«Δεν μ’ έπνιξε η θάλασσα, μα εκείνο το φιλί της
που μ’ άφησε να ζω μισός, δεμένος στη σιωπή της».
Αυτά είναι τα μόνα λόγια που θυμάμαι με απόλυτη ακρίβεια από εκείνη τη συνάντηση που είχα πριν πολλά χρόνια, σε ένα άγονο νησάκι του Αρχιπελάγους μας, με έναν ναυτικό απόμαχο της μοίρας και της θάλασσας.
Ήταν ένα από εκείνα τα βράδια που δεν μπορείς να κάνεις σχέδια πάνω στο στείρο ξερονήσι, καθώς απουσιάζουν οι επιλογές! Έτσι λοιπόν τα βήματα με οδήγησαν στο μοναδικό καπηλειό του απίστευτα γραφικού κατά τα άλλα αιγαιοπελαγίτικου λιμανιού!
Το μελτέμι είχε κοπάσει, μα η θάλασσα κρατούσε ακόμα την ανάσα της βαριά, σαν αποκαμωμένος από τον ‘’καιρό’’ ναύτης του καταστρώματος. Εξωτερικά το μαγαζάκι φαινόταν μισοφαγωμένο από το κύμα και το χρόνο! Στο εσωτερικό του μύριζε παλιό ξύλο ποτισμένο από τα αποτσίγαρα και το ξεθυμασμένο αλκοόλ.
Στα τραπέζια λιγοστοί θαμώνες, όλοι τους ντόπιοι, θαλασσινοί. Σε μια γωνιά, ανάμεσα στην πόρτα και το παραθυράκι που έβλεπε στο λιμάνι, καθόταν ένας γέρος, απόμαχος της ναυτοσύνης. Το αναγνώριζες από τις κινήσεις του, το καλοστημένο του σκαρί κάτω από το σκούρο μπλε πανωφόρι των ναυτικών και το σκαμμένο από την αλμύρα πρόσωπο. Είχε μπροστά του ένα μισογεμάτο ποτήρι ρακί κι ένα πλακέ πακέτο σέρτικα, που το ανοιγόκλεινε νευρικά σαν να δίσταζε να ανάψει το επόμενο τσιγάρο. Με το άλλο χέρι κρατούσε ένα μικρό σουγιά και κάτι χάραζε πάνω στο ξύλινο τραπέζι.
Κάθισα στο διπλανό τραπέζι και προσπάθησα μάταια να του πιάσω κουβέντα. Φαινόταν να βρίσκεται στον κόσμο του και να μην επικοινωνεί με το περιβάλλον. Ωστόσο, λίγο μετά, χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει, μου είπε: «Ξένος είσαι με τη θάλασσα. Φαίνεται από το βλέμμα σου. Δεν έχεις μπαρκάρει ακόμα στ’ αλήθεια».
Χαμογέλασα. Του είπα πως μόνο επιβάτης υπήρξα στη ζωή μου, ποτέ ναυτικός. Τότε σήκωσε το ποτήρι του σαν χαιρετισμό και μου είπε: «Καλύτερα έτσι, γιατί η θάλασσα παίρνει περισσότερα απ’ όσα δίνει»!
Ύστερα λύθηκε η γλώσσα του. Άρχισε να μιλάει σιγά, σαν να φοβόταν μήπως ξυπνήσει κάτι που κοιμόταν χρόνια μέσα του. Μου είπε πως νέος είχε μπαρκάρει σε φορτηγά, σε καράβια της γραμμής, σε σαπιοκάραβα και σε σκαριά περήφανα. Είχε περάσει κάβους και περάσματα, είχε παλέψει με μπουνάτσες που σου τρέλαιναν το μυαλό και με φουρτούνες που τσακίζαν τα κατάρτια.
Χαμήλωσε το βλέμμα του.
«Κι ύστερα ήρθε εκείνο το απόγευμα, συνέχισε! Ήταν που βγήκα μια βόλτα στο καρνάγιο πριν τον απόπλου. Να πάρω αέρα, να ρίξω μια ματιά στο λιμάνι, να χαιρετήσω τη στεριά».
Σήκωσε το βλέμμα του και με κοίταξε βαθιά στα μάτια σαν να ήθελε να με ζυγίσει.
«Την είδα δίπλα στην προκυμαία, είπε, τονίζοντας μία - μία τις λέξεις. Στεκόταν εκεί, λυγερή, με ένα φόρεμα στο χρώμα της θάλασσας, όπως και τα μάτια της. Κοιταχτήκαμε, δεν χρειάστηκε να πούμε τίποτα, η ίδια η θάλασσα ήτανε ο μεσίτης, η προξενήτρα μας. Περπατήσαμε μαζί στην προκυμαία και στο όνειρο. Μου μίλησε για τον καημό της, για μια ζωή που δεν χώραγε πια σ’ αυτόν τον τόπο. Εγώ της μίλησα για τα ταξίδια στην απέραντη θάλασσα, για τα λιμάνια, τις ατέλειωτες νύχτες στη γέφυρα με συντροφιά άλλοτε τ’ αστέρια κι άλλοτε τα αστροπελέκια. Με άκουγε αμίλητη, ούτε κι εγώ ξέρω για πόση ώρα, να λέω ιστορίες. Κάποια στιγμή με κράτησε από το μπράτσο και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο μου. Εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε πως ξανοιχτήκαμε μαζί στο πέλαγο, γίναμε ένα! Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που μου πέρασε η σκέψη πως θα μπορούσα να δέσω κάπου. Να πιάσω στεριά! Να ρίξω άγκυρα»!
Έβγαλε τσιγάρο από το πακέτο και το άναψε. Τράβηξε όσο πιο βαθιά γινότανε την πρώτη τζούρα, μισόκλεισε τα μάτια του σαν κάτι ακόμα να ήθελε να θυμηθεί και συνέχισε!
«Μας βρήκε το πρωί αγκαλιασμένους! Ξημέρωνε Σαββάτο όταν ήρθε ο αποχωρισμός. Το καράβι της γραμμής που είχε κλείσει θέση σφύριξε απανωτά. Το καράβι εκείνο πήρε μαζί του ότι πολυτιμότερο είχε συμβεί ως τότε στη ζωή μου. Με φίλησε στα πεταχτά σαν να φοβόταν μην αλλάξει γνώμη και δρασκέλισε ανάλαφρα τη ραμπότα. Ούτε ολόκληρο το όνομά μου δεν πρόλαβα να της πω, ούτε κι εκείνη το δικό της.
Έσβησε το αποτσίγαρο στο μεταλλικό τασάκι, σκούπισε με τα ακροδάχτυλά του τις σκλήθρες από το χάραγμα του τραπεζιού και πήρε μια βαθιά ανάσα πριν συνεχίσει.
«Το ταξίδι της δεν τέλειωσε ποτέ! Στον Cavo D’oro σήκωσε καιρό, σ’ ένα σημείο που κι οι παλιοί, ακόμα και οι πιο έμπειροι ναυτικοί, το περνούν με τον σταυρό στο στόμα. Δεν ξέρω τι απέγινε, ίσως την πήρανε τα κύματα μαζί με κάποιους άλλους, ίσως όχι! Η καρδιά μου όμως παρασύρθηκε στο βυθό, δεμένη με χοντρό καραβόσκοινο».
«Δεν αγάπησα ποτέ άλλη γυναίκα. Πάντα γυρνούσα μόνος στα στέκια ναυτικών, στα καταγώγια των λιμανιών, σε καπηλειά ωσάν και τούτο. Εκεί που συναντούσα άλλους απόμαχους, ανθρώπους που είχαν αφήσει τα κομμάτια τους σε θρύλους και σ’ αστροπελέκια Η αλμύρα μου έδωσε πολλά, ταξίδια, πάθη, αγκαλιές. Μα στο τέλος, η μοίρα με ξέρασε σ’ αυτό εδώ το πέρασμα παρέα με τους εφιάλτες μου».
Για λίγο κόμπιασε. Έξω, το λιμάνι ήταν τώρα σιωπηλό. Μόνο τα σχοινιά από τα δεμένα καΐκια ακούγονταν να τρίζουν ανατριχιαστικά.
Γύρισε και με κοίταξε κατάματα.
«Αν ποτέ ακούσεις αναστεναγμό να έρχεται από τη θάλασσα, μου είπε, να ξέρεις… πως κάποιος ναυτικός δεν πρόλαβε, κι άφησε έξω στη στεριά ό,τι αγαπούσε».
Γνωρίζοντας πως οι ναυτικοί συνήθως υπερβάλλουν και μεγαλοποιούνε πράγματα και καταστάσεις, δεν ήμουν διατεθειμένος να πάρω στα σοβαρά τα λόγια του.
Ωστόσο την επόμενη μέρα, τα βήματα με φέρανε πάλι στο καπηλειό. Η καρέκλα του ήταν άδεια. Ρώτησα τους θαμώνες και τον κάπελα, αν τον ήξεραν και ποιο ήταν το όνομά του. Με κοίταξαν με απορία. Κανείς τους δεν τον ήξερε, ούτε τον είχαν ξαναδεί σ’ αυτό τον τόπο!
«Εμείς δεν είδαμε κανέναν, αλλά μη δίνεις και πολύ σημασία, μου είπε τελικά ένας από τους θαμώνες. Είναι οι σκιές της θάλασσας! Ιστορίες παλιών ναυτικών που στοιχειώνουν σε λιμάνια σαν κι αυτό».
Γύρισα να φύγω, μη με περάσουν για αλαφροΐσκιωτο…
Και τότε έπεσε το μάτι μου πάνω στο τραπέζι που κάθονταν ο γέρος ναυτικός! Έσκυψα από περιέργεια να δω αν ήταν κάτι χαραγμένο! Κι όμως, ήταν στο ίδιο σημείο γραμμένο ένα δίστιχο:
«Δεν μ’ έπνιξε η θάλασσα, μα εκείνο το φιλί της
που μ’ άφησε να ζω μισός, δεμένος στη σιωπή της».
Ανατρίχιασα! «Είναι οι σκιές της θάλασσας», επανέλαβα ασυναίσθητα και απομακρύνθηκα παίρνοντας μαζί μου ετούτη την ανάμνηση.
Γιάννης Β. Δεβελέγκας






