρίου του 1981. Ένα χωριό πανέμορφο, έτσι όπως το βλέπεις να στέκεται γαντζωμένο στις απόκρημνες ράχες της οροσειράς της Πίνδου. Ένα χωριό που εκείνη την εποχή έσφυζαν οι δρόμοι του, η πλατεία και τα φιλόξενα σπιτάκια του, από ζωή και νιάτα.    

          Όλα ξεκίνησαν στην αίθουσα υποδοχής του πολιτικού γραφείου του υπουργού Εθνικής Αμύνης, λίγους μήνες νωρίτερα. Η επιτροπή που κατέβηκε από το χωριό να τον συναντήσει ήταν αποφασισμένη: «Ή τώρα ή ποτέ». « Πλησιάζουν οι εκλογές». «Αν δεν γίνει και τώρα αυτή η αναθεματισμένη γέφυρα κύριε υπουργέ, θα σβήσουμε από τον χάρτη». «Διαδρομή πέντε λεπτών με το αυτοκίνητο την κάνουμε σε μια ώρα με τα μουλάρια και κοντεύουμε κάθε φορά να σκοτωθούμε». 

         Τα επιχειρήματα της επιτροπής ήταν αφοπλιστικά και η διάθεση του υπουργού να βοηθήσει τον τόπο, πασιφανής. Έτσι, στα πλαίσια της κοινωνικής του προσφοράς ανέλαβε δράση ο Στρατός, που πήρε άμεσα εντολή να κατασκευάσει μια μεταλλική γέφυρα, με δικά του μέσα και προσωπικό.   

         Κάπως έτσι εξελίχθηκαν τα πράγματα και το επόμενο διάστημα, αψηφώντας το χιόνι και την παγωνιά, εγκαταστάθηκε κλιμάκιο του Τάγματος Μηχανικού της 8ης Μεραρχίας  κοντά στο χωριό και συναρμολόγησε με ακρίβεια και πειθαρχία τη γέφυρα. Δεν έμενε, παρά να τοποθετηθούν τα ειδικά κύλιστρα πάνω στα οποία θα έπρεπε να κυλιστεί η γέφυρα για να πατήσει στην απέναντι πλευρά του ανοίγματος που δημιουργούσε μια απόκρημνη χαράδρα. Μια  χαράδρα που εμπόδιζε την ένωση του χωριού με το επαρχιακό οδικό δίκτυο και το καταδίκαζε στην απόλυτη απομόνωση. 


         Ο κλήρος γι αυτή τη δουλειά έλαχε σ΄ εμένα. Έτσι, με έναν έφεδρο Ανθυπολοχαγό που πήρα για βοηθό και δέκα δώδεκα γεροδεμένα λεβεντόπαιδα του Λόχου Σκαπανέων, περάσαμε στην απέναντι πλευρά για να υποδεχθούμε και να καθελκύσουμε τη γέφυρα.

        Όταν φτάσαμε, ήταν ακόμα νύχτα. Τρυπώσαμε στην εσοχή ενός τεράστιου βράχου, φορώντας τα κράνη στα κεφάλια μας, για να προστατευτούμε από τις πέτρες και τα σπασμένα κλαριά που μας έριχνε ασταμάτητα ο τεράστιος ορεινός όγκος που ορθώνονταν σα σκιάχτρο από πάνω μας. Νοιώθαμε σα να ήθελε μ αυτόν τον τρόπο να μας προγκήξει και να μας μηνύσει πως ήμασταν ανεπιθύμητοι, για την παρέμβαση που κάναμε στο άγριο και απίστευτης ομορφιάς τοπίο των Τζουμέρκων. 

          Λουφαγμένοι ο ένας πλάι στον άλλον, για να αντιμετωπίσουμε το κρύο που μας τρύπαγε τα κόκκαλα, περιμέναμε υπομονετικά να ξημερώσει. Ξαφνικά, ακούσαμε κουβέντες και βήματα απ την μεριά του χωριού. Ξεχωρίσαμε τις φιγούρες δύο ανδρών που έρχονταν προς το μέρος μας με προσεκτικά βήματα, ακολουθώντας ένα παγωμένο μονοπάτι. Όταν πλησίασαν αρκετά, αναγνωρίσαμε τον πρόεδρο της κοινότητας κι έναν νεαρό που τον συνόδευε. 

          -          Καλημέρα πρόεδρε!

          -          Καλημέρα παιδιά μου, αντιγύρισε αυτός με τρεμάμενη φωνή.  

          Τα μάτια του μου φάνηκαν πρησμένα, κατακόκκινα και βουρκωμένα. Στην αρχή υπέθεσα πως θα τον είχε βρει κάποιο κακό κι ήταν απαρηγόρητος. Ύστερα όμως σκέφτηκα πως θα έφταιγε το κρύο, γιατί το θερμόμετρο που είχαμε φέρει μαζί μας, ακούμπαγε εκείνη την ώρα στους μείον είκοσι.

          -          Δεν έχω τίποτε παιδιά μου. Είπε ο Πρόεδρος σαν να διάβασε τη σκέψη μου. Αυτή η γέφυρα είναι που μου τρώει την ψυχή. Εγώ ποτέ μου δεν την ήθελα πραγματικά, αλλά πιέστηκα πολύ. Είμαι σίγουρος πως απ εδώ θα διαβούν τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας και θα εγκαταλείψουν το χωριό. Δε θα μείνει κανένας πίσω! Μετά από λίγο θα ερημώσει ο τόπος!

          Ο νεαρός που συνόδευε τον πρόεδρο, ως εκείνη τη στιγμή δεν είχε πει κουβέντα, μόνο άκουγε. Έβγαλε από την τσέπη του ένα άφιλτρο, το χτύπησε νευρικά στην πλάκα του ρολογιού του κι έπειτα το άναψε μ ένα τσακμάκι που έκρυβε μέσα στην τεράστια παλάμη του χεριού του. Ύστερα σηκώνοντας το πρόσωπό του προς τον ουρανό, άφησε τον καπνό να περάσει ανεμπόδιστα μες από ένα χαμόγελο αισιοδοξίας και ανακούφισης. 

          -          Περάστε εσείς τη γέφυρα παιδιά, είπε τελικά, και μη σας νοιάζει. Θα κάνουμε τρικούβερτο γλέντι στο χωριό και είστε καλεσμένοι. Αυτή η αναθεματισμένη γέφυρα, είναι η σωτηρία μας… 

          Δε θα είχαν περάσει περισσότερα από δέκα χρόνια από τότε, όταν ξαναβρέθηκα στην περιοχή και ρώτησα από περιέργεια να μάθω αν έχει κόσμο το χωριό.  «Λίγα πράγματα», μου απάντησαν, «Το καλοκαίρι μόνο έρχονται κάποιοι, αλλά το χειμώνα όπως και στ άλλα χωριά, ερημιά». «Κρίμα, γιατί ήταν ίσως το μόνο από τα χωριά της περιοχής μας που κράταγε τον κόσμο του». 

          Σήμερα, σκέφτηκα κοιτάζοντας πάλι τον ηλικιακό χάρτη της Ελλάδας μας, τα πράγματα έχουν χειροτερέψει. Κι εδώ γεννάται το μεγάλο ερώτημα: Πρέπει να αποδεχθούμε μοιρολατρικά την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί ή μήπως ήρθε η ώρα να βρούμε τις λύσεις και να πάρουμε τις πρωτοβουλίες που χρειάζονται για να αξιοποιηθεί ο τεράστιος πλούτος που έχει ο τόπος μας και που τόσο επιπόλαια τον έχουμε εγκαταλείψει;  Αυτή τη φορά πρέπει να πετύχουμε, ο κόσμος να χαλάσει! Ας μη ξεχνάμε πως η κάθε «αναθεματισμένη» γέφυρα έχει δύο κατευθύνσεις…   

Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Πηγή: Εφημερίδα Πρωινός Λόγος.