Κυριακή 5 Ιουλίου 2020

ΧΑΣΑΝ (Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ)



Αυτή είναι η ιστορία του Χασάν, απόγονου του Σεβάχ του Θαλασσινού, που νόμισε, κόντρα στις πικρές βουλές του Αλλάχ και τις σκοτεινές ψυχές των ανθρώπων, ότι μπορεί να αλλάξει τη μοίρα του:
…….
«Ο Χασάν, πέρασε το ένα πόδι πάνω στο άλλο σταυρωτά και κάθισε κατάχαμα στην άκρη του δρόμου που ταξίδευε παράλληλα με την όχθη του ποταμού. Η βασανιστικά ήρεμη ροή του Ευφράτη λίγο πριν το χάραμα, τον παρέσερνε σε περίεργες αναζητήσεις πίσω από τα γράμματα της μοίρας. Πέρα από το πεπρωμένο.
Γύρισε το κεφάλι του προς την ανατολή για να προσδιορίσει το χρόνο. Κάθε πρωί, αυτή την ώρα, περνούσε για έλεγχο του δρομολογίου η μηχανοκίνητη περίπολος του αμερικάνικου στρατού που προστάτευε τα επιχειρηματικά συμφέροντα της υπερδύναμης στη Μέση Ανατολή. Αμέσως μετά, ακολουθούσε το φορτηγό της εταιρείας, που μάζευε στην ξέσκεπη καρότσα του τους ντόπιους εργάτες, για να τους μεταφέρει στις πετρελαιοπηγές της βόρειας όχθης. Του έμενε ακόμα λίγος χρόνος να ονειρευτεί έναν καινούριο κόσμο, δίκαιο.
Είχε βυθιστεί για τα καλά στις σκέψεις του ο Χασάν, όταν τον πλησίασε από πίσω μια γυναικεία φιγούρα.
-            Για σένα είμαι εδώ Χασάν, του αποκρίθηκε. Ξέρω ότι σου τρώνε το ψωμί τ’ αφεντικά σου και ότι το κεμέρι σου είναι άδειο. Αλλά έμαθα ότι είσαι καλός άνθρωπος και ήρθα να σε βοηθήσω!
Η γυναίκα ήταν καλοφτιαγμένη, ντυμένη με ρούχα ευρωπαϊκά. Ο Χασάν την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια. Είχε μάθει από παιδί να αναγνωρίζει την ομορφιά και τον χαρακτήρα των γυναικών, μέσα από το σχήμα και την έκφραση των ματιών τους. Θαμπώθηκε όμως από το βαθύ γαλάζιο χρώμα των ματιών αυτής της γυναίκας κι απόμεινε για λίγο σαστισμένος. Ύστερα ρώτησε, πιότερο από περιέργεια, πώς και ήξερε το όνομά του και πώς τη λέγανε την ίδια.   
-            Δεν έχει σημασία το όνομά μου, του απάντησε εκείνη ψυχρά. Πες ότι είμαι ένα ουρί του παραδείσου, που έστειλε ο Αλλάχ για να σε βοηθήσει. Ξέρω πως εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους και πως θέλεις να αλλάξεις τη μοίρα του κόσμου.
-            Μα, εγώ, απάντησε δειλά ο Χασάν, δεν θέλω να αλλάξω τον κόσμο, δεν είμαι ο Σεβάχ, είμαι ένας απλός εργάτης των πετρελαιοπηγών και το μόνο που θέλω, είναι να αλλάξω τη δική μου μοίρα. Θέλω να ταξιδέψω μακριά από το μουχλιασμένο νερό της ερήμου και να ζήσω όπως ζουν αυτοί που κλέβουν τον πλούτο της γης μου και με εκμεταλλεύονται. Δουλεύω όμως σκληρά και κάποια μέρα θα μαζέψω τα λεφτά για το ταξίδι.
-            Σε όλη σου τη ζωή να δουλεύεις κακόμοιρε Χασάν, δεν πρόκειται να τα μαζέψεις τα λεφτά που σου χρειάζονται για να πληρώσεις τους εμπόρους της ελπίδας και να φτάσεις στον προορισμό σου. Ο δρόμος για τη Δύση είναι γεμάτος από δαύτους και σε περιμένουν σαν τα ακράτητα σκυλιά. Εγώ όμως μπορώ να σου τα δώσω τα λεφτά που χρειάζεσαι και τώρα αμέσως μάλιστα. Ορίστε, θα γεμίσω το κεμέρι σου με ευρώ και με δολάρια»!
-            Και ποιο θα είναι το αντάλλαγμα που θα ζητήσεις; Παραξενεύτηκε ο Χασάν!
-            Εγώ δεν θέλω ανταλλάγματα! Του απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη η γυναίκα. Δουλεύω μόνο για την ειρήνη της ψυχής μου. Για να κερδίσω τον δικό μου παράδεισο πάνω στη γη και ίσως και στον ουρανό! Είμαστε μια φιλανθρωπική και ανθρωπιστική οργάνωση που καμιά σχέση δεν έχουμε με κυβερνήσεις. Νοιαζόμαστε μόνο για το καλό και την αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων. Πιστεύουμε ότι όλοι οι άνθρωποι πρέπει να ζουν ελεύθερα όπως οι ίδιοι επιλέγουν, χωρίς να τους χωρίζουν τα σύνορα, οι κοινωνικές διακρίσεις, το χρώμα του δέρματος και οι θρησκείες. Να ζουν κάτω από μια παγκόσμια διακυβέρνηση που θα φροντίζει χωρίς διακρίσεις για το καλό ολόκληρης της ανθρωπότητας. Μιας ανθρωπότητας απαλλαγμένης από πολέμους και μίση.
-            Αυτά που λες κυρία μου, είναι ωραία λόγια, είπε ο Χασάν, αλλά μαντάτα άσχημα φτάνουν συνέχεια στ’ αυτιά μου, από κάποιους γνωστούς μου που έφυγαν πριν από πέντε χρόνια με την βοήθεια κάποιων οργανώσεων σαν τη δική σου. Τα πράγματα τα βρήκανε αλλιώς και όχι όπως τους λέγανε. Τους τάξανε μια όμορφη ζωή στη Γερμανία και στη Βόρεια Ευρώπη, αλλά στο δρόμο, άλλοι έχασαν τη ζωή και τα παιδιά τους σε πνιγμούς, και άλλοι σε αρρώστιες. Μάνες ακόμα κλαίνε σήμερα κι οδύρονται, στη σκέψη πως τα βλαστάρια τους που χάσανε στον πηγαιμό για την Ευρώπη, τα κατατεμαχίσανε για εμπόριο οργάνων.
-            Και όσοι πάλι τελικά κατάφεραν με χίλια βάσανα και φτάσανε στη Δύση, συνέχισε ο Χασάν, βρέθηκαν σε απόγνωση όταν κόπηκαν τα επιδόματα που έπαιρναν από αυτές τις οργανώσεις και αναγκάστηκαν να εργάζονται σαν δούλοι εθελοντές, σε μαύρη εργασία. Γιατί, όπως οι ίδιες κυβερνήσεις αυτών των χωρών ομολογούν, μόνο ένας στους πέντε πρόσφυγες έχει κοινωνική ασφάλιση και σεβασμό. Και κάποιοι άλλοι ελάχιστοι, γύρισαν  πίσω στην πατρίδα με τσακισμένη τη ζωή και τα όνειρα που είχαν.  
-            Άκου Χασάν, αυτή είναι η πρόταση που έχω εγώ για εσένα. Πάρε άλλα τόσα χρήματα κι εσύ αποφασίζεις!  Να, πάρε και τηλέφωνο για να επικοινωνούμε»!
………
Ο Χασάν, πέρασε το ένα πόδι πάνω στο άλλο σταυρωτά και κάθισε κατάχαμα στην άκρη του ευρωπαϊκού δρόμου, που ταξίδευε παράλληλα με τη ροή του χρήματος και την υποκρισία.
«Κατάντησα δούλος με τη θέλησή μου», αποκρίθηκε καταβεβλημένος, όταν τον ρώτησε ο οδηγός που τον συμμάζεψε. Ύστερα, σκαρφάλωσε σαν το κατσίκι στην καρότσα του ημιφορτηγού, και τράβηξε για την επόμενη διασταύρωση…

Γιάννης Β. Δεβελέγκας  

Σάββατο 13 Ιουνίου 2020

ΕΝΤΑΞΕΙ ΤΟΤΕ...«FOLLOW ME»

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
            Πριν λίγο καιρό, βρέθηκα στην πανέμορφη πόλη της Κέρκυρας και πήρα το δρόμο από το 2ο Γυμνάσιο προς την πλατεία Δημαρχείου. Μια διαδρομή που ακολουθούσα καθημερινά όταν ήμουν μαθητής στις δύο πρώτες τάξεις του γυμνασίου, μισό περίπου αιώνα πίσω στο χρόνο! Κατεβαίνοντας προς την οδό Μοντσενίγου, ξαναζωντάνεψε η φωνή του Αβατάγγελου με τις ηλεκτρικές συσκευές που έλεγε τραγουδιστά στην κυρία που έμενε απέναντι: «Καλημέρα Πιπίτσα μου. Λουλούδια η στράτα σου».
Σταμάτησα στην απόληξη της οδού, εκεί που παλιά ήταν η αντιπροσωπεία της Τογιότα που την είχε τότε κάποιος κύριος Ονούφριος Μαρόλλας (Πώς να ξεχάσεις αυτό το όνομα)!
            Έτσι απορροφημένος καθώς ήμουνα μέσα σε τόσες αναμνήσεις, δέχθηκα ένα ξαφνικό, δυνατό χτύπημα, στον αριστερό ώμο και γύρισα παραξενεμένος το κεφάλι μου να δω ποιος είναι. Ήταν ένας ευτραφής κύριος, περίπου στην ηλικία και στο μπόι μου, με μια τεράστια κατάλευκη σα βαμβάκι μουστάκα. Με κοίταζε επίμονα στα μάτια και χαμογελούσε. Ήταν βέβαιο πως από κάπου γνωριζόμασταν, αλλά εμένα δεν μου θύμιζε κάτι η φυσιογνωμία του. «Εγώ σε κατάλαβα αμέσως λοχαγέ», μου είπε εκείνος και μου έδωσε άλλη μία γερή με τη χερούκλα του στο μπράτσο.
«Αν μου δώσεις άλλη μία τέτοια, θα ξεχάσω και το όνομά μου», του είπα αγριεμένος, αντιλαμβανόμενος ωστόσο από την προσφώνηση, ότι έπρεπε να αναζητήσω την γνωριμία μας σε μια άλλη μεταγενέστερη εποχή, από εκείνη των παιδικών μου χρόνων! Αυτός πάλι, όσο με έβλεπε έτσι προβληματισμένο, έδειχνε να το απολαμβάνει. Τελικά, μου είπε με αγγλο-κερκυραϊκή προφορά: «Φόλοου μι»!
Αυτό ήταν, αμέσως τον θυμήθηκα: «Ήταν το καλοκαίρι του ¨83, Ιούλιος μήνας, όταν κληθήκαμε δέκα στρατιώτες κι ένας λοχαγός - που λέει και το τραγούδι - να επισκευάσουμε μια σιδερένια γέφυρα στο Σιδάρι της Κέρκυρας. Την γέφυρα την είχε σχεδόν καταστρέψει μια υπερβολικά φορτωμένη νταλίκα που πέρασε από πάνω της, με αποτέλεσμα να διακοπεί η κύρια πρόσβαση προς το χωριό στα μέσα της τουριστικής περιόδου.   
            Αφού κατασκηνώσαμε στο διπλανό χωράφι, πιάσαμε αμέσως δουλειά. Τις δύο πρώτες μέρες όλα πήγανε ρολόι και ο πρόεδρος της κοινότητας είναι αλήθεια πως μας φρόντιζε σε ότι του ζητούσαμε. Την Τρίτη μέρα, κατά το σούρουπο, είχαμε σχεδόν τελειώσει. Έτσι, μάζεψα τους στρατιώτες και τους έδωσα άδεια να πάνε μια βόλτα στο χωριό και στην παραλία, με την προϋπόθεση όμως, ότι στις δώδεκα η ώρα θα έχουν επιστρέψει στον καταυλισμό. Άφησα έναν σκοπό να φυλάει τις σκηνές και τα οχήματα, και κράτησα τον οδηγό του τζιπ σε ετοιμότητα, μήπως και χρειαστεί για κάτι έκτακτο.
            Όταν η ώρα πήγε δώδεκα και δεν είχε επιστρέψει κανείς τους, άρχισα να ανησυχώ. Στις δωδεκάμισι, με ζώσανε τα φίδια. Πήρα λοιπόν το τζιπ με τον οδηγό και οργώσαμε τον τόπο, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Εν τω μεταξύ στο χωριό από τον κεντρικό δρόμο ως την παραλία είχε διαμορφωθεί από τα πολύχρωμα φώτα, τη μουσική, το χορό, τις όμορφες κοπέλες και το αλκοόλ, μια φανταστική ατμόσφαιρα. Είχε ξεδιπλωθεί, ένας επίγειος παράδεισος!
            Όταν όμως η ώρα πήγε μιάμιση και δεν είχαν δώσει ακόμα τα στρατιωτάκια σημεία ζωής, δεν μου έμεινε άλλη επιλογή από το να πάω στο αστυνομικό τμήμα! Φτάνοντας εκεί, στο βάθος μιας στενόμακρης αίθουσας, καθόταν όπως στις αμερικάνικες ταινίες με τα πόδια πάνω στο γραφείο, ο αρχιφύλακας υπηρεσίας. Με το ένα χέρι χάιδευε την τεράστια κατάμαυρη μουστάκα του και με το άλλο χτυπούσε ρυθμικά ανάμεσα στα δάχτυλά του ένα μπεγλέρι! Του εξήγησα αμέσως, ποιο ήταν το πρόβλημά μου. Αυτός, χωρίς να σπαράξει από τη θέση του, με περιεργαζόταν ενοχλητικά απαθής. Στο τέλος, με ρώτησε βαριεστημένα: «Έχεις όχημα»; «Έχω ένα τζιπ απέξω με τον οδηγό» του είπα. «Εγώ πίσω δεν κάθομαι», μου διευκρίνισε. Συμφώνησα, παρότι η όλη συμπεριφορά του είχε αρχίσει να μου τη δίνει στα νεύρα. Αυτός αντίθετα, έδειχνε να το απολαμβάνει. «Εντάξει τότε ... φόλοου μι», αποφάνθηκε. Στριμωχθήκαμε τελικά και οι δύο στο μπροστινό κάθισμα του τζιπ και έδωσε εντολή στον οδηγό. «Μικρέ, φύγαμε, θα πιάσεις παραλία και μετά, θα κάνεις αριστερά».
            Ύστερα από λίγο φτάσαμε κοντά στο Κανάλ ντ Αμούρ, μπροστά σε κάτι φωταγωγημένα σκαλοπάτια που οδηγούσαν σε ένα πολυτελέστατο ξενοδοχείο. «Εδώ είναι», μου είπε με βεβαιότητα και στρογγυλοκάθισε ατάραχος στο κάθισμα του συνοδηγού.
            Ανέβηκα γρήγορα τα σκαλιά που οδηγούσαν στο ξενοδοχείο και βρέθηκα σε μια τεράστια στρογγυλή κλιματιζόμενη αίθουσα. Για κάποιον απροσδιόριστο λόγο, αισθάνθηκα άβολα! Κάτι δεν μου καθότανε καλά, χωρίς όμως να μπορώ να το εντοπίσω. Δεξιά ήταν η ρεσεψιόν, και αμέσως μετά, ακολουθούσε ένας ατέλειωτος πάγκος στον οποίο σερβίρανε ποτά. Στο κέντρο της αίθουσας και ένα επίπεδο πιο χαμηλά, γύρω στους εξήντα πόντους, υπήρχαν διάφορα μικρά σαλονάκια, που όμως άφηναν αρκετό χώρο στη μέση για χορό. Στην πίστα χόρευαν παθιασμένα μερικά ζευγάρια κάτω από το ημίφως και την απαλή ερωτική ατμόσφαιρα που δημιουργούσε η αργή, ψυχεδελική μουσική! Και τότε τους είδα τους λεβέντες μου στο βάθος της αίθουσας να κάθονται  πάνω σε κάτι πανύψηλα σκαμπό, με την πλάτη γυρισμένη προς το μπαρ. Κρατούσαν από ένα ποτό ο καθένας τους στο χέρι και κοίταζαν αποσβολωμένοι προς τη μεριά της πίστας.
            Τότε πήρα κι εγώ ο έρμος χαμπάρι τι γινότανε! Στην πίστα δεν υπήρχαν καθόλου γυναίκες! Ήταν ένα πάρτι τραβεστί, όπως μου εξήγησε ένας σερβιτόρος που ήρθε προς το μέρος μου και για τους επισκέπτες επιτρεπόταν μόνο να καθίσουν στο μπαρ. Πολύ προχωρημένο συμβάν για εκείνη την εποχή και τα καημένα τα φανταράκια, όχι άδικα, είχαν χάσει την αίσθηση του τόπου και του χρόνου…»!
            …..
            «Λοχαγέ, φόλοου μι» επανέλαβε ο «αρχιφύλακας», σίγουρος τώρα πια ότι τον είχα αναγνωρίσει! Και πριν προλάβω να πω κάτι, συμπλήρωσε με νόημα… «άλλαξαν οι καιροί»! Γελάσαμε και οι δύο ταυτόχρονα. Του κοπάνησα κι εγώ μία γερή στον ώμο και πήραμε παρέα το δρόμο προς το «Λιστόν», για …παγωτό και τζιτζιμπίρα!!!
           Καλό καλοκαίρι!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας
           
                 

Παρασκευή 22 Μαΐου 2020

Ο ΓΥΦΤΙΚΟΣ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΘΕΡΙΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ»


Κόντρα στις μετεωρολογικές προβλέψεις εκείνο το φθινοπωρινό διήμερο του ¨82, ο καιρός μας έκανε το χατίρι και ήρθε με το μέρος μας. Όταν φτάσαμε μεσημεράκι του Σαββάτου στο παραθαλάσσιο χωριουδάκι Βασιλική της Λευκάδας, μας υποδέχθηκαν φιλόξενα ο υπέροχος ήλιος της Μεσογείου και το ανεπαίσθητο αεράκι που έσπρωχνε νωχελικά προς το μέρος μας, τα χιλιάδες μικρά κυματάκια που γεννούσε το Ιόνιο πέλαγος πίσω από το σμίξιμό του με τον καταγάλανο ουρανό. Όπως στους πίνακες του Τσόκλη!
Ήταν η εποχή που δεν είχαμε ακόμη αποκτήσει παιδιά, κι έτσι, τρεις καλοί φίλοι με τις συζύγους μας, είχαμε την ευχέρεια να κάνουμε σχετικά κοντινές εκδρομές, δύο φορές το μήνα, καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Ο συνηθέστερος προορισμός μας, με κέντρο τα Γιάννινα, ήταν η πανέμορφη Κέρκυρα η οποία πέρα από τις γραφικές παραλίες της, προσέφερε ποιότητα, πολιτισμό, ιστορία, αρχιτεκτονική και γενικά κοσμοπολίτικο περιβάλλον. Η Λευκάδα, ούτε που μας είχε περάσει ποτέ από το μυαλό, ως την ημέρα που μας το πρότεινε ένας φίλος Λευκαδίτης.
-            Βρε παιδιά, μας είπε, μην σνομπάρετε τη Λευκάδα. Μπορεί να έχει μείνει πολύ πίσω σε σχέση με την Κέρκυρα, την Πάργα, ακόμα και την ορεινή Ήπειρο, αλλά έχει κι αυτή τις ομορφιές της και κυρίως καλούς και φιλόξενους κατοίκους. Προσέξτε μόνο, όταν θα φτάσετε στο νησί με τα αυτοκίνητά σας, μήπως χτυπήσετε κανέναν ντόπιο κατά λάθος, γιατί οι άνθρωποι εκεί κινούνται με τους δικούς τους ρυθμούς. Ο χρόνος ξέρετε στη Λευκάδα, κυλάει πολύ πιο αργά απ’ ότι εδώ στην πόλη!
Έτσι λοιπόν, βρεθήκαμε στη Βασιλική και είναι αλήθεια πως περάσαμε υπέροχα, κυρίως γιατί βρήκαμε μια ανοιχτή αγκαλιά ανεπιτήδευτης φιλοξενίας, αγνούς και αληθινούς ανθρώπους. Φτάνοντας στον λιμενίσκο, αριστερά στη γωνία ήταν η ψαροταβέρνα του κυρ Βλάχου (Αν θυμάμαι καλά το μικρό του όνομα ήταν Κώστας), συνταξιούχου της χωροφυλακής από την Κέρκυρα. Ένας φανταστικός άνθρωπος πολύ ανοιχτός και καλαμπουρτζής. Η γυναίκα του, που είχε την ευθύνη της κουζίνας, ήταν μια καταπληκτική μαγείρισσα και ένας ωραίος άνθρωπος. Ψάρια μας προμήθευε ένας καλοκάγαθος ψαράς που κυκλοφορούσε χειμώνα καλοκαίρι με ένα πουκάμισο, ανοιχτό στο στήθος και που του είχαμε δώσει το παρατσούκλι «το θεριό της θάλασσας».
Σαν αποτέλεσμα αυτής της φιλοξενίας, του εξαιρετικού θυμαρίσιου μελιού, του αφτιασίδωτου φυσικού περιβάλλοντος και του καλού φαγητού, η Λευκάδα και ιδίως η Βασιλική έκανε στην άκρη τους άλλους προορισμούς μας και έγινε το μόνιμο στέκι μας. Κι εμείς, οι Ηπειρώτες και οι Ακαρνάνες, στηρίζαμε τον τουρισμό και την οικονομία που εκείνη την εποχή ήταν σε τραγική κατάσταση στο νησί, τιμώντας με το αζημίωτο το σκουμπρί, τη συναγρίδα, την παλαμίδα πλακί στο φούρνο, τις υπέροχες κακαβιές, ακόμα και τους αστακούς. Σε αντίθεση, οι ξένοι τουρίστες, έδεναν με τα ιστιοφόρα τους σε κάθε όρμο και απάνεμο ορμίσκο, απλώς για να μηρυκάσουν τις ντόπιες σαλάτες και τα ζαρζαβατικά, που τα έσπρωχναν στο στομάχι τους με τεράστιες γουλιές μπύρας, λεβενμπρόι!
……..
Δέκα – δεκαπέντε χρόνια αργότερα το τουριστικό προϊόν είχε αλλάξει μορφή στην πατρίδα μας. Ο Έλληνας άρχισε να θεωρείται δεύτερης κατηγορίας επισκέπτης και κορόιδο. Κυρίως, γιατί ήταν καλοφαγάς, γέμιζε τα τραπέζια των εστιατορίων με άπειρα πιάτα και «καταλάμβανε» τα καταλύματα συν γυναιξί, τέκνοις και πενθεράς, χωρίς να πολυρωτάει για τις τιμές. Και γίνομαι πιο συγκεκριμένος με την παρακάτω απόλυτα αληθινή ιστορία, όπως φυσικά ήταν και η προηγούμενη:
Ένα πρωί του Ιουνίου, παρουσιάζεται στον διευθυντή του, ο υπάλληλος Χ, με αίτημα να πάρει δεκαήμερη άδεια για την Ουαλία, προκειμένου να επισκεφθεί τον γιο του που σπούδαζε σε κάποιο κολέγιο. Είχε κλείσει μάλιστα και θέση με τον χρεοκοπημένο εθνικό αερομεταφορέα, πληρώνοντας ενενήντα χιλιάδες δραχμές την απλή διαδρομή Αθήνα-Λονδίνο. Φυσικά εγκρίθηκε το αίτημά του και ο υπάλληλος αναχώρησε την επομένη για την Ιγκλαντέρα.
Μετά από μία εβδομάδα, τηλεφωνεί πάλι ο Χ στον διευθυντή του από την Ουαλία.
-            Κύριε διευθυντά, δεν βρήκα εισιτήριο για την επιστροφή και μου έκλεισε ο γιος μου με ένα γκρουπ Εγγλέζων τουριστών που έρχονται για δεκαήμερες διακοπές στο Σιδάρι της Κέρκυρας. Λέω να γυρίσω μαζί τους, αλλά θα επιστρέψω στο γραφείο μια μέρα αργότερα… αν δεν έχετε αντίρρηση!
-            Μα θα σου κοστίσει ο κούκος αηδόνι βρε αδερφέ με το γκρουπ, του απάντησε ο διευθυντής. Προσπάθησε να βρεις εισιτήριο κι αν αργήσεις μερικές μέρες ακόμη, δε χάλασε ο κόσμος.
-            Ως προς αυτό δεν υπάρχει πρόβλημα κύριε διευθυντά, γιατί το δεκαήμερο διακοπών στην Κέρκυρα, ξενοδοχείο, γεύματα, αεροπορικά εισιτήρια μετ’ επιστροφής και ξεναγήσεις, κοστίζουν για τους Άγγλους, μόνο σαράντα περίπου χιλιάδες δραχμές το άτομο. Λέω μάλιστα επειδή θα μείνουν σε ξενοδοχείο πέντε αστέρων, που για μένα είναι άπιαστο όνειρο, αν θα μπορούσα να καθίσω και μια δυο μέρες έξτρα στην Κέρκυρα! Μια και θα είναι όλα πληρωμένα!
…...
Πέρασαν ακόμη καμιά εικοσαριά χρόνια φαγούρας και φτάσαμε σήμερα στην εποχή που ο κορονοϊός φαίνεται να χτυπάει αλύπητα την οικονομία και τον τουρισμό μας στην Ελλάδα. Και αναρωτιέμαι:
Μήπως έφτασε η ώρα και παρουσιάζεται η χρυσή ευκαιρία, να αναθεωρήσουμε τη στάση μας απέναντι στον Έλληνα τουρίστα; Να του δείξουμε τον σεβασμό που του αξίζει και να τον αντιμετωπίσουμε τουλάχιστον όπως τους ξένους;
Μήπως θα ήταν χρήσιμο να επανεξετάσουμε τη συμπεριφορά μας προς αυτόν που ανέκαθεν στήριζε και στηρίζει τον τουρισμό της χώρας και να μην τον θεωρούμε δεύτερης και τρίτης κατηγορίας επισκέπτη που υποτίθεται ότι καταντά τον τόπο μας γύφτικο προορισμό;  
Γιατί, όπως και να το κάνουμε, οι προσβλητικές δημόσιες δηλώσεις κάποιων ανόητων που δυστυχώς εκπροσωπούν επαγγελματικούς κλάδους οι οποίοι τρώνε ψωμάκι από τον τουρισμό, δεν απέχουν πολύ από την αλαζονική αντίληψη που επικρατεί σε κάποιες περιοχές που έχασαν τον αρχικό τους βηματισμό.
Η κατάσταση θέλει προσοχή, υπευθυνότητα και ριζοσπαστικές αποφάσεις, γιατί, όπως είπε κάπου κάποτε σε μια παρέα νέων το «θεριό της θάλασσας»: «Την πέτρα άμα τη ρίξεις και τον λόγο άμα τον πεις, δεν γίνεται να τα πάρεις πίσω»!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας

 Υ.Γ.: Οι προσβλητικές, προς τους Ηπειρώτες και τους Αιτωλοακαρνάνες, δηλώσεις του προέδρου του επιμελητηρίου της Λευκάδας, ότι δηλαδή καταντούν με την παρουσία τους το νησί γύφτικο προορισμό, δυστυχώς δεν έγιναν τυχαία. Από την ίδια αντίληψη διακατέχεται και ένα μεγάλο μέρος των μόνιμων κατοίκων του νησιού! Καλύτερα θα ήταν γι αυτούς να προσαρμοστούν στην πραγματικότητα και να αναθεωρήσουν τις απόψεις τους, για να μην καταντήσουν αντί για «γύφτικος προορισμός» ουραγοί. Να δουν πως αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα για παράδειγμα στην Κρήτη, τα αεροδρόμια της οποίας υποδέχονται τις ετήσιες αφίξεις του Ακτίου μόλις σε μία εβδομάδα!!! Ελπίζω το εν λόγω κείμενο που θα δημοσιευθεί τις επόμενες μέρες στην εφημερίδα και το διαδίκτυο, να το εκλάβουν ως προσφορά και να το αξιοποιήσουν ανάλογα. 



Τρίτη 28 Απριλίου 2020

Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΤΟ ΜΙΚΡΟΤΣΙΠ ΚΑΙ ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΟ


            Ο Κόβι Ντι, διακεκριμένος βιολόγος και Γενικός Διευθυντής του Εθνικού Εργαστηρίου Βιοασφάλειας της Ουχάν, έδειχνε πολύ ανήσυχος μετά από ένα περίεργο τηλεφώνημα που δέχθηκε στις 04:37 ξημερώματα ώρα Πεκίνου.  Ακούμπησε το κινητό 5G με χέρι που έτρεμε στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι του και γύρισε προς το μέρος της γυναίκας που ήταν ξαπλωμένη δίπλα του. Εκείνη, τράβηξε με τα δυο της χέρια το μεταξωτό σεντόνι για να καλύψει το γυμνό της στήθος και τον κοίταζε με τρόμο στα μάτια.
-            Τι έγινε αγάπη μου; τόλμησε να τον ρωτήσει τελικά την ώρα που ο Γενικός Διευθυντής σκούπιζε με το μανίκι της πιτζάμας του τον κρύο ιδρώτα από το ρυτιδιασμένο του μέτωπο. Σας ξέφυγε πάλι κανένας πειραματικός ιός από το εργαστήριο; Κανένα καινούριο μικρόβιο; 
-            Κάτι χειρότερο, απάντησε ο Κόβι Ντι, καθώς φορούσε βιαστικά το παντελόνι του. Με κάλεσε στο γραφείο του ο ίδιος ο Γραμματέας του Κου Κου Κι. Φαινόταν εξοργισμένος με τα αποτελέσματα ενός προγράμματος τσιπαρίσματος που παρήγγειλε η Τριμερής επ’ ωφελεία της Παγκόσμιας Διακυβέρνησης. Κάτι πήγε στραβά! Με περιμένει αεροπλάνο. Φεύγω αμέσως για το Πεκίνο. Αν ζω, θα σου τηλεφωνήσω το βράδυ. Φιλιά.
            Λίγες ώρες αργότερα, ο Γενικός διευθυντής του εργαστηρίου βιοασφάλειας της Ουχάν, περίμενε έξω από το γραφείο του ΓΓ του ΚΚΚ.
-            Μήπως ξέρεις με ποιους είναι μέσα η αυτού μεγαλειότης ο κύριος Γενικός; Ρώτησε με ανυπομονησία την υπεύθυνη της αίθουσας αναμονής.  Εκείνη, κοίταξε προς το μέρος των ανδρών ασφαλείας που στέκονταν ακριβώς απέναντι με το δεξί χέρι κάτω από το σακάκι τους και έμεινε αμίλητη.
Ύστερα από λίγα λεπτά, άνοιξε η πόρτα και βγήκε μέσα από το γραφείο του ΓΓ του ΚΚΚ, ένας κύριος με γενάκι. Ο Κόβι Ντι ήταν σίγουρος ότι αυτόν τον τύπο τον είχε ξαναδεί σε κάποιο συνέδριο της σοσιαλιστικής διεθνούς. Αλλά πάλι, τον μπέρδευε το γενάκι!
-            Πριν περάσεις μέσα για οδηγίες από τους εκπροσώπους της Τριμερούς, θα πρέπει να σε ενημερώσω σχετικά, του είπε εκείνος κάνοντας επανωτά σαρδάμ και μιλώντας τα αμερικάνικα σαν μητρική του γλώσσα.
-            Εγώ παίρνω οδηγίες μόνο από τον Γενικό Γραμματέα του Κόμματος, τόλμησε να πει ο βιολόγος. Εσείς ποιος είστε;  
-            Όπως θα έπρεπε να ξέρεις, απάντησε χωρίς να κάνει σαρδάμ αυτή τη φορά ο κύριος με την καραφλίτσα και το γενάκι, το Κόμμα έχει την κυβέρνηση αλλά δεν έχει την εξουσία! Την εξουσία την έχει η οικονομική Ελίτ και η Παγκόσμια Διακυβέρνηση. Όσο για εμένα, εγώ είμαι από την Ελλάδα και απλώς ξεσκονίζω και προσέχω τα πανωφόρια και τα σακίδια πλάτης των εκπροσώπων της Τριμερούς. Είμαι επίσης υπεύθυνος στον τομέα της πράσινης ανάπτυξης στην Ανατολική Μεσόγειο και με τις ιδιότητες αυτές, θα σε ενημερώσω πριν παρουσιαστείς στην επιτροπή, για ένα πρόβλημα πειθαρχίας που αντιμετωπίζουμε με αυτόν τον διεφθαρμένο ελληνικό λαό. Ελπίζουμε πως με το τσιπάκι που θα τους περάσουμε στο αίμα με το νέο εμβόλιο του κορονοϊού και με μπόλικη 5G ακτινοβολία, θα τους καθυποτάξουμε ολοκληρωτικά αυτούς τους αχρείους!  
Οι άνδρες του προσωπικού ασφαλείας από απέναντι χάιδεψαν τα κινέζικα Μάγκνουμ κάτω από τα σακάκια τους και η υπεύθυνη της αίθουσας αναμονής σήκωσε το αριστερό της φρύδι! Ο Κόβι Ντι έσκυψε το κεφάλι.
-            Όλοι εμείς που έχουμε κατά καιρούς κυβερνήσει τον ελληνικό λαό, δεινοπαθήσαμε με τις παραξενιές και τις ιδιοτροπίες του, συνέχισε ο κύριος με το γενάκι. Μας έχουν ψήσει αυτοί οι μασκαράδες το ψάρι στα χείλη. Όταν τους κυβερνάμε, μας αναγκάζουν να τους διορίζουμε στο Δημόσιο για αραλίκι. Όταν πάμε να εφαρμόσουμε τους νόμους και να ασκήσουμε ελέγχους, μας απειλούν πως δεν θα μας ξαναψηφίσουν. Απαιτούν να κρατικοποιούμε και να κοινωνικοποιούμε όλες τις βιομηχανικές μονάδες και τις μεγάλες εταιρείες, για να τακτοποιούνται τα παιδιά τους και να συνδικαλίζονται. Μας αναγκάζουν να δανειζόμαστε λεφτά από ιδιωτικές τράπεζες του εξωτερικού και να τους τα μοιράζουμε για να αγοράζουν αυτοκίνητα πολυτελείας και να πάνε διακοπές στη Μύκονο το καλοκαίρι και στις Άλπεις το χειμώνα. Μας υποχρεώνουν να ρίχνουμε τα αποθεματικά των ασφαλιστικών τους ταμείων στο χρηματιστήριο, για να θησαυρίζουν από τις μετοχές. Μας εκβιάζουν να παίρνουμε μίζες από τα εξοπλιστικά προγράμματα για να μας κατηγορούν μετά πως είμαστε διεφθαρμένοι σαν κι αυτούς. Υπέρτατες αξίες τους είναι η καλοπέραση και η φιγούρα. Ψηφίζουν συνέχεια όλους εμάς τους ίδιους και του ίδιους, κι αμέσως μετά αρχίζουν να μας βρίζουν.  
            Οι άνδρες του προσωπικού ασφαλείας από απέναντι απασφάλισαν τα κινέζικα Μάγκνουμ κάτω από τα σακάκια τους και η υπεύθυνη της αίθουσας σήκωσε και το άλλο της το φρύδι! Ο Κόβι Ντι δεν άντεξε και πήρε το λόγο οργισμένος.
-            Άκουσε να σου πω κύριέ μου, ως εδώ και μη παρέκει. Όλοι εμείς οι επιστήμονες, σε όλα τα πανεπιστήμια του κόσμου, αλλά και όλοι οι άνθρωποι σε ετούτον τον πλανήτη μαθαίνουμε και ξέρουμε, πως οι Έλληνες είναι ένας υπέροχος λαός που έδωσε τις επιστήμες και τον πολιτισμό σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Πως είναι ένας πρόσχαρος, κοινωνικός και φιλόξενος λαός. Πως έχουν αυξημένο το θρησκευτικό τους συναίσθημα. Οι αξίες τους έχουν τις ρίζες τους στην αρχαιότητα και όταν χρειαστεί, δίνουν ακόμα και τη ζωή τους για την πατρίδα και την ελευθερία. Όταν μάλιστα βρεθούν σε μια οργανωμένη και αξιοκρατική κοινωνία, διακρίνονται και διαπρέπουν!
            Οι άνδρες του προσωπικού ασφαλείας από απέναντι ασφάλισαν τα Μάγκνουμ, βγάλανε τα χέρια απ’ τα σακάκια τους και χειροκρότησαν. Η υπεύθυνη της αίθουσας αναμονής και γραμματέας του ΓΓ του ΚΚΚ, χαμογέλασε ίσως για πρώτη φορά στη ζωή της και ο Κόβι Ντι πήρε θάρρος και συνέχισε.
-            Όσα τσιπάκια και ακτινοβολίες να ρίξετε στον Έλληνα, ποτέ δεν πρόκειται να τον υποδουλώσετε γιατί ο Θεός τον έπλασε να μη σηκώνει το ζυγό. Και όταν πρέπει, πειθαρχεί από μόνος του χωρίς καμία βία, αρκεί να του κεντρίσεις το φιλότιμο!!!
-            Αλήθεια …κύριε, αγρίεψε ο Κόβι Ντι, ποιο είπατε πως είναι το όνομά σας;

Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

Ο COVID ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΜΕΤΑΞΙΟΥ


Μια απλή ματιά στον παγκόσμιο χάρτη με τα στοιχεία εξάπλωσης της πανδημίας του κορονοϊού, αρκεί για να διαπιστώσει κανείς ότι η μετάδοσή του, ακολούθησε τον δρόμο του μεταξιού.
Ο δρόμος αυτός που υπάρχει εδώ και 2.000 χρόνια, ξεκινούσε αρχικά από την Κίνα και κατέληγε στη Ευρώπη δια μέσου της Κεντρικής Ασίας της Ινδίας και της Μικράς Ασίας συνδέοντας ανθρώπους, πολιτισμούς και οικονομίες των κρατών του γνωστού κάθε φορά κόσμου. Σήμερα, ακολουθώντας τις ίδιες χερσαίες και θαλάσσιες διαδρομές -με την προσθήκη βέβαια των αερομεταφορών και των αγωγών υδρογονανθράκων- απολήγει στις ΗΠΑ και τον Καναδά.
Το μετάξι, το μαλλί, το γυαλί, τα μπαχαρικά και γενικά τα υλικά αγαθά, μπορούμε να πούμε ότι συνταξίδευαν με τις φιλοσοφικές, τις θρησκευτικές, τις αρχιτεκτονικές τάσεις και γενικότερα τον πολιτισμό.
Ο όρος, Δρόμος του Μεταξιού (Silk Road), αποδίδεται στον Γερμανό γεωλόγο, βαρόνο Φέρντιναντ φον Ριχτχόφεν το 1877 και η σημασία του εμπεριέχει τη μεταφορά της δημιουργικής, ευρωπαϊκής και ασιατικής, πολιτιστικής ανταλλαγής.
Ας πούμε όμως δυο λόγια για το μετάξι το οποίο συνδέθηκε άμεσα με τον πλούτο και την εξουσία. Το μετάξι που οι Πέρσες οι Τούρκοι και οι Αγγλογάλλοι το πολέμησαν λυσσαλέα, χωρίς ωστόσο να καταφέρουν να περιορίσουν την εξάπλωσή του σε ολόκληρο τον πλανήτη, καθόσον τα σχέδια, το στυλ, οι τεχνικές και η ανακάλυψη νέων χρήσεών του, άγγιζαν κάθε κουλτούρα όπου κι αν εμφανιζόταν. Χρησιμοποιώντας όρο της Βιολογίας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι υφίστατο μετάλλαξη, ανάλογα με το πολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο βρισκόταν.
Η καλλιέργεια και η μέθοδος παραγωγής του, αποδίδεται σε έναν Κινέζο αυτοκράτορα και τη σύζυγό του γύρω στο 2.600 π.Χ. όταν δημιούργησαν από μία κάμπια, τον μεταξοσκώληκα, ένα σπάνιο και δυσεύρετο ύφασμα που πέρα από την καταπληκτική του υφή, διατηρούσε δροσιά το καλοκαίρι και ζέστη το χειμώνα. Αρχικά το ύφασμα αυτό χρησιμοποιήθηκε για να ντύσει τον αυτοκράτορα, αλλά στη συνέχεια διαδόθηκε ευρέως στην κινέζικη κοινωνία και επεκτάθηκε η χρήση του λόγω τον ιδιοτήτων των ινών του και σε άλλους τομείς, όπως πχ για χειρουργικά ράμματα. Δεν άργησε μάλιστα να χρησιμοποιηθεί και ως μέσον συναλλαγής.
Τον 4ο αιώνα π.Χ. ένας Έλληνας (Διαολοράτσα), με το όνομα Κτησίας, έφτασε στην Κίνα, αντιλήφθηκε αμέσως την αξία του μεταξιού και το συνέστησε στη Δύση! Ο Κτησίας, την αχανή αυτή χώρα, την ονόμασε Σέρρες, δηλαδή χώρα του μεταξιού! Ο Μέγας Αλέξανδρος μάλιστα, φορούσε ρόμπες από μετάξι, βαμμένες με την σπάνια και πανάκριβη μωβ βαφή που έφτιαχναν οι Φοίνικες από εκκρίσεις θαλάσσιων σαλιγκαριών. Ωστόσο, ο δρόμος του μεταξιού διαμορφώθηκε οριστικά λόγω του έντονου εμπορίου που αναπτύχθηκε μεταξύ Δύσης και Ανατολής, κατά την ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδο.
Οι Βυζαντινοί αποκτούν τη γνώση της παραγωγής του μεταξιού τον έκτο μ.Χ. αιώνα, όταν δύο Ασσύριοι μοναχοί επισκέφτηκαν την Κίνα, έμαθαν τον τρόπο καλλιέργειας και μετέφεραν λαθραία στα κούφια μπαστούνια τους αρκετά αυγά μεταξοσκώληκα.  
Στη Δυτική Ευρώπη διαδόθηκε το μετάξι τον 12ο μ.Χ. αιώνα από τους Σταυροφόρους. Λίγο αργότερα (Μάρκο Πόλο) θα ανοίξουν παράλληλα και οι θαλάσσιοι δρόμοι του μεταξιού που έφτασαν (Χρ. Κολόμβος) μέχρι τον Νέο Κόσμο. Έτσι δημιουργήθηκε το δίκτυο που υπάρχει μέχρι τις μέρες μας.

Το τεράστιο αυτό σύμπλεγμα συγκοινωνιών και επικοινωνίας το οποίο κάποτε αποτελείτο από άθλιους δρόμους και επικίνδυνες θαλάσσιες διαδρομές, σήμερα έχει φέρει τον κόσμο κοντά στην παγκοσμιοποίηση. Εξασφαλίζει μεγάλη ταχύτητα τόσο στην ελεύθερη διακίνηση αγαθών και υπηρεσιών, όσο και στην παγκόσμια μετανάστευση. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο, πέρα από τα τεράστια οικονομικά οφέλη, ευνοείται και η αλληλεπίδραση μεταξύ των Ηπείρων, σε ότι αφορά στις θρησκευτικές, πολιτικές, ιδεολογικές και πολιτισμικές διαφορές, που στο παρελθόν έγιναν αιτίες παγκόσμιων πολέμων, γενοκτονιών, εθνοκαθάρσεων, με εκατομμύρια ανθρώπινα θύματα.
Παρότι όμως δαπανώνται δισεκατομμύρια δολάρια από τους υποστηρικτές της παγκοσμιοποίησης, οι προοπτικές της παραμένουν προς το παρόν μακρινό όνειρο και αμφιβόλου αποτελέσματος επιδίωξη, καθότι ο δρόμος προς αυτή πρέπει να ακολουθήσει τον δρόμο του μεταξιού.  
Ο δρόμος του μεταξιού, όμως, περνάει από τον Ευρασιατικό ζωτικό χώρο στον οποίο εξελίσσεται το «Μεγάλο Παιχνίδι» που ξεκίνησε τον 18ο αιώνα ανάμεσα στις αποικιοκρατικές δυνάμεις στην Κεντρική Ασία, (Κυρίως ανάμεσα στους Ρώσους και τους Βρετανούς για τον έλεγχο του Αφγανιστάν), και συνεχίζεται σήμερα με άλλους παίκτες και χαρακτηριστικά, που διαμορφώθηκαν μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, την επέμβαση των ΗΠΑ σε ΙΡΑΚ και Αφγανιστάν χρησιμοποιώντας βάσεις σε Ουζμπεκιστάν και Πακιστάν αγνοώντας τον ΟΗΕ, καθώς και την γεωστρατηγική (γεωπολιτική και γεωοικονομική) αναβάθμιση της Κίνας. Στον ζωτικό αυτό χώρο η Κίνα, η Ρωσία και οι ΗΠΑ θα αναμετρηθούν μέχρι τελικής πτώσεως. Ο νικητής θα εξασφαλίσει τον έλεγχο του δρόμου και θα καθορίσει τους κανόνες «κυκλοφορίας»!
Ένας άλλος σοβαρός λόγος που επηρεάζει τον δρόμο του μεταξιού, είναι ο φόβος και η ανασφάλεια που καλλιεργεί η κρίση της παγκόσμιας μετανάστευσης. Οι πολιτισμοί συγκρούονται και η μεταξύ τους συνάφεια αποκαλύπτεται ανύπαρκτη στην πράξη. Η συμβίωση ή αν θέλετε η ένταξη των μετακινούμενων πληθυσμών προς στις πλούσιες «Δυτικά» οργανωμένα κοινωνίες, έχει αποτύχει παταγωδώς.  Οι μουσουλμανικές τρομοκρατικές επιθέσεις ξυπνούν φόβους, ανασφάλεια και εθνικιστικά συναισθήματα. Θυμίζουν στους ανθρώπους την ανάγκη να διατηρήσουν τα κεκτημένα που απέκτησαν σε βάθος αιώνων με αγώνες και αίμα. Επιβεβαιώνουν την αξία διατήρησης της εθνικής τους ταυτότητας.
Επάνω σε αυτό το πλαίσιο έρχεται να δηλώσει την παρουσία του ένας τόσος δα μικρός αλλά πανίσχυρος εχθρός. Μια αόρατη απειλή που ακούει στο όνομα covid-19. Μια πανδημία που ακολουθώντας τον δρόμο του μεταξιού (Πάνω στον οποίο βρίσκονται και οι πλουσιότερες χώρες) σπέρνει στο πέρασμά του τρόμο και ανασφάλεια. Δείχνει να είναι σε θέση, αν δεν αντιμετωπισθεί άμεσα αποτελεσματικά, να ανατρέψει τα πάντα! Όχι απλώς να αναστατώσει την παγκόσμια κοινότητα, αλλά να δημιουργήσει νέα δεδομένα.
Την αγωνία του γι  αυτό το ενδεχόμενο, εξέφρασε σε πρόσφατο άρθρο του και ο Χένρυ Κίσινγκερ υπογραμμίζοντας ότι «Οι αρχές της φιλελεύθερης οικονομίας και του φιλελεύθερου τρόπου σκέψης πρέπει να διασωθούν και να προστατευθούν στην μετά τον covid-19 εποχή, όταν ο κόσμος δεν θα είναι ποτέ πια ο ίδιος».
Σε σχέση με τον κορονοϊό, οι ηγέτες των πλούσιων χωρών που δεν θέλουν με τίποτε να χάσουν τα πρωτεία που κατέχουν στο παγκόσμιο πολιτικοοικονομικό γίγνεσθαι, έβαλαν αρχικά σε πρώτη προτεραιότητα την εθνική τους οικονομία και σε δεύτερη μοίρα τον παράγοντα «άνθρωπο». Όταν στη συνέχεια αντελήφθησαν ότι το αίσθημα της ασφάλειας των λαών υπερέβη την πολιτική, επέβαλαν σπασμωδικά, περιορισμό της ελευθερίας και απομονωτισμό. Υποτάχθηκαν δηλαδή στη λογική και υπάκουσαν πιστά στις διαθέσεις ενός ιού, του οποίου τα χαρακτηριστικά παραμένουν άγνωστα και άρα και το μέλλον, εξίσου με αυτόν, αόρατο!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας   

Τρίτη 24 Μαρτίου 2020

ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΩΡΑ COVID-19

            Τις τελευταίες μέρες βομβαρδιζόμαστε με ανακοινώσεις του τύπου: «Χθες εισήχθησαν στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών, ένας 60χρονος, μία 93χρονη και ένας 73χρονος, που προσβλήθηκαν από τον κορονοϊό μετά από το ταξίδι τους στους Άγιους Τόπους», «Ο 70ρονος και η 62χρονονη που επέστρεψαν πρόσφατα από την Ιταλία…», «Σήμερα κατέληξε από κορονοϊό, ο 55χρονος που νοσηλεύονταν στη ΜΕΘ με βεβαρυμμένο ιατρικό ιστορικό και χαμηλό προσδόκιμο επιβίωσης…».
Μέσα από αυτή την κρίση, φαίνεται να χάνουμε ένα κομμάτι από την ταυτότητά μας και να γινόμαστε απλά «αριθμημένοι». Σαν να μας αποκόπτουν τις ρίζες μας, στο όνομα του ιατρικού βεβαίως απορρήτου. Ο κύριος ή η κυρία 55, 65, 73 κ.ο.κ.
            «Οι Αριθμημένοι», είναι και ο τίτλος μιας θεατρικής ουτοπίας που έγραψε μισό περίπου αιώνα πριν, ο νομπελίστας Βουλγαροεβραίος Ελίας Κανέττι, παρουσιάζοντας, θα έλεγε κανείς προφητικά, μια μελλοντική διαφορετική κοινωνία. Μια θεατρική παράσταση που είχα την τύχη να παρακολουθήσω παλιότερα σε πρώτη παγκόσμια παρουσίαση στο Θέατρο Μακεδονικών Σπουδών της Θεσσαλονίκης, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.
Στο έργο αυτό, οι άνθρωποι αντί για όνομα έχουν έναν αριθμό, ο οποίος τους δίνεται κατά την γέννησή τους από έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή που υποκαθιστά την εξουσία κάτω από ένα καθεστώς απόλυτης Παγκόσμιας Δικτατορίας. Το σημαντικό σε αυτή την ιστορία, είναι ότι ο αριθμός-όνομα, αντιπροσωπεύει τη διάρκεια της ζωής κάθε ανθρώπου, χωρίς ωστόσο να γίνεται σε κανέναν γνωστή η ημερομηνία γέννησής του. Για παράδειγμα ο 50, ξέρει ότι θα ζήσει πενήντα έτη, αλλά δεν γνωρίζει τον ακριβή χρόνο του θανάτου του, εφόσον δεν γνωρίζει το πότε γεννήθηκε. Στόχος του συγγραφέα είναι να αναδείξει τον προβληματισμό του ανθρώπου απέναντι στο μοιραίο, και πιο συγκεκριμένα στη στιγμή του θανάτου!
            Η παράσταση ήταν συγκροτημένη σε περισσότερες από είκοσι σκηνές, προκειμένου να δώσει το εύρος των πλεονεκτημάτων αυτής της ουτοπικής κοινωνίας των ανθρώπων-αριθμών. Μιας κοινωνίας στην οποία, επί παραδείγματι, δεν γίνονται ποτέ φόνοι καθότι ο θάνατος, αν συνέβαινε, δεν θα οφείλονταν στην ενέργεια του φονιά, αλλά θα ήταν αποτέλεσμα του προκαθορισμένου από το κομπιούτερ-κυβερνήτη χρόνου θανάτου του θύματος. Συνεπώς, δεν είχε νόημα ο φόνος.
            Από την άλλη όμως, εμφανίζονται στην πορεία και τραγικά μειονεκτήματα αυτής της κοινωνίας, με αποκορύφωμα τον τρόμο που επικρατεί στους ανθρώπους απέναντι στον θάνατο. Ο προκαθορισμένος χρόνος θανάτου, στην ουσία εκμηδενίζει την ψευδαίσθηση μέσα στην οποία ζούμε και δημιουργούμε, πιστεύοντας ότι είμαστε άτρωτοι και πως δεν θα πεθάνουμε ποτέ. Χωρίς αυτή την ψευδαίσθηση ο άνθρωπος εξουδετερώνεται, μη έχοντας διάθεση για δημιουργία, ούτε επιθυμία να διεκδικήσει! Γίνεται πιόνι, όργανο! Όταν μάλιστα ο χρόνος του είναι λίγος, δεν έχει νόημα ούτε η ανατροφή, ούτε η διαπαιδαγώγησή του.    
             Σε μία από αυτές τις σκηνές, παρουσιάζεται ένα μικρό παιδί και ένας ηλικιωμένος κύριος,  τον οποίο στην συγκεκριμένη παράσταση υποδύονταν συγκλονιστικά, ο αείμνηστος Γιάννης Βόγλης.
            Το παιδί, χωρίς καν να γνωρίζει τον ηλικιωμένο κύριο, συμπεριφέρεται κακότροπα, σαν αγρίμι. Τον προσβάλλει, τον πετροβολεί και χυδαιολογεί σε βάρος του ξεδιάντροπα. Για να καταλήξει η σκηνή με τον εξής διάλογο:
-           Αυτά παιδί μου σου μαθαίνουν στο σχολείο;
-          Μα δεν πηγαίνω σχολείο.
-            Οι γονείς σου δεν σου τραβήξανε ποτέ το αυτί, δεν σου είπανε πιο είναι το σωστό;
-            Όχι, απαντάει το παιδί απορημένο. Είμαι ελεύθερος να κάνω ότι μου αρέσει.  
-          Μα πώς σε λένε τέλος πάντων παιδάκι μου; Ποιο είναι το όνομά σου;
-          Με λένε «Δέκα», απαντάει το παιδί και πέφτει η αυλαία.
Μια άλλη παράσταση τρόμου εξελίσσεται τελευταία δίπλα μας, με την πανδημία του κορονοϊού, η οποία δυστυχώς δεν διαδραματίζεται στο θέατρο, ούτε μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ουτοπία:
Η σκηνή παρουσιάζει μια τεράστια φάλαγγα με στρατιωτικά οχήματα, σταματημένη καταμεσής στην άδεια από κυκλοφορία οτοστράτα. Σαράντα περίπου χιλιόμετρα έξω από το Μιλάνο της Ιταλίας, στο Μπέργκαμο, ο τόπος έχει γεμίσει πτώματα, κι έτσι, τα νέα θύματα της πανδημίας μεταφέρονται τώρα μακριά, για να ταφούν με συνοπτικές διαδικασίες σε κάποιον άλλο τόπο άγνωστο στους φίλους και στους συγγενείς, χωρίς τον τελευταίο ασπασμό, χωρίς το γοερό κλάμα των αγαπημένων τους, χωρίς ένα λουλούδι. Για να καταχωνιαστούν ξεχασμένοι από τους δικούς τους ανθρώπους, αφού όπως όλοι γνωρίζουμε, όσο μακραίνουν οι δρόμοι που μας χωρίζουν από τους αγαπημένους μας, τόσο κονταίνουν οι θύμισες! Και το χειρότερο; Οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν όνομα και σύντομα ίσως δεν θα έχουν …παρελθόν. Σα να μην άφησαν πίσω τους τίποτα:
-            Ο «2», ο «7» κι ο «14» είναι για το νεκροταφείο της Μπολόνια. Ο «104» ο «149» και ο «320» πάνε στο Μπάρι. Τα φέρετρα από τον «570» έως τον «795» θα τα μεταφέρουμε για ενταφιασμό στη Σικελία, ακούγεται ραγισμένη πίσω από την ασφυξιογόνο μάσκα η φωνή του επικεφαλής της φάλαγγας να δίνει οδηγίες. 
-            Δεν είμαστε άτρωτοι, το τέλος έρχεται. Δεν έχουμε πια ταυτότητα, είμαστε απ΄ όλους κι από όλα αποκομμένοι. Είμαστε απλά «αριθμημένοι», παρατήρησε ένας οπλίτης οδηγός, έχοντας τον τρόμο ζωγραφισμένο στα μάτια του, προβληματισμένος από τον θάνατο που είχε φορτωμένο στην παγωμένη καρότσα του τεράστιου στρατιωτικού του οχήματος.
            Ποια κοινωνία ξημερώνει αλήθεια αύριο;
            Η λύτρωση στο αριστούργημα του Ελίας Κανέττι, είναι υπόθεση ολίγων εκλεκτών που επαναστατούν και ανατρέπουν το καθεστώς της παγκόσμιας ηλεκτρονικής διακυβέρνησης.
            Αντίθετα, απ΄ ότι φαίνεται, η λύτρωση απέναντι σε κάθε είδους και μορφής «πανδημία» που μπορεί να μεταβάλλει απότομα το κοινωνικό σύστημα στο οποίο υπαγόμαστε και να ανατρέψει τα κεκτημένα του, είναι υπόθεση όλων μας. Ανεξαιρέτως!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας          
           


Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2020

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΞΙΟΙ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΜΑΣ




Η ανάπτυξη στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, επιτέλους γίνεται πραγματικότητα! Οι γνωστοί και μη εξαιρετέοι εργολάβοι και τα άλλα τα παιδιά, ανέλαβαν, με μπόνους κάποια εκατομμύρια, να δώσουν δουλειά στους νησιώτες και να εκτινάξουν στα ουράνια την τοπική οικονομία, με την κατασκευή υπερσύγχρονων ημίκλειστων δομών, μνημεία αρχιτεκτονικής, που θα προσελκύουν για τους επόμενους αιώνες, τουρίστες από όλον τον κόσμο!!!
Από την άλλη, οι «πρόσφυγες» επενδυτές, τώρα, δικαιώνονται από τον αγώνα που κήρυξε ο Σύριζα, με τους αριστερούς ριζοσπάστες του και τους open society μηδενιστές παρατρεχάμενους που τον ακολουθούσαν!
Μετά από αυτά, οι νησιώτες μας δεν θα έχουν πλέον το άγχος και την υποχρέωση να φορτίζουν τα κινητά των κατατρεγμένων «προσφύγων» και θα μπορούν να οραματίζονται όπως πάντα, ανεμπόδιστα, μια σοσιαλιστική προοδευτική κοινωνία για την οποία παραδοσιακά πάλεψαν και παλεύουν.
Και τα ψάρια; Θα ρωτήσουν, ίσως, κάποιοι περίεργοι! Τα ψάρια θα κολυμπούν από τώρα και εις το εξής ...ανέπαφα στη θάλασσα που τους ανήκει. Και τα δελφίνια δεν θα «πεθαίνουν» καταπίνοντας τις πλαστικές ταυτότητες που πετάνε στο νερό οι Αγνώστου Ταυτότητος Εισερχόμενοι Αλλοεθνείς. Υπάρχει σχέδιο σας λέω!
Ευτυχώς όμως που υπάρχουν στη ζωή μας και οι «πολιτισμένοι» φοιτητές στα πανεπιστήμια, η αφρόκρεμα, το μέλλον της Ελλάδας, οι υπερασπιστές της δημοκρατίας, οι νεοήρωες της αντίστασης ενάντια στον κρατικό αυταρχισμό, που ραπίζουν με τη διανόηση και το διάλογο, τους απροστάτευτους από την πολιτεία αστυνομικούς, τους άπειρους ειδικούς φρουρούς, που τολμούν να σταθούν ανερυθρίαστα έξω από την πύλη του …πνευματικού ασύλου. Και λέω ευτυχώς, γιατί αν δεν υπήρχαν αυτοί οι «πολιτισμένοι» φοιτητές και οι πάσης φύσεως κορονοϊοί να μας κρατούν σε εγρήγορση, θα είχαμε πεθάνει από ανία τώρα που μπήκε το νερό στο αυλάκι στο ανατολικό Αιγαίο και ήρθε η ανάπτυξη.
Ωστόσο, αν γυρίσουμε πίσω στο χρόνο, θα διαπιστώσουμε ότι αυτά τα φαινόμενα, δεν είναι δα και πρωτόγνωρα στην πατρίδα μας. Για παράδειγμα, όταν κατέρρευσε ο εφιάλτης του υπαρκτού σοσιαλισμού και οι εξαθλιωμένοι γείτονες περνούσαν από την Αλβανία του Χότζα και του Αλία κατά εκατοντάδες τα σύνορα προς την επαίσχυντη καπιταλιστική Ελλάδα, κάποιοι, επίσης γνωστοί και μη εξαιρετέοι εργολάβοι, είχαν αναλάβει με συνοπτικές διαδικασίες να κατασκευάσουν μερικές δεκάδες απαράδεκτα για φιλοξενία ανθρώπων τολ, τα οποία φυσικά ουδέποτε χρησιμοποιήθηκαν για το σκοπό που κατασκευάστηκαν. Απλά τα πλήρωσε πρόθυμα ο κυρίαρχος λαός, χωρίς να απαιτήσει κάποιοι να λογοδοτήσουν για την διασπάθιση του δημόσιου πλούτου.
Οι από την εδώ μεριά Ηπειρώτες, όπως και οι νησιώτες μας, υποδέχθηκαν με κατανόηση τους κατατρεγμένους και θεονήστικους γείτονες. Τους φίλεψαν, τους έδωσαν δουλειά και τους αγκάλιασαν τόσο στοργικά και προοδευτικά, που ούτε ο Μάο στη μακρινή δημοκρατική Κίνα δεν θα μπορούσε να το κάνει, ούτε ο αγαθός Κίμ της Βόρειας Κορέας. Και είναι πραγματικά άδικο γι αυτούς του ιθαγενείς Ηπειρώτες, που δεν σκέφτηκε ποτέ κανείς, να τους προτείνει για το Νόμπελ ειρήνης και αλληλεγγύης όπως έγινε με τους νησιώτες μας! Ίσως αν υπήρχαν εκείνη την εποχή, κινητά, φορτιστές και ΜΚΟ, να ήμασταν και νομπελίστες! Τρομάρα μας!
Μπορεί στο εσωτερικό της Ηπείρου να μην υπάρχουν ψάρια, αλλά κανείς διεθνιστής αριστερός ή νεοφιλελεύθερος, ή σκέτος προοδευτικός εν πάση περιπτώσει, δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει την άποψη ότι τα βουνά και τα λαγκάδια ανήκουν στα γιδοπρόβατά τους!!!
Σε ότι αφορά τώρα, στην κατάποση πλαστικών ταυτοτήτων από τα γιδοπρόβατα, ουδέποτε αναφέρθηκε κάτι το σχετικό στο facebook η στο twitter. Ίσως να μην υπήρχαν καν ταυτότητες στο παραπέτασμα! Ίσως να μην τις ζήτησε ποτέ κανείς, αφού ακριβώς εκείνη την περίοδο στις αρχές των 90s, τέθηκαν οι βάσεις για την παγκόσμια αειφόρο και πράσινη ανάπτυξη, που έμελε να γκρεμίσει τα σύνορα, να δέσει με το χρώμα που έχουν τα πουρνάρια της περιοχής και να ιππεύσει τα πράσινα άλογα του σοσιαλιστικού κινήματος της αλλαγής.  
«Βίοι παράλληλοι», θα έλεγε ο Πλούταρχος αν ήταν εδώ μαζί μας. «Η ιστορία επαναλαμβάνεται», θα μολογούσαν ενδεχομένως κάποιοι άλλοι. «Καληνύχτα σας», θα μας ευχόταν στις δύο η ώρα το καταμεσήμερο, ο σπουδαίος αείμνηστος χαρισματικός πρωθυπουργός μας, μετά από ένα ειλικρινές και σαφές πολιτικό διάγγελμα!
«Είμαστε άξιοι της μοίρας μας», θα ξεστόμιζε δειλά και ο Κοινός Νους. Αν βέβαια υπήρχε στην πατρίδα μας αυτό το είδος ή αν δεν θα του είχαν κλέψει τη λαλιά οι …προκαθήμενοι της πολιτείας!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας