Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2015

Η ΕΞΥΠΝΗ ΠΟΛΗ (;)

       
    Το θέμα το βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Μου κίνησε αμέσως την περιέργεια. Έτσι λοιπόν τις προάλλες, χωρίς δεύτερη σκέψη, αποφάσισα να παρακολουθήσω την ημερίδα που αφορούσε στη μετατροπή της πόλης μας σε «έξυπνη», με την χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας! Ήταν μια ημερίδα που διοργανώθηκε με μέριμνα του Δήμου Ιωαννιτών και της αναδόχου εταιρείας INFOTRIP AE.
            Ο καιρός δεν ήταν άσχημος κι έτσι ανηφόρησα με τα πόδια από το σπίτι μου προς το ξενοδοχείο που φιλοξενούσε την εκδήλωση, απολαμβάνοντας τη διαδρομή από τους κεντρικούς δρόμους και τις πλατείες, που άρχισαν διστακτικά να στολίζονται Χριστουγεννιάτικα. Εξοικειωμένος καθώς είμαι με την κατάσταση των πεζοδρομίων της πόλης μας, έφτασα έγκαιρα στον προορισμό μου χωρίς να πάθω κάποιο ατύχημα.

            Η αίθουσα κατάμεστη. Οι εισηγητές – ομιλητές, φρόντισαν να παρουσιάσουν τα θέματα με εξαιρετική σαφήνεια, αποφεύγοντας τις δυσνόητες επιστημονικές ορολογίες που θα  δυσκόλευαν κάποιον μη ειδικό στους τομείς της πολεοδομίας, της συγκοινωνιολογίας και της εξελιγμένης τεχνολογίας να τα παρακολουθήσει.

Παρουσιάστηκαν αρχικά, δύο έργα που ήδη βρίσκονται στο στάδιο της υλοποίησης και αφορούν:

Το πρώτο, στην προμήθεια – εγκατάσταση – λειτουργία μιας ολοκληρωμένης πλατφόρμας διαχείρισης δεδομένων, που θα πληροφορεί τους πολίτες για τις συνθήκες κίνησης των οχημάτων στους δρόμους της πόλης μας σε πραγματικό χρόνο, καθώς και για την δυνατότητα ή μη, εξεύρεσης θέσης σταθμεύσεως στο κέντρο.

Το δεύτερο, στην εγκατάσταση ενός καινοτόμου συστήματος εξοικονόμησης πόρων – καυσίμων, και στην βελτιστοποίησης της μεθόδου συλλογής των απορριμμάτων.

Αναπτύχθηκαν επίσης, όλες εκείνες οι καινοτόμες εφαρμογές που όταν εγκατασταθούν, θα μετατρέψουν την πόλη μας σε έξυπνη και φιλική.

 -   «Τελικά, μια έξυπνη πόλη είναι μια πόλη φιλική προς τους πολίτες της»! Αυτό τόνισε με έμφαση ο αρμόδιος αντιδήμαρχος στην εισήγησή του και υποσχέθηκε την βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών.

Είναι άραγε η ψηφιακή τεχνολογία το μόνο που χρειάζεται η πόλη μας για να χαρακτηρισθεί έξυπνη και φιλική; Έχουν προβλεφθεί οι απαραίτητες πολεοδομικές και συγκοινωνιακές υποδομές, που θα καταστούσαν αυτό το έργο επαρκώς αποδοτικό και ικανό να αποσβέσει κάποτε το κόστος προμήθειας, εγκατάστασης, λειτουργίας και συντήρησής του; Είναι δικαιολογημένος ο ενθουσιασμός των αξιόλογων ομιλητών που ανέλυσαν τα σχετικά θέματα; Είναι η ανάπτυξη ενός τέτοιου συστήματος η πρώτη μας προτεραιότητα;  

Προσωπικά αμφιβάλλω! Για το μόνο που είμαι σίγουρος, προς το παρόν, είναι πως η πόλη μας είναι πανέμορφη, παραμελημένη και από τους πολίτες της αδικημένη. Η άποψή μου αυτή, δεν έχει να κάνει με την σημερινή Δημοτική Αρχή, η οποία αν και δείχνει πολύ καλά σημάδια, είναι πολύ νωρίς ακόμα για να κριθεί για το έργο της. Τα προβλήματα είναι διαχρονικά και απορρέουν από την αδυναμία των πολιτικών παρατάξεων να εκπονήσουν και να εφαρμόσουν με συνέπεια, έναν μακροπρόθεσμο, ρεαλιστικό, συναινετικό και δεσμευτικό, «έξυπνο» σχεδιασμό!

Παρότι η πόλη μας δεν είναι ούτε Βερολίνο, ούτε Βερόνα (Πόλεις που προβλήθηκαν ως πρότυπο κατά την παρουσίαση του προγράμματος) εύχομαι η προσπάθεια αυτή να στεφθεί με μεγάλη επιτυχία και να τύχει της μεγαλύτερης δυνατής εκμετάλλευσης προς όφελος των πολιτών της.

Κάποια από τα εγκληματικά λάθη και παραλήψεις που έγιναν κατά το παρελθόν σε θέματα σχεδιασμού των υποδομών, μπορούν να διορθωθούν ακόμη και τώρα. Κάποια άλλα όχι. Κάτι παρόμοιο συνέβη κάποτε και στην Αθήνα, όταν η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, αποφάσισε να μελετήσει και να θέσει σε εφαρμογή, ένα μακρόπνοο πολεοδομικό - κυκλοφοριακό σχέδιο για το λεκανοπέδιο της Αττικής. Αποδείχθηκε εκ των υστέρων ότι κάτι τέτοιο ήταν ανέφικτο, καθότι η κατάσταση που είχε ήδη δημιουργηθεί στις υποδομές, από τις προχειρότητες και τις «εξυπηρετήσεις» διαφόρων ισχυρών παραγόντων της εποχής, απαιτούσε για την διόρθωσή της, έναν ολόκληρο κρατικό προϋπολογισμό.

Φεύγοντας από τον χώρο της εκδήλωσης για να επιστρέψω στο σπίτι μου και επηρεασμένος καθώς ήμουν από το περιεχόμενο των διαλέξεων της ημερίδας, παρατήρησα ότι είναι αδύνατον να απομακρυνθεί από το πολυτελέστατο ξενοδοχείο κάποιος που χρησιμοποιεί αναπηρικό καροτσάκι χωρίς τη βοήθεια συνοδού, καθώς στο πεζοδρόμιο δεν υπάρχει πρόβλεψη για τους ανθρώπους με αναπηρία. Επίσης, στάθηκε αδύνατον να φτάσω στο σπίτι μου κάνοντας χρήση των υφιστάμενων διαβάσεων πεζών.
Για ύπαρξη ποδηλατοδρόμων, για  στοιχειώδη οργάνωση της κυκλοφορίας, για το επίπεδο της καθαριότητας, και για την κατάσταση των οδοστρωμάτων και των πεζοδρομίων, δε γίνεται λόγος!   


Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2015

Ο Τζίτζικας και ο Μέρμηγκας.

         
         Μια φορά κι ένα καιρό, ένας τζίτζικας κι ένας μέρμηγκας, ζούσαν ¨πειθαρχημένα¨ σε μια όμορφη χώρα που τη λέγαν Λένγκω. Το τζιτζίκι είχε φτιάξει την φωλιά του στα κλαδιά ενός πανύψηλου δέντρου (ρετιρέ), ενώ το μυρμήγκι στις ρίζες  του (ημιυπόγειο).
          Μετά από εφτά χρόνια φαγούρας και πάλης ξεκίνημα, ήρθε στη Λένγκω, η εποχή της μεταπολίτευσης και της μεγάλης αλλαγής. Επιτέλους, ανέτειλε για όλους, της δικαιοσύνης ο ήλιος ο νοητός κι έφερε μαζί του γλυκό ψωμί, παιδεία και ελευθερία.

Ο αρχηγός ο ήλιος, πιστός στο καθήκον του, σε τράβαγε πρωί - πρωί απ΄ το μανίκι για να πας για τη δουλειά. Έτσι ο μέρμηγκας, ιδροκοπώντας τίμια, ασταμάτητα και ανθυγιεινά, κατάφερε να φτιάξει πετραδάκι - πετραδάκι  το τσαρδάκι του και να χτυπήσει κι ένα δάνειο με ευνοϊκούς όρους για να παίξει στο χρηματιστήριο, όπως τον συμβούλεψε εξάλλου η κυβέρνηση του δάσους. 
          Από την άλλη, ο τζίτζικας, έπιασε το νόημα από την αρχή. Πέταξε τη γραβάτα της συντήρησης, έμεινε ολίγον αξύριστος, φόρεσε το ζιβάγκο της προόδου, δήλωσε πρώην αντιστασιακός και κατέλαβε μιαν περίλαμπρον θέσιν εις το πολιτικόν γίγνεσθαι της εποχής, με ειδικότητα  στο κοινωνικοποιείν, στο στρατολογείν και στο διορίζειν συντρόφους στο Δημόσιο και στις ΔΕΚΟ, φυσικά με το …αζημίωτο. Σαν κάθε σωστός τζίτζικας που σέβεται τον εαυτό του, αγαπούσε- εκτός από τον Μεγάλο - και το λαϊκό τραγούδι. Τραγουδούσε με μεγάλη επιτυχία στον Αστέρα της Βουλιαγμένης και σε πολυτελή σοσιαλιστικά κότερα που περιπλέανε στις φιλόξενες θάλασσες. Το χρήμα άρχισε να ρέει ασταμάτητα! Ας ήταν καλά οι επιδοτήσεις του υπουργείου κουλτούρας, που φρόντιζε και προωθούσε με πάθος, κάθε προσπάθεια εκδημοκρατισμού και εκσυγχρονισμού των ηθών και των εθίμων της οπισθοδρομικής ως τότε ελληνικής κοινωνίας, που ήταν βουτηγμένη στα ταμπού και στις αναχρονιστικές προκαταλήψεις.
 
          Όμως, πέρασε γρήγορα ο καιρός, έφυγε και το καλοκαιράκι παίρνοντας μαζί του τα πακέτα Ντελόρ, τις φιέστες, τις Ολυμπιάδες, τα πρίμο, τις χωματερές, τους μετροπόντικες, τα σουάπς, την αφασία και την επανίδρυση του κράτους και έδωσε τη θέση του στο φθινόπωρο, στη βαρυχειμωνιά, στο κρύο, στο ΔΝΤ, στην τρόικα, στα μνημόνια, στους επιτρόπους και στην ανηλεή, άμεση και έμμεση φορολογία. Ο ουρανός συννέφιασε, ψιλή βροχούλα έπιασε και κάποιος έπρεπε να πληρώσει τα σπασμένα. Κι επειδή στη Λένγκω δεν λειτουργούσε τίποτε σωστά από την πολύ την αλλαγή, λογικό ακούστηκε, πως θα έπρεπε να πληρώσουν οι έχοντες και οι κατέχοντες, δηλαδή τα μυρμηγκάκια .  
          Ο μέρμηγκας της ιστορίας μας, στην αρχή, ολίγον χαιρέκακα, νομίζοντας πως έχει εξασφαλίσει ένα κεραμίδι πάνω απ το κεφάλι του και μια δουλίτσα, καθόταν στον καναπέ και απολάμβανε υπνωτισμένος, τις ειδήσεις των οκτώ. Όταν όμως μπήκαν σε εφαρμογή μία μία οι σελίδες των μνημονίων, όταν απολύθηκε και δεν προλάβαινε να πληρώνει τους φόρους και τα χαράτσια για το ¨κεραμίδι¨, τότε κατάλαβε το πάθημά του. Αγανάκτησε και σκέφτηκε να αντιδράσει και να διαμαρτυρηθεί στα Συντάγματα, στις πλατείες και στα καφενεία. Αίφνης όμως ο ταλαίπωρος συνειδητοποίησε, πως δεν ήταν φτιαγμένος για τέτοια. Πήγε λοιπόν και έπιασε τον τζίτζικα που είχε DNA αγωνιστή κι επαναστάτη. 
          - Καλέ μου γείτονα, σε παρακαλώ, έλα να κάνουμε μαζί μια επανάσταση για να τρομάξουμε την τρόικα, τους θεσμούς και τους τραπεζίτες, που με μαδήσανε!
 
          - Μα καλά, σαράντα χρόνια εσύ τι έκανες; Ρώτησε ο τζίτζικας.
          - Τι να κάνω ο καψερός; Δούλευα ασταμάτητα μέρα και νύχτα για τα παιδιά μου και για να έχω στα γεράματα το κάτι τις!
          - Ε! Αφού λοιπόν ήσουν τόσο βλάκας που δούλευες και δημιουργούσες την εποχή που όλοι εμείς μαζί , κλέβαμε, τρώγαμε, διασκεδάζαμε και βγάζαμε το παραδάκι μας στο εξωτερικό, ήρθε η ώρα τώρα να πληρώσεις.
Αυτά είπε ο τζίτζικας κι έτριψε με τα δυο του χέρια την τεράστια κοιλιά του. Ύστερα έστρεψε τοβλέμμα για πρώτη φορά αριστερότερα και κοίταξε με συμπάθεια τον άμοιρο τον ¨παράτυπο¨ τον μετανάστη, που εκείνη την ώρα γυάλιζε με ένα σφουγγαρόπανο το καγιέν με τις αστραφτερές, όφσορ εταιρικές και τις, όλως περιέργως, πλαστές του πινακίδες. 
Αχ, κενωνία άτιμη! Αχ, κενωνία ψεύτρα!
Η συνέχεια στις ειδήσεις των οκτώ, με την…


Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015

ΩΣΠΕΡ ΛΙΘΟΙ ΤΕ ΚΑΙ ΠΛΙΝΘΟΙ…


            Πριν ογδόντα πέντε περίπου χρόνια, ο Νίκος Καζαντζάκης, απεσταλμένος αθηναϊκής εφημερίδας  στον ναό της αρχαίας Φιγαλείας στην καρδιά της Πελοποννήσου, σημείωνε:
            «Και ξάφνου, σ΄ ένα απογύρισμα του βουνού, υψώνεται ανεπάντεχα μπροστά του ο ξακουστός ναός του Επικουρίου Απόλλωνα.
            Ευθύς ως τον αντικρίσεις, καμωμένος όπως είναι με τις ίδιες πέτρες του βουνού, νοιώθεις την βαθειάν ανταπόκριση του τοπίου και του ναού. Σαν ένα κομμάτι του βουνού, πέτρα από την πέτρα του, φαντάζει ο ναός αξεχώριστα σφηνωμένος ανάμεσα στους βράχους, βράχος κι αυτός, μα βράχος που πέρασε από πάνω του το πνεύμα.
            Έτσι πελεκημένες και τοποθετημένες οι κολόνες του ναού, εκφράζουν την ουσία όλης ετούτης της βουνίσιας αυστηρότητας κι ερημιάς. Θαρρείς πως είναι η κεφαλή του τοπίου, η ιερή γυροτραφισμένη περιοχή, όπου μέσα προφυλαγμένος αγρυπνάει ο νους του.
            Κι εδώ η αρχαία τέχνη, συνεχίζοντας κι εκφράζοντας τέλεια το τοπίο, δε σε ξαφνιάζει. Επιτήδεια, ήρεμα, από μονοπάτι ανθρώπινο σε ανεβάζει, χωρίς να λαχανιάσεις, στην κορυφή».
            Και συνεχίζει ο μεγάλος Έλληνας στοχαστής:
            « Από το καλύβι του φύλακα βγήκε μια γριούλα και τη ρώτησα:
-          Και τι ναι δω;
-          Ε, δε βλέπεις, πέτρες.
-          Και γιατί έρχονται από την άκρα του κόσμου και τις βλέπουν;
Η γριά δίστασε μια στιγμή. Χαμήλωσε τη φωνή της:
-          Είσαι ξένος; με ρωτάει.
-          Όχι Έλληνας.
Πήρε θάρρος η γριούλα, σήκωσε τους ώμους:
-          Κουτόφραγκοι! έκαμε κι έσκασε στα γέλια».
Τι γρήγορα που κύλησαν τα χρόνια! Γρήγορα σαν νεράκι. Ωστόσο οι πέτρες μείνανε αγέραστες κι εμείς εδώ οι ιθαγενείς, καθόλου δεν αλλάξαμε, καθόλου! Ούτε οι κουτόφραγκοι αλλάξανε, αφού επιμένουν και σήμερα να έρχονται στη χώρα μας κατά χιλιάδες για να χαζέψουν τα λιθάρια. Κι αν δεν με πιστεύετε, ιδού πιο κάτω η απόδειξη, όπως μου τη φανέρωσε μια φίλη που πήγαινε γυρεύοντας! Ήθελε σώνει και καλά να επισκεφθεί τον βράχο της Θυσίας του Ζαλόγγου και τα ερείπια της πάλαι ποτέ πανέμορφης Κασσώπης, που τώρα οι ντόπιοι, παρά τις δόξες που είχε κάποτε γνωρίσει, την εγκατέλειψαν έτσι, τελείως παραμελημένη:
« Ήταν ένα όμορφο ζεστό πρωινό προς το τέλος του Αυγούστου όταν αποφασίσαμε μαζί με τον άντρα μου να πάμε στο Ζάλογγο. Αφήσαμε χαμηλά το αυτοκίνητο και κινήσαμε για την ανάβαση. Προχωρούσαμε αργά, παρέα με ένα ζευγάρι από το Κιλκίς και τα παιδάκια τους. Και πιο πάνω σκαρφάλωναν με απίστευτη ταχύτητα δυο Γερμανίδες τουρίστριες και ακόμη πιο πέρα, συνωστίζονταν κοντά στην κορυφή, πληθώρα από τουρίστες κατά ομάδες. Όσο ανεβαίναμε τόσο απλώνονταν τριγύρω μας το πανέμορφο ηπειρώτικο τοπίο που έφτανε ως το Ιόνιο πέλαγος κι ακόμα παραπέρα. Στις διπλανές ραχούλες μια άλλη θάλασσα από φασκόμηλο και ρίγανη και μέντα, έκανε την ανάσα μας ανάλαφρη. Είχα μεγάλο καημό να δω από κοντά το έργο του Γεωργίου Ζογγολόπουλου που όταν το έβλεπα από μακριά μου φαινόταν σα να κινείται σ έναν ατέρμονα χορό. Τον χορό της Θυσίας και της αυταπάρνησης που χόρεψαν οι ηρωίδες Σουλιώτισσες που προτίμησαν τον θάνατο από την ατίμωση.
Κάποτε φτάσαμε στην κορυφή συνεπαρμένοι, χωρίς να ιδρώσουμε, χωρίς να κουραστούμε. Το πλακόστρωτο δεν ήταν καθαρό, αλλά, εντάξει είπαμε περνάνε άνθρωποι και ζώα, δεν δώσαμε και τόση σημασία. Ύστερα, κάναμε μία έτσι, τραβήξαμε την πόρτα που ήταν δεμένη με σχοινιά και μπήκαμε στον χώρο του μνημείου. Και τότε είναι που μου πέσανε τα μούτρα! Δεν είχε μέρος να πατήσεις. Ο τόπος ήτανε γεμάτος ακαθαρσίες από τα ζωντανά που φαίνεται πως κάποιος τα έβαλε εκεί πρωτύτερα να τα φυλάξει. Οι δύο Γερμανίδες που είχαν φτάσει πριν από εμάς, έσπρωχναν με τα πόδια τους τις κοπριές για να κάνουν διάδρομο και να περάσουν. Άλλοι τουρίστες γελούσαν κι άλλοι δεν μπορούσαν να κρύψουν την αηδία από τα πρόσωπά τους. Τότε μας πλησίασε το ζευγάρι από το Κιλκίς. Δεν τολμάμε να μιλήσουμε ελληνικά, μας είπαν. Ντρεπόμαστε. Είπαμε κι άλλα διάφορα με αυτό το ζευγάρι, βγάλαμε και φωτογραφίες.
Τέλος πάντων, κατεβήκαμε κάτω. Η ώρα είχε πάει δώδεκα και είχαμε χρόνο να πάμε να δούμε και την αρχαία Κασσώπη που ήταν εκεί κοντά. Φτάνοντας στον χώρο της Κασσώπης συναντήσαμε μπροστά στην είσοδο, που ήταν κλειστή, ένα τζιπ με τέσσερις Πολωνούς, τις δύο Γερμανίδες, το ζευγάρι από το Κιλκίς και ένα μικρό λεωφορείο με Ιταλούς που είχαν μαζί τους και δυο παιδάκια που ο πατέρας τους ήταν Έλληνας και η μαμά τους Ιταλίδα.
-          Τι γίνεται εδώ πέρα βρε παιδιά;
-          Τι να γίνει; Η πόρτα είναι κλειστή και δεν υπάρχει φύλακας. Φαίνεται πως θα πείνασε και πήγε να ταϊστεί και να ποτιστεί!
Κι άλλη περιπέτεια μας περιμένει, σκέφτηκα. Ετοιμαστήκαμε όλοι να φύγουμε όταν οι δυο Γερμανίδες πέρασαν περιμετρικά στο συρματόπλεγμα και σε κάποιο σημείο που ήταν χαλαρό το ανασήκωσαν και τρύπωσαν μέσα έρποντας. Ακολουθήσαμε κι εμείς, σηκώσαμε πιο ψηλά τα σύρματα και μπήκαμε σκυφτοί.  
Τα δύο παιδάκια από το ιταλικό λεωφορείο που γνώριζαν πολύ καλά τα ελληνικά και ήταν ενημερωμένα για την ιστορία της αρχαίας αυτής πόλης και για τα βασικά κτίρια, ανέλαβαν να μας ξεναγήσουν στο θέατρο, στο ωδείο και στους ναούς. Ο χώρος απέπνεε γαλήνη και ενέργεια, χωρίς ωστόσο να έχει διάθεση να μας αποκαλύψει τα μυστικά του.Τον περιηγηθήκαμε όλον. Η θέα που μας προσέφερε ήταν μαγευτική. Μέσα στο ίδιο οπτικό πεδίο χώραγε η Λευκάδα, το Άκτιο, το Ιόνιο και όλη η κοιλάδα που στρωνότανε μπροστά μας σαν χαλί. Αυτό ήταν!
Φεύγοντας οι περισσότεροι ευχαρίστησαν τις Γερμανίδες για την πρωτοβουλία τους, γιατί είχαν κάνει χιλιάδες χιλιόμετρα οι άνθρωποι να έρθουν να δουν αυτές εδώ τις ¨πέτρες¨ και θα ήταν κρίμα να φύγουν άπραγοι, από την αδιαφορία της ελληνικής πολιτείας και των ντόπιων, που φαίνεται πως δεν είναι σε θέση να εκτιμήσουν τον πνευματικό και υλικό θησαυρό, που αγκαλιάζει αιώνες τώρα αυτός εδώ ο τόπος».  

Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2015

Ο ΗΛΙΚΙΑΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΚΑΙ Η «ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΕΝΗ» ΓΕΦΥΡΑ

          «Σύμφωνα με τον Ηλικιακό Χάρτη της χώρας και τα στοιχεία που έδωσε στην δημοσιότητα η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία, τα ορεινά χωριά της Ηπείρου έχουν τον πιο γερασμένο πληθυσμό. Στην κορυφή της λίστας βρίσκονται οι Δήμοι των Κεντρικών και Βόρειων Τζουμέρκων, με μέσο όρο ηλικίας των κατοίκων τους στα 57,9 και 52,8 έτη αντίστοιχα». 

          Η είδηση αυτή που αποτελεί αιτία έντονου προβληματισμού… στάθηκε αφορμή να ανασύρω από τη μνήμη μου ένα περιστατικό που συνέβη στο χωριό Ματσούκι Ιωαννίνων στα μέσα Νοεμβρίου του 1981. Ένα χωριό πανέμορφο, έτσι όπως το βλέπεις να στέκεται γαντζωμένο στις απόκρημνες ράχες της οροσειράς της Πίνδου. Ένα χωριό που εκείνη την εποχή έσφυζαν οι δρόμοι του, η πλατεία και τα φιλόξενα σπιτάκια του, από ζωή και νιάτα.    

          Όλα ξεκίνησαν στην αίθουσα υποδοχής του πολιτικού γραφείου του υπουργού Εθνικής Αμύνης, λίγους μήνες νωρίτερα. Η επιτροπή που κατέβηκε από το χωριό να τον συναντήσει ήταν αποφασισμένη: «Ή τώρα ή ποτέ». « Πλησιάζουν οι εκλογές». «Αν δεν γίνει και τώρα αυτή η αναθεματισμένη γέφυρα κύριε υπουργέ, θα σβήσουμε από τον χάρτη». «Διαδρομή πέντε λεπτών με το αυτοκίνητο την κάνουμε σε μια ώρα με τα μουλάρια και κοντεύουμε κάθε φορά να σκοτωθούμε». 

         Τα επιχειρήματα της επιτροπής ήταν αφοπλιστικά και η διάθεση του υπουργού να βοηθήσει τον τόπο, πασιφανής. Έτσι, στα πλαίσια της κοινωνικής του προσφοράς ανέλαβε δράση ο Στρατός, που πήρε άμεσα εντολή να κατασκευάσει μια μεταλλική γέφυρα, με δικά του μέσα και προσωπικό.   

         Κάπως έτσι εξελίχθηκαν τα πράγματα και το επόμενο διάστημα, αψηφώντας το χιόνι και την παγωνιά, εγκαταστάθηκε κλιμάκιο του Τάγματος Μηχανικού της 8ης Μεραρχίας  κοντά στο χωριό και συναρμολόγησε με ακρίβεια και πειθαρχία τη γέφυρα. Δεν έμενε, παρά να τοποθετηθούν τα ειδικά κύλιστρα πάνω στα οποία θα έπρεπε να κυλιστεί η γέφυρα για να πατήσει στην απέναντι πλευρά του ανοίγματος που δημιουργούσε μια απόκρημνη χαράδρα. Μια  χαράδρα που εμπόδιζε την ένωση του χωριού με το επαρχιακό οδικό δίκτυο και το καταδίκαζε στην απόλυτη απομόνωση. 


         Ο κλήρος γι αυτή τη δουλειά έλαχε σ΄ εμένα. Έτσι, με έναν έφεδρο Ανθυπολοχαγό που πήρα για βοηθό και δέκα δώδεκα γεροδεμένα λεβεντόπαιδα του Λόχου Σκαπανέων, περάσαμε στην απέναντι πλευρά για να υποδεχθούμε και να καθελκύσουμε τη γέφυρα.

        Όταν φτάσαμε, ήταν ακόμα νύχτα. Τρυπώσαμε στην εσοχή ενός τεράστιου βράχου, φορώντας τα κράνη στα κεφάλια μας, για να προστατευτούμε από τις πέτρες και τα σπασμένα κλαριά που μας έριχνε ασταμάτητα ο τεράστιος ορεινός όγκος που ορθώνονταν σα σκιάχτρο από πάνω μας. Νοιώθαμε σα να ήθελε μ αυτόν τον τρόπο να μας προγκήξει και να μας μηνύσει πως ήμασταν ανεπιθύμητοι, για την παρέμβαση που κάναμε στο άγριο και απίστευτης ομορφιάς τοπίο των Τζουμέρκων. 

          Λουφαγμένοι ο ένας πλάι στον άλλον, για να αντιμετωπίσουμε το κρύο που μας τρύπαγε τα κόκκαλα, περιμέναμε υπομονετικά να ξημερώσει. Ξαφνικά, ακούσαμε κουβέντες και βήματα απ την μεριά του χωριού. Ξεχωρίσαμε τις φιγούρες δύο ανδρών που έρχονταν προς το μέρος μας με προσεκτικά βήματα, ακολουθώντας ένα παγωμένο μονοπάτι. Όταν πλησίασαν αρκετά, αναγνωρίσαμε τον πρόεδρο της κοινότητας κι έναν νεαρό που τον συνόδευε. 

          -          Καλημέρα πρόεδρε!

          -          Καλημέρα παιδιά μου, αντιγύρισε αυτός με τρεμάμενη φωνή.  

          Τα μάτια του μου φάνηκαν πρησμένα, κατακόκκινα και βουρκωμένα. Στην αρχή υπέθεσα πως θα τον είχε βρει κάποιο κακό κι ήταν απαρηγόρητος. Ύστερα όμως σκέφτηκα πως θα έφταιγε το κρύο, γιατί το θερμόμετρο που είχαμε φέρει μαζί μας, ακούμπαγε εκείνη την ώρα στους μείον είκοσι.

          -          Δεν έχω τίποτε παιδιά μου. Είπε ο Πρόεδρος σαν να διάβασε τη σκέψη μου. Αυτή η γέφυρα είναι που μου τρώει την ψυχή. Εγώ ποτέ μου δεν την ήθελα πραγματικά, αλλά πιέστηκα πολύ. Είμαι σίγουρος πως απ εδώ θα διαβούν τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας και θα εγκαταλείψουν το χωριό. Δε θα μείνει κανένας πίσω! Μετά από λίγο θα ερημώσει ο τόπος!

          Ο νεαρός που συνόδευε τον πρόεδρο, ως εκείνη τη στιγμή δεν είχε πει κουβέντα, μόνο άκουγε. Έβγαλε από την τσέπη του ένα άφιλτρο, το χτύπησε νευρικά στην πλάκα του ρολογιού του κι έπειτα το άναψε μ ένα τσακμάκι που έκρυβε μέσα στην τεράστια παλάμη του χεριού του. Ύστερα σηκώνοντας το πρόσωπό του προς τον ουρανό, άφησε τον καπνό να περάσει ανεμπόδιστα μες από ένα χαμόγελο αισιοδοξίας και ανακούφισης. 

          -          Περάστε εσείς τη γέφυρα παιδιά, είπε τελικά, και μη σας νοιάζει. Θα κάνουμε τρικούβερτο γλέντι στο χωριό και είστε καλεσμένοι. Αυτή η αναθεματισμένη γέφυρα, είναι η σωτηρία μας… 

          Δε θα είχαν περάσει περισσότερα από δέκα χρόνια από τότε, όταν ξαναβρέθηκα στην περιοχή και ρώτησα από περιέργεια να μάθω αν έχει κόσμο το χωριό.  «Λίγα πράγματα», μου απάντησαν, «Το καλοκαίρι μόνο έρχονται κάποιοι, αλλά το χειμώνα όπως και στ άλλα χωριά, ερημιά». «Κρίμα, γιατί ήταν ίσως το μόνο από τα χωριά της περιοχής μας που κράταγε τον κόσμο του». 

          Σήμερα, σκέφτηκα κοιτάζοντας πάλι τον ηλικιακό χάρτη της Ελλάδας μας, τα πράγματα έχουν χειροτερέψει. Κι εδώ γεννάται το μεγάλο ερώτημα: Πρέπει να αποδεχθούμε μοιρολατρικά την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί ή μήπως ήρθε η ώρα να βρούμε τις λύσεις και να πάρουμε τις πρωτοβουλίες που χρειάζονται για να αξιοποιηθεί ο τεράστιος πλούτος που έχει ο τόπος μας και που τόσο επιπόλαια τον έχουμε εγκαταλείψει;  Αυτή τη φορά πρέπει να πετύχουμε, ο κόσμος να χαλάσει! Ας μη ξεχνάμε πως η κάθε «αναθεματισμένη» γέφυρα έχει δύο κατευθύνσεις…   

Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Πηγή: Εφημερίδα Πρωινός Λόγος.

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2015

ΕΙΝΑΙ ΘΕΜΑ …ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ

            Ο Τόμας Φριτς κοίταξε το ρολόι του. Είχε μερικά λεπτά ακόμη στη διάθεσή του πριν αναχωρήσει για την Αθήνα. Πλησίασε τον μπουφέ του τριάστερου ξενοδοχείου των Βρυξελών όπου διέμενε, και πήρε στο χέρι του μια τραγανιστή φρυγανιά πασαλειμμένη με μαρμελάδα Φλαμανδίας. Ύστερα, έκλεισε ηδονικά τα μάτια και την έσπρωξε βαθιά στον ουρανίσκο του. «Τη λατρεύω αυτή την χώρα» μουρμούρισε, καθώς μασούλαγε με βουλιμία.
Ο Τόμας Φριτς Όλσεν, ανήκε στο κατώτερο προσωπικό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και βρισκόταν τις τελευταίες εβδομάδες στη Βελγική πρωτεύουσα, σε μια εμπιστευτική αποστολή που αφορούσε στο ελληνικό ζήτημα.           
-          «Φρίτσυ», του είχε πει χαϊδευτικά δυο μέρες νωρίτερα ο επικεφαλής του Κουαρτέτου στις Βρυξέλες. «Υπάρχει τελευταία μεγάλη ανησυχία για τις εξελίξεις στην Ελλάδα. Θα αναλάβεις εσύ προσωπικά να πιέσεις την ελληνική κυβέρνηση να τελειώνει με τα προαπαιτούμενα, για να υπογράψουμε επιτέλους εκείνη τη δανειακή σύμβαση, δηλαδή το τρίτο μνημόνιο. Πρόσεχε μόνο γιατί η ελληνική κυβέρνηση είναι πολύ σκληρή στις διαπραγματεύσεις και θα σε σνομπάρουν. Από την άλλη, έχει και μια πολύ δραστήρια αντιπολίτευση που δεν την αφήνει να πάρει ανάσα! Μεθαύριο πετάς για Αθήνα Φρίτσυ, καλή επιτυχία».           
Όταν βρέθηκε στο αεροπλάνο ο Τόμας Φριτς, είπε να ρίξει μια τελευταία ματιά στα έγγραφα που είχε στο βαλιτσάκι του, αλλά δεν κατάφερε να συγκεντρωθεί. Το μυαλό του έτρεχε στον Περικλή και στον Αριστοτέλη, στον Σωκράτη και στον Αισχύλο, στη Σαλαμίνα και στις Πλαταιές. Κι έπειτα πάλι, ταξίδευε από τον Παρθενώνα και το Ερέχθειο ως τους Δελφούς, κι από το Σούνιο και την Επίδαυρο ως τη Δωδώνη. Ήταν πολύ χαρούμενος κι ευτυχισμένος που του δινόταν επιτέλους η ευκαιρία να επισκεφθεί την χώρα που γέννησε τις επιστήμες και τη δημοκρατία. Τη χώρα, για την οποία τόσα πολλά είχε ακούσει στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο. Τη χώρα των ηρώων που είπαν ΌΧΙ στο Καλπάκι και στις Θερμοπύλες.
Στο αεροδρόμιο Ελ. Βενιζέλος τον περίμενε μια τεράστια έκπληξη. Τον υποδέχθηκε μια πολυμελής αντιπροσωπεία και η θωρακισμένη μπέμπα (BMW) του αντιπροέδρου της προηγούμενης κυβέρνησης που τον συνόδευσαν ως το ξενοδοχείο Χίλτον. Προς στιγμήν σκέφτηκε πως τον πέρασαν για κάποιον άλλον, όταν:  
-          Ο κύριος Όλσεν; Ο κύριος Τόμας Φριτς Όλσεν; Τον καλωσόρισε στην είσοδο ένας καλοντυμένος ηλικιωμένος κύριος. Είμαι ο κ Ρωνιάς, συστήθηκε, ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Κοινωνικής Ασφάλισης. Αφήστε κύριε Όλσεν τη βαλίτσα σας, θα την πάρω εγώ! Ελάτε μαζί μου στη ρεσεψιόν.
-          Τη Βασιλική Σουίτα παρακαλώ, παρήγγειλε ο κύριος Ρωνιάς!
-          Μα ξέρετε!
-          Δεν έχει μα, κε Όλσεν! Είναι επιθυμία της ελληνικής κυβέρνησης να μείνετε στην βασιλική σουίτα. Αυτό ισχύει για όλους τους εκπροσώπους των Θεσμών που έρχονται στη χώρα μας. Εδώ θα γίνονται όλες οι συναντήσεις με τον κ. υπουργό. Επ ουδενί θα πρέπει να σας δει κάποιο μάτι στο υπουργείο. Δεν πρέπει να εμφανίζεστε εκεί. Είναι βλέπετε θέμα …εθνικής αξιοπρέπειας.
-          Θα ήθελα επίσης να σας κάνω γνωστό ότι δεν θα πρέπει να ανησυχείτε για το κόστος της διαμονής σας. Αυτό το αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου ο ελληνικός λαός. Μην ξεχνάτε ότι οι Έλληνες λάτρευαν τον Ξένιο Δία και φημίζονται για τη φιλοξενία τους. Εξάλλου κι αυτό, είναι ένα θέμα που έχει να κάνει με …την εθνική μας αξιοπρέπεια.
-          Ευχαριστώ πολύ για όλα κε Ρωνιά, είπε ο Φριτς, αύριο το πρωί θα δεχθώ τον κ. υπουργό στη σουίτα μου, στις έντεκα ακριβώς. Πρωινό θα πάρω στο κρεβάτι.
             Την επομένη:
-          Καθίστε κε υπουργέ. Γνωρίζω πολύ καλά πόσο ευαίσθητος είστε σε θέματα εθνικής αξιοπρέπειας και γι αυτό θα ήθελα να δείξετε κατανόηση σχετικά με τα έγγραφα και τις παρατηρήσεις που κομίζω εκ μέρους των θεσμών και οι οποίες έχουν ως εξής:
 Ο νόμος 4334/2015 με τα προαπαιτούμενα, που έχετε ήδη ψηφίσει, θα πρέπει να ανακληθεί γιατί δεν μεταφράστηκε σωστά από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα και περιέχει ασάφειες. Να τον μεταφράσετε σωστά και να τον ξαναψηφίσετε.
-          Μάλιστα!
-            Οι εγκύκλιοι διαταγές, τα διατάγματα και οι διευκρινιστικές επί των νόμων οδηγίες, δυστυχώς ως τώρα δεν εκδίδονται σύμφωνα με τα υποδείγματα που σας έχουμε δώσει. Παρακαλώ να συμμορφωθείτε.
-          Μάλιστα!  
-            Να ακυρωθούν άμεσα οι δικαστικές αποφάσεις που έκριναν τους νόμους της τρόικας ή του κουαρτέτου ως αντισυνταγματικούς.
-          Μάλιστα!
-          Να προωθήσετε άμεσα όλα τα προαπαιτούμενα…Να …Να…Να…
-            Μάλιστα κ Όλσεν! Οι οδηγίες σας θα τύχουν άμεσης εφαρμογής. Για εμάς είναι θέμα εθνικής αξιοπρέπειας να κρατάμε τον λόγο μας απέναντι στον λαό και στους Θεσμούς. Παρακαλώ να δεχθείτε σαν μια χειρονομία καλής θελήσεως, την προσφορά μας για μια πενθήμερη κρουαζιέρα στα ελληνικά νησιά ή ένα τουρ στους αρχαιολογικούς μας χώρους.

Πέντε μέρες αργότερα στην αίθουσα του πρωινού σερβιρίσματος του Χίλτον:
Ο Φριτς κοίταξε το ρολόι του. Είχε μερικά λεπτά ακόμη στη διάθεσή του πριν αναχωρήσει για τις Βρυξέλες. Πλησίασε τον πλούσιο μπουφέ, πήρε στο χέρι του ένα γαλλικό κρουασάν και το βούτηξε στο μπωλ με το μαύρο χαβιάρι. Ύστερα, έκλεισε ηδονικά τα μάτια και το έσπρωξε βαθιά στον ουρανίσκο του. «Τη λατρεύω αφάνταστα αυτή τη χώρα» μουρμούρισε και μασούλισε με βουλιμία.


Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

ΠΡΟΣ ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ


         
Οκτώβριος 2040! Παραμονή της επετείου του ΟΧΙ! Ο ασπρομάλλης βιβλιοθηκάριος, άνοιξε με επιμέλεια το τελευταίο από τα χαρτοκιβώτια με τις δωρεές των πολιτών, που υπάκουσαν στο κάλεσμα του Δημάρχου για τον εμπλουτισμό της Δημοτικής Βιβλιοθήκης. Ξεσκόνισε ένα προς ένα τα παλιά βιβλία κι έπειτα κάθισε στο μικρό γραφειάκι της αποθήκης για να τα καταγράψει. Ο Τελευταίος Πειρασμός του Νίκου Καζαντζάκη… το Άρωμα του Ονείρου του Τομ Ρόμπινς…Ηπειρώτες Λυρικοί του Βασίλη Κραψίτη… συνέχισε την καταγραφή, ώσπου το χέρι του ανέσυρε ένα δερματόδετο ημερολόγιο με χαραγμένο για όνομα το:¨Ένας Έλληνας¨. 

          «Αυτό από που να ξέπεσε;», αναρωτήθηκε ο γέρος. Ανακάθισε όλος περιέργεια στην περιστρεφόμενη καρέκλα του γραφείου του και βάλθηκε να το ξεφυλλίσει. Ο αντίχειράς του σκάλωσε στη σελίδα 271. Γραφή έντονη και σταθερή:

          «Κυριακή, 25 Οκτ. 2015. Ιστορική μέρα η σημερινή. Η Βουλή ύστερα από πολύμηνη συνεργασία των κομμάτων και διαβούλευση με τους πολίτες, συμφώνησε ομόφωνα:

          Τη μείωση του αριθμού των βουλευτών στους 180. Την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας απευθείας από τον λαό. Την άμεση αναίρεση όλων των φορολογικών και λοιπών προνομίων των βουλευτών και των υπαλλήλων της Βουλής. Τη μείωση των αποδοχών τους στο πενήντα τοις εκατό. Την παρακράτηση μεγάλου μέρους  των επιδοτήσεων προς τα κόμματα, ώστε να αποπληρωθούν τα χρέη τους προς τις τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία.  Τη διερεύνηση σε βάθος όλων των πολιτικών και οικονομικών σκανδάλων των τελευταίων σαράντα χρόνων, καθώς και τον λογιστικό έλεγχο στις οικονομικές διαχειρίσεις  των κομμάτων από την ημέρα που ιδρύθηκαν…


          Τη συγκρότηση διακομματικών επιτροπών πλαισιωμένων με διακεκριμένους επιστήμονες, για την χάραξη πάγιας, σταθερής και απαρέγκλιτης εθνικής στρατηγικής και τον προσδιορισμών των στόχων και των επιδιώξεων στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής, της παιδείας, της υγείας και της ασφάλειας. 

          Επιπλέον, δεσμεύτηκε η κυβέρνηση να καταθέσει εντός διμήνου, αναπτυξιακό σχέδιο σε βάθος εικοσαετίας, τολμηρό αναπτυξιακό νόμο, δίκαιο και σταθερό φορολογικό νομοσχέδιο, εφαρμογή των προτάσεων της από το 1995  μελέτης της βουλής για την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος, σχέδιο αναδιοργάνωσης και εκσυγχρονισμού της Δημόσιας Διοίκησης…

          Τις απογευματινές ώρες σήμερα οι αρχηγοί των κομμάτων που έχουν εκπροσώπους στο Ευρωκοινοβούλιο, συγκέντρωσαν τους ευρωβουλευτές τους στην αίθουσα της παλιάς Βουλής και τους έδωσαν συντονιστικές οδηγίες, για την υποστήριξη προς όλα τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της αδιαπραγμάτευτης απαίτησης της ελληνικής πλευράς, για χάραξη και κυρίως χρηματοδότηση, κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής για το μεγάλο μεταναστευτικό πρόβλημα που η Ελλάδα το αντιμετωπίζει μόνη της και αβοήθητη από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, δεχόμενη πρώτη, όλες τις οδυνηρές οικονομικές, πολιτικές, υγειονομικές και πολιτισμικές συνέπειες».

          Αμήχανος ο γέρος, αναρωτήθηκε αν ονειρεύεται ή αν αυτά που διάβαζε αφορούσαν σε μιαν άλλη χώρα. Ήξερε πως αυτά που αναφέρονταν στο ημερολόγιο, που γράφηκε πριν είκοσι πέντε χρόνια, δεν έγιναν ποτέ. Πως έμειναν στα χαρτιά! Ωστόσο συνέχισε το διάβασμα προσπερνώντας γρήγορα μερικές σελίδες.
 

          Σελίδα 279:

          «Τετάρτη, 28 Οκτ. 2015. Πραγματικά μεγάλη μέρα η σημερινή. Ημέρα του ΌΧΙ! Φέτος σε αντίθεση με τα προηγούμενα χρόνια, έγινε με τον τρόπο που αρμόζει, λαμπρός τριήμερος εορτασμός σε Θεσσαλονίκη, Αθήνα και σε όλη την Ελλάδα, για να τιμηθούν οι μεγάλοι νεκροί του έπους του ΄40. Η πολιτική ηγεσία μετά τις προχθεσινές εξελίξεις και τις αποφάσεις που έλαβε, μπορούσε πλέον να κοιτάζει στα μάτια τον λαό, χωρίς να ντρέπεται να κυκλοφορήσει στους δρόμους και χωρίς να φοβάται τις αποδοκιμασίες. Έτσι, όλοι μαζί, λαός και ηγεσία, με υψηλό εθνικό φρόνημα, συμμετείχαν στις εκδηλώσεις στον Άγιο Δημήτριο, στα μνημεία των πεσόντων και στις παρελάσεις, με ενθουσιασμό και υπερηφάνεια».
 

          
Οκτώβριος 2040! Παραμονή της επετείου του ΟΧΙ! Ο γέρος Βιβλιοθηκάριος έκλεισε συγκινημένος το ημερολόγιο. Το ξεσκόνισε προσεκτικά και το τοποθέτησε στις προθήκες με τα εκλεκτά εκθέματα για τους νέους. «Εκεί είναι η θέση του, εκεί, προς γνώση και συμμόρφωση!», μονολόγησε και γύρισε στο γραφειάκι του ικανοποιημένος.


Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2015

ΘΑ ΚΑΤΑΛΑΒΟΥΜΕ ΤΟ ΒΟΥΝΟ ΠΡΟΤΟΥ ΝΑ ΞΗΜΕΡΩΣΕΙ !


          Αναζητώντας τα ίχνη μιας παλιάς ποιητικής συλλογής, βρέθηκα τις προάλλες στην αίθουσα του αρχείου της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, να κρατώ στα χέρια μου ένα φύλλο της εφημερίδας «Ηπειρωτικόν Μέλλον», που εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 1949. 

          Χωρίς να υπάρχει κάποιος προφανής λόγος, τράβηξε την προσοχή μου η παράγραφος ενός κειμένου που έγραφε: « Εκείνο που προκαλεί τον εξαιρετικόν θαυμασμόν εις τον επισκέπτην της Ελλάδος δεν είναι τόσον η νίκη που κατήγαγεν η μικρά αυτή χώρα εναντίον ισχυρού και πολύ μεγαλυτέρου εχθρού, αλλά το ηθικόν του Ελληνικού λαού». 

          Αρχικά θεώρησα υπερβολικό τον θαυμασμό που εκδήλωνε ο αρθρογράφος για το ηθικό των Ελλήνων, έχοντας κατά νου τη σημερινή μας κατάσταση. Αυτό όμως κράτησε μόλις λίγα δευτερόλεπτα, αφού, παρατηρώντας πιο προσεκτικά το κείμενο, διαπίστωσα πως το άρθρο αναφερόταν στις ανταποκρίσεις μιας αμερικανίδας δημοσιογράφου, από το μέτωπο του Ελληνοιταλικού πολέμου. Ανταποκρίσεις που πρωτοδημοσιεύτηκαν τον Δεκέμβριο του 1940 στον αμερικανικό τύπο. Έτσι λοιπόν από περιέργεια και ενδιαφέρον, βάλθηκα να διαβάσω ολόκληρο το άρθρο. 

          Υπερηφάνεια, ομοψυχία, αισιοδοξία, ενθουσιασμός, αποφασιστικότητα, είναι οι λέξεις που ¨ξεκλειδώνουν¨ τα κείμενα της αμερικανίδας, η οποία είναι φανερό πως εντυπωσιάστηκε από τις πρωτοφανείς και ανέλπιστες νίκες του Ελληνικού Στρατού απέναντι στις άρτια εξοπλισμένες ταξιαρχίες του εχθρού. Ωστόσο, εκείνο που κυριολεκτικά την συγκλόνισε και τονίστηκε ιδιαίτερα στις ανταποκρίσεις της, ήταν, όπως θα δούμε στα αποσπάσματα που ακολουθούν, το ηθικό και η δύναμη της Ελληνικής ψυχής: 

           … Εις το παραμεθόριον χωρίον Δελβινάκι κατά τη διάρκεια μιας εφόδου, εκαθήμην σε ένα ύψωμα μαζί με γηραιάν χωρικήν.«Έχω τρία παιδιά εις τον στρατόν» μου είπε με την υπερηφάνειαν ζωγραφισμένη στα μάτια της, ενώ η συνομιλία μας εχάνετο μέσα εις τον βόμβον των αεροπλάνων και την βοήν του πυροβολικού.«Πως σας εφάνη, όταν ήρθαν οι Ιταλοί στο χωριό σας»; την ερώτησα. «Εδοκίμασαν να μας βγάλουν από τα σπίτια μας, μου απήντησε. Εμείς όμως αμπαρώσαμε τις πόρτες και τους δείξαμε πιάν ιδέα είχαμε γι αυτούς. Επιπλέον μας άφησαν ησύχους. Φαντάσου, προσέθεσεν, έφεραν και φασιστικές στολές για τα παιδιά μας»!

          … Όλοι μαζί αγωνίζονται για να κερδίσουν τον πόλεμον. Γράφει πιο κάτω. Από του πιο νεαρού προσκόπου που περιπολεί τους δρόμους διά να προσφέρει τας υπηρεσίας του όπου ήθελε κληθεί, μέχρι των γεροντοτέρων που επισκευάζουν τας οδούς και μεταφέρουν πυρομαχικά, ενώ οι υιοί των μάχονται εις το μέτωπον.  

          … Επί του δρόμου προς την Ηγουμενίτσαν, εδοκίμασα τον μεγαλύτερον τρόμον εις την ζωήν μου. Οβίδες και βόμβαι έπιπτον εξακολουθητικώς καθ΄ όλην την διαδρομήν. Κάθε γέφυρα ήτο και ένας στόχος. Μία βόμβα που έπεσεν τόσο πλησίον μας, ώστε να αισθανθώμεν τον συγκλονισμόν του εδάφους, μας έκανε να απομακρυνθώμεν με κάθε σπουδήν από την ερυθροπύρυνον εκείνη ζώνην. Ένας διαβάτης που συναντήσαμεν εις το πευρόν μιάς γέφυρας μας είπε καλόκαρδα: «Μη φοβάστε θα ξεμπερδέψουμε μ αυτούς σε λίγες εβδομάδες». 

          … Τα χωριά είναι ακόμη σημαιοστόλιστα διά τον πανηγυρισμόν της καταλύψεως της Κορυτσάς και κυανόλευκαι ταινίαι στολίζουν τους στενούς δρόμους των. Κατά τους χωρικούς δεν υπάρχει ακόμη λόγος του καταβιβασμού των σημαιών, αφού σε λίγο θα πανηγυρισθεί και η κατάληψη του Αργυροκάστρου κι έπειτα του Δελβίνου. 

          Και συνεχίζει: … Πλησίον των Γεωργουτσάδων, επί του δρόμου του Αργυροκάστρου, εκάθησα σε ένα χαράκωμα. Ηκούετο ο γδούπος των τηλεβόλων και ο συνταραγμός των εκρηγνυομένων οβίδων. Πουθενά αλλού δεν είδα πιο περιχαρείς στρατιώτας. «Θα καταλάβουμε εκείνο το βουνό προτού να ξημερώσει, μου είπαν»…

          Το έπος του ¨40, σκέφτηκα όταν τέλειωσα την ανάγνωση του άρθρου, αποτελεί  την καλύτερη επιβεβαίωση πως αυτός εδώ ο τόπος δεν έπαψε ποτέ να γεννά Ηρακλειδείς. Ψυχική δύναμη, καθήκον, πίστη, λεβεντιά, υπερηφάνεια, ηρωισμός, ομοψυχία, αισιοδοξία, ενθουσιασμός, αποφασιστικότητα, είναι μερικές μόνο από τις αρετές και τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που εκδηλώνουν οι Έλληνες κάτω από άξιους ηγέτες και ηγήτορες, όταν οι καιροί και οι καταστάσεις το απαιτήσουν. Γίνονται εικόνα και ομοίωση, του  Λεωνίδα, του Μεγαλέξανδρου, του Γεώργιου Καραϊσκάκη, του Μάρκου Μπότσαρη, της Μπουμπουλίνας, της Μαντώ Μαυρογένους, της ηρωικής γυναίκας της Πίνδου και του δοξασμένου Τσολιά του 3/40 Συντάγματος Ευζώνων, που το άκουσμα και μόνο του ήχου των καρφιών του τσαρουχιού του πάνω στις κακοτράχαλες πλαγιές των Ηπειρωτικών βουνών, έκανε το φυλλοκάρδι του εχθρού να σπαρταράει από τρομάρα και απόγνωση.    

          « Δεν ήταν τόσον η νίκη που κατήγαγεν η μικρά αυτή χώρα εναντίον ισχυρού και πολύ μεγαλυτέρου εχθρού, αλλά το ηθικόν του Ελληνικού λαού…». Αυτές οι λίγες λέξεις αποκαλύπτουν όλη την αλήθεια. Ο βασικότερος παράγων που λειτούργησε σαν πολλαπλασιαστής ισχύος για τον ελληνικό στρατό και διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για την μεγαλειώδη νίκη απέναντι στον άξονα, ήταν το υψηλό ηθικό ολόκληρου του έθνους. Ήταν το τραγούδι της λευτεριάς και το χαμόγελο στα χείλη, που έγιναν ιαχή κι αέρας που παρέσυρε στο διάβα του τα πάντα.   

          «… Όλοι μαζί αγωνίζονται για να κερδίσουν τον πόλεμον… » γράφει σε ένα άλλο σημείο η ξένη δημοσιογράφος και στέλνει άθελά της ένα μήνυμα προς την Ελλάδα του σήμερα. Την Ελλάδα  που έχει να αντιμετωπίσει τώρα έναν πιο ύπουλο και επικίνδυνο εχθρό, που δεν είναι άλλος από τον ίδιο της τον εαυτό.

          Παρέδωσα με προσοχή την παλιά εφημερίδα στον βιβλιοθηκάριο και βγήκα στο δρόμο κρατώντας στο μυαλό μου την εικόνα των στρατιωτών που δήλωναν περιχαρείς: «Θα καταλάβουμε εκείνο το βουνό προτού να ξημερώσει» . Και θέριευε μέσα μου η βεβαιότητα πως, επιτέλους «θα το καταλάβουμε…» και η επόμενη μέρα θα ξημερώσει ηλιόλουστη, όπως αξίζει στην υπέροχη πατρίδα μας. Την ενδοξότερη και ομορφότερη πατρίδα του κόσμου. 

Γιάννης Β. Δεβελέγκας