Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2018

ΗΤΑΝ ΓΙΑ ΛΥΠΗΣΗ Ο ΑΝΤΙΔΗΜΑΡΧΟΣ



                Η πρόσφατη είδηση πως η Ελλάδα εξακολουθεί να κατέχει την πρωτιά σε πνιγμούς στις παραλίες κατά την καλοκαιρινή περίοδο, δεν θεωρήθηκε εντυπωσιακή! Έτσι, πέρασε ως δευτερεύουσα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, με τη μορφή κάποιων πρόχειρων και ολιγόλεπτων ρεπορτάζ.
Ως ένα σημείο αυτό θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί φυσιολογικό, αφού η ίδια ακριβώς είδηση, επαναλαμβάνεται ανελλιπώς κάθε χρόνο αυτή την εποχή. Ωστόσο, από άποψη τραγικότητας είναι αναμφισβήτητα κορυφαία, αν αναλογιστεί κανείς πως από τα τετρακόσια άτομα που χάνονται περίπου κάθε καλοκαίρι από πνιγμό στη θάλασσα, τα τριανταπέντε τουλάχιστον είναι  παιδιά και έφηβοι. Συνολικά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, ο αριθμός των πνιγμών ξεπέρασε κατά πολύ τις δέκα χιλιάδες. Χάθηκε μια ολόκληρη πόλη!
                Η ευθύνη που φέρει η πολιτεία είναι τεράστια. Ουδέποτε το υπουργείο παιδείας, έλαβε στα σοβαρά υπόψη του το ζήτημα. Ποτέ στα εκπαιδευτικά προγράμματα του Δημόσιου Σχολείου δεν συμπεριλήφθηκε συστηματικά η εκμάθηση της κολύμβησης, έστω στα υπάρχοντα κολυμβητήρια, παρότι είμαστε μια χώρα «ναυτική», με 13.676 χιλιόμετρα ακτογραμμής και με καταγεγραμμένους τους περισσότερους πνιγμούς  στα πρώτα δεκαπέντε μέτρα από τις ακτές!
Ακόμη πιο τραγικό είναι το γεγονός, ότι δεν αξιοποιούνται και οι παραλίες το καλοκαίρι. Εδώ φέρουν την ευθύνη οι τοπικές αρχές που αδιαφορούν. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις, δείχνουν να είναι εγκλωβισμένες ανάμεσα σε οργανωμένα επιχειρηματικά συμφέροντα και κοντόφθαλμες μικροπολιτικές αντιλήψεις! Όπως συνέβη στην ιστορία που ακολουθεί:
Πριν κάποια χρόνια, υπήρχε μια μικρή πανέμορφη παραλία - που θα μπορούσε να είναι οπουδήποτε μέσα στην ελληνική επικράτεια - η οποία αν και σχετικά απόμερη, ήταν εύκολα προσβάσιμη. Κάθε καλοκαίρι τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο την χρησιμοποιούσαν διάφορες Μονάδες του στρατού, για να εφαρμόσουν εκεί τα θερινά προγράμματα εκπαιδεύσεως των οπλιτών, στα οποία πλέον των άλλων, διδάσκονταν από κατάλληλους εκπαιδευτές, το μαθήματα εκμάθησης των βασικών κανόνων κολύμβησης. Κι αυτό γιατί, ένας σοβαρός αριθμός στρατιωτών -ακόμα και αυτοί που ισχυρίζονταν πως «ήξεραν μπάνιο» - τους αγνοούσε παντελώς!  
Τα οργανωμένα επιχειρηματικά συμφέροντα, που ως γνωστόν βλέπουν πολύ μακριά, είχαν αντιληφθεί πως με τις αλλεπάλληλες μειώσεις της θητείας και την υπογεννητικότητα που μάστιζε τη χώρα, μία των ημερών ο στρατός θα εγκατέλειπε αυτόν τον υπέροχο χώρο, λόγω λειψανδρίας. Έτσι λοιπόν, είχαν καταστρώσει τα σχέδιά τους για την εκμετάλλευσή του, είχαν «πλησιάσει» τους κατάλληλους ανθρώπους που κατείχαν τις κατάλληλες θέσεις, και καιροφυλακτούσαν για να αρπάξουν από τα μαλλιά την ευκαιρία.  
Εκείνο το καλοκαίρι, θα ήταν όπως έδειχναν τα πράγματα, το τελευταίο που θα έκανε εκεί την παρουσία του το «χακί»! Αποφάσισε λοιπόν η Δημοτική Αρχή, να στείλει τον αρμόδιο αντιδήμαρχο να έρθει σε επαφή με τον υπεύθυνο συνταγματάρχη και να καθοριστούν επί τόπου, οι λεπτομέρειες της παράδοσης του χώρου και των υπαρχουσών εγκαταστάσεων! Η βασική αποστολή του αντιδημάρχου, ήταν, αφενός να βολιδοσκοπήσει την κατάσταση και τις προθέσεις του στρατού, και αφετέρου, να πείσει τους… σχολιαστικούς και … γραφειοκράτες στρατιωτικούς, να κατεδαφίσουν από μόνοι τους, τις κτιριακές υποδομές (Μαγειρεία, υπόστεγο εστιατορίων, τουαλέτες - λουτρά κ.λ.π.) ώστε να μην τις χρεωθεί ο δήμος και στη συνέχεια να μην μπορεί να τις… ξεφορτωθεί!
Η παρουσία του αντιδημάρχου στην παραλία, θα έπρεπε να γίνει με μεγάλη μυστικότητα, ώστε να μην τον πάρουν είδηση οι ενοχλητικοί συμπολίτες τους, που πρότειναν σε αυτόν τον καλά οργανωμένο χώρο, αντί για ιδιωτικά κάμπινγκ ή ξαπλώστρες όπως ήθελε ο δήμαρχος, να λειτουργήσουν παιδικές δημοτικές κατασκηνώσεις.  
  Κυριακή πρωί λοιπόν, την ώρα της εκκλησίας, θα ήταν ότι έπρεπε! Το σκάφος του λιμενικού που μετέφερε τον αρμόδιο αντιδήμαρχο, έδεσε μετά από μια ολιγόλεπτη διαδρομή στην μικρή ξύλινη προβλήτα του κέντρου θαλάσσιας εκπαίδευσης. Εκεί τον περίμενε ο υπεύθυνος συνταγματάρχης, ένας λοχαγός με τα τοπογραφικά σχέδια, ένα πτυσσόμενο τραπέζι με τέσσερις καρέκλες εκστρατείας και ένας φανταράκος που παρίστανε τον καφετζή, αντικαθιστώντας τον κανονικό κυλικειάρχη που έλλειπε για το Σαββατοκύριακο.
-Ωραία παραλία αυτή εδώ, βιάστηκε να πει ο αντιδήμαρχος μόλις θρονιάστηκε! Είμαι σίγουρος πως η στρατιωτική υπηρεσία, θα κάνει από εδώ, μια «καθαρή έξοδο»!
-Καθαρή και ξάστερη, του αντιγύρισε ο συνταγματάρχης που δεν έπιασε το υπονοούμενο του αντιδημάρχου. Θα σας παραδώσουμε τις εγκαταστάσεις σε άριστη κατάσταση με επιτροπές και με πρωτόκολλα, όπως προβλέπεται!
-Δεν εννοούσα… αυτό, είπε ανήσυχος ο αντιδήμαρχος! Ο σεβασμός στο περιβάλλον βλέπετε… δηλαδή θέλω να πω… η αποκατάσταση… αυτές οι εγκαταστάσεις μήπως θα έπρεπε να γκρεμιστούν από εσάς…
-Τι θα πάρετε παρακαλώ; Τους διέκοψε η φωνή του φανταράκου που παρίστανε τον καφετζή!
-Έναν ελληνικό σκέτο γιατί έχω ανεβασμένο το ζάχαρο, παρήγγειλε ο αντιδήμαρχος!  
Η μέρα ήταν καταπληκτική! Η θάλασσα, καθώς ήταν πεντακάθαρη εκείνη την ώρα, πρόβαλε τον αμμώδη βυθό της πάνω στο παιγνιδιάρικο κυματάκι, που αστραποβολούσε σκορπώντας πότε δεξιά και πότε ζερβά τις ζωογόνες ηλιαχτίδες!
«Μωρέ τούτοι εδώ οι καραβανάδες, βάλθηκαν να με σκάσουν», σκέφτηκε ο αντιδήμαρχος και ξαμόλησε ένα πλατύ χαμόγελο, που μετά από τόσα χρόνια στην πολιτική, ούτε ο ίδιος πλέον αναγνώριζε, πότε ήτανε αληθινό και πότε ψεύτικο!
Δεν πρόλαβε ωστόσο να αναπτύξει τα επιχειρήματά του, καθώς, με την άκρη του ματιού του, έπιασε την κοσμοσυρροή έξω από την πύλη του καταυλισμού! Έχασε αμέσως το χρώμα του ο αρμόδιος αντιδήμαρχος! Πάνιασε! «Δεν είναι δυνατόν, κάποιος τους ειδοποίησε αυτούς» σκέφτηκε φωναχτά, αδιαφορώντας που τον ακούγανε οι άλλοι. «Αυτό είναι καραμπινάτη προβοκάτσια της αντιπολίτευσης. Είναι παγίδα»!
-Ήρθαν τα καφεδάκια σας! Διέκοψε και πάλι ο φανταράκος και περίμενε με ενδιαφέρον να πιει την πρώτη του γουλιά ο αντιδήμαρχος!
-Φτού, που να πάρει η οργή! Ακούστηκε να λέει τότε εκείνος! Βαλθήκατε να με σκοτώσετε; Ο καφές έχει ζάχαρη. Καλύτερο τρόπο από αυτόν συνταγματάρχη, δεν θα βρίσκατε για να με διώξετε!
Αυτές ήταν οι τελευταίες κουβέντες του αρμόδιου αντιδημάρχου, πριν πηδήξει σαν αίλουρος πάνω στο σκάφος του λιμενικού και γίνει καπνός. Ζητώντας ο αφιλότιμος από πάνω και τα ρέστα!
  -Μα τι έπαθε αυτός έτσι στα ξαφνικά; Αναρωτήθηκε ο συνταγματάρχης! Έκανε σαν τρελός μόλις αντίκρισε τους γονείς των οπλιτών στην πύλη, που ήρθανε να δούνε τα παλληκάρια τους στο επισκεπτήριο!
-Προφανώς θα νόμισε πως ήταν ντόπιοι διαδηλωτές, διευκρίνισε ο λοχαγός που ήτανε απ’ την περιοχή! Ο κόσμος θέλει να κάνει αυτόν το χώρο παιδικές κατασκηνώσεις, αλλά η δημοτική αρχή, απ’ ότι φαίνεται, ενδιαφέρεται περισσότερο για την… αποκατάσταση του περιβάλλοντος και την… πράσινη ανάπτυξη!
-Εγώ κύριε συνταγματάρχη μου, δεν ήθελα να πικραθεί ο αντιδήμαρχος, γι αυτό του έβαλα και λίγη ζάχαρη στον καφέ, δικαιολογήθηκε τρεμάμενος ο φαναταράκος! Τον λυπήθηκα τον κακομοίρη!
-Μη φοβάσαι βρε μικρέ και δεν πρόκειται να σε τιμωρήσω, αν και τα έκανες σαλάτα! Εξάλλου, όλοι εδώ πέρα συμφωνούμε, πως … είναι για λύπηση ο κακομοίρης!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018

ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ




Χρόνια στο μεροκάματο, κοπίδι και σφυρί, τύχαινε μια φορά στις τόσες να κυκλοφορήσω στους δρόμους της πόλης πρωινιάτικα και αναρωτιόμουνα:
-Μα καλά! Αυτός ο κόσμος που βολτάρει αμέριμνος τις καθημερινές και κάθεται στις καφετέριες ρεμβάζοντας, δεν έχει δουλειά; Πώς ζει;
-Αυτό το γυναικομάνι που μελετάει νυχθημερόν τις βιτρίνες των καταστημάτων, δεν έχει σπίτι, παιδιά να φροντίσει;
Έτσι λοιπόν προχθές, από νωρίς το πρωί, αποφάσισα να βγάλω το άχτι μου. Αγόρασα δυο τρεις εφημερίδες, τις έβαλα παραμάσχαλα, προσποιήθηκα το κλασικό υφάκι του ρεμπεσκέ, όργωσα το κέντρο της πόλης με βήμα όσο μπορούσα πιο αργό, χαιρετήθηκα με πεντέξι σεσημασμένους τεμπελχανάδες και κάθισα σε τέσσερις διαφορετικές καφετέριες να δροσιστώ!!!
Για να πω όμως την αλήθεια, το όλον (έργκα όμνες) εγχείρημα, δεν το πολυευχαριστήθηκα!!!
Οι απανωτοί καφέδες, μου έφεραν έντονο εκνευρισμό. Η χαμηλού επιπέδου προπαγάνδα των αθηναϊκών πολιτικών εφημερίων που επέλεξα τυχαία, μου ανέβασε την αρτηριακή πίεση ακόμα περισσότερο. Αισθάνθηκα πως χάθηκε μια μέρα απ' τη ζωή μου τσάμπα και βερεσέ. Έκανα πλούσιους τους καφετζήδες που επιδίδονται στην αισχροκέρδεια. Και τι μου έμεινε εν τέλει;
Να σας το πω;
Και διατί να το κρύψωμεν άλλωστε: ΤΟ ΟΦΘΑΜΟΛΟΥΤΡΟΝ!!!
Κι εγώ ο φουκαράς, αναρωτιόμουνα...
…..
-Φυσικά και δεν το πολυευχαριστήθηκες, παρατήρησε ένας φίλος γιατρός με τον οποίο συζήτησα το θέμα λίγο αργότερα! Για να πετύχει η συνταγή, θέλει κι άλλα υλικά! Αγνόησες κάτι πολύ βασικό! Αυτοί που βολτάρουν αμέριμνοι, ούτε τη μέρα τους χάνουν ούτε είναι όλοι τους τεμπέληδες και ρεμπεσκέδες, όπως λανθασμένα εσύ πιστεύεις. Απλά, είναι άνθρωποι που έχουν φιλοσοφήσει τη ζωή!
Αισθάνθηκα προς στιγμή ότι με περιπαίζει ο γιατρός, αλλά αυτός συνέχισε απτόητος, με πολύ σοβαρό ύφος και αυστηρότητα στη φωνή του!
-Η τέρψη των οφθαλμών αγαπητέ μου από μόνη της, δεν φτάνει για να ικανοποιήσει τον Έλληνα. Πρέπει να συνοδεύεται από κουβέντα!
-Η επιστήμη δια στόματος επιφανών ψυχιάτρων και παγκοσμίου φήμης ψυχολόγων, συνέχισε, έχει αποδεχθεί πως η αιτία που στη σύγχρονη Ελλάδα δεν έχει ακόμα πάρει έκταση το φαινόμενο της μαζικής προσφυγής του πληθυσμού στις πολυθρόνες των ψυχαναλυτών, εκτός από την άσκοπη περιπλάνηση των Ελλήνων στους δρόμους, οφείλεται και σε έναν εξίσου, αν όχι πιο σημαντικό παράγοντα. Στο ατελείωτο κουβεντολόι!  
Ο έλληνας αυτο-ψυχο-θεραπεύεται στα ταβερνάκια και στα συναφή κέντρα διασκέδασης. Εκεί - εμποτισμένος με μερικά ποτηράκια - αποφορτίζεται με την συστηματική εξομολόγηση των προβλημάτων του και με πάσης φύσεως σχολιασμούς κρίσεις και επικρίσεις! Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο ψυχαναλυτής του είναι άχρηστος!
Εν κατακλείδι αγαπητέ μου, το οφθαλμόλουτρο, η βιτρινοαγαλίαση και η κουβέντα, είναι το κλειδί της ευτυχίας για τους Έλληνες. Είναι θεραπευτική αγωγή. Είναι η σωτηρία της ψυχής τους!
-Ο Έλληνας, είναι «Ζώον ομιλητικόν και οπτικόν», συνέχισε ο γιατρός χωρίς να πάρει ανάσα! Είτε βρίσκεται σε ταβέρνα είτε σε καφενείο είτε στο δρόμο, παρατηρεί και μιλάει ατελείωτα! Τον θρέφει η κουβέντα και η περιπλάνηση, το κοινώς λεγόμενο σουλάτσο!
Όταν χωρίζονται δύο Έλληνες, δεν ρωτάνε: «Πότε θα ξαναειδωθούμε;». Δεν λένε: «Θα σε δω αργότερα» ή «Έλα να σε δω λίγο που σε επιθύμησα», όπως συμβαίνει σε όλες τις χώρες και τις γλώσσες του κόσμου.
Αλλά λένε: «Πότε θα τα ξαναπούμε;» ή «Θα τα πούμε αργότερα!» ή «κάτσε να τα μιλήσουμε λιγάκι που σε πεθύμησα»!
-Μπορεί που λες αγαπητέ μου, στην αρχαιότητα οι σοφοί πρόγονοί μας να θεωρούσαν τη φλυαρία ως σοβαρή πάθηση και τους φλύαρους ανθρώπους ανόητους και επικίνδυνους… ωστόσο αναγνώριζαν πως με το διάλογο….. Όταν ο Ιπποκράτης είχε αναλάβει τη διεύθυνση του Ασκληπιείου στην Κω… ο άρρωστος αποτελεί μια ενιαία ψυχοσωματική οντότητα… Μια άλλη θεωρεία επιβεβαιώνει πως… Οι επιφανέστεροι λογοθεραπευτές επιμένουν… Ο Καρλ Γιουγκ είναι απόλυτα σαφής…
-Εντάξει γιατρέ με έπεισες, του είπα απελπισμένος. Πρέπει να σε αφήσω τώρα γιατί έχω μια επείγουσα δουλειά! Συνεχίζουμε την ενδιαφέρουσα αυτή «συζήτηση» μιαν άλλη φορά! Τα λέμε!
-Εντάξει αγαπητέ μου, μου αποκρίθηκε, καιρό είχαμε να τα πούμε! Ελπίζω από εδώ και πέρα να τα λέμε πιο συχνά!
-Γεια σου γιατρέ! Τα ξαναλέμε!
-ΟΚ αγαπητέ μου! Τα λέμε!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018

ΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΥΝΤΙΑΛ!



            Η διεξαγωγή των αγώνων του Μουντιάλ, ήταν η χρυσή ευκαιρία που περίμεναν όλοι στο σπίτι, προκειμένου να με πείσουν να συνεισφέρω γενναιόδωρα στην αγορά μιας γιγαντιαίας τηλεόρασης 55 ιντσών! Για να πετύχουν μάλιστα εύκολα τον στόχο τους, δεν δίστασαν να εκμεταλλευτούν την αδυναμία που έχω στον εντεκάχρονο εγγονό μου, ο οποίος παρεμπιπτόντως δεν αποχωρίζεται ούτε στον ύπνο του τη φανέλα του Λιονέλ Μέσι με το νούμερο δέκα! Κατόπιν τούτου, όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, η πιθανότητα να προστατεύσω την πιστωτική μου κάρτα από το φόρτωμα των εικοσιτεσσάρων άτοκων μηνιαίων δόσεων, εκμηδενίστηκε!
Σαν έφτασε λοιπόν η πολυπόθητη στιγμή, θρονιαστήκαμε ο αντρικός πληθυσμός μπροστά στο τελευταίο επίτευγμα της τεχνολογίας - όπως μας διαβεβαίωσε ο πωλητής ηλεκτρικών συσκευών του πολυκαταστήματος - για να παρακολουθήσουμε το εναρκτήριο λάκτισμα!
Βλέποντας δίπλα μου στον καναπέ τον εντεκάχρονο πιτσιρικά να παρακολουθεί το ποδόσφαιρο ενθουσιασμένος, αποσπάστηκε η προσοχή μου από τον αγώνα και βρήκε την ευκαιρία ο νους μου να φέρει στην επιφάνεια ένα περιστατικό που μου συνέβη την εποχή του «Γουέμπλεϊ» στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας! Τότε που έμενα με τους γονείς μου στο τέρμα των Αμπελοκήπων στην Αθήνα και είχα περίπου την ηλικία που έχει σήμερα ο εγγονός μου!  
Πίσω ακριβώς από το γήπεδο του Παναθηναϊκού, υπήρχε τότε μια μεγάλη αλάνα, όπου τα απογεύματα μαζευόμασταν ένα τσούρμο αγόρια και παίζαμε ποδόσφαιρο. Την αλάνα τη χώριζε από το γήπεδο ένας σχετικά στενός ασφαλτοστρωμένος δρόμος, στον οποίο άφηναν συνήθως τα αυτοκίνητά τους οι ποδοσφαιριστές, μεταξύ των οποίων ο πανύψηλος Αντωνιάδης που πάρκαρε εκεί το μικροσκοπικό του οτομπιάνκι και ο βραχύσωμος Δομάζος που άραζε την πελώρια μερσεντές του!
Δεν είχαμε προλάβει καλά-καλά εκείνη την ημέρα να συγκροτήσουμε τις αντίπαλες εντεκάδες για το μεγάλο ντέρμπυ που θα γίνονταν ανάμεσα στο 10ο  Γυμνάσιο Αρρένων και το 16ο αντίστοιχο του Ζωγράφου, όταν παρουσιάστηκε πίσω από μια πόρτα του γηπέδου καταϊδρωμένος, ένας μεσόκοπος κύριος που μας έκανε νόημα να πλησιάσουμε.
«Παιδιά», μας είπε. «Είμαι ο επιστάτης του κυλικείου και χρειάζομαι έξι μπρατσωμένους από εσάς, για να με βοηθήσουν να μεταφέρω κάτι ξύλινα τελάρα με αναψυκτικά, πριν να αρχίσει ο αγώνας του Παναθηναϊκού με την Έβερτον. Μέσα στο γήπεδο γίνεται ο μεγάλος ο χαμός και ο κόσμος… διψάει. Όποιοι έρθουν να βοηθήσουν, θα τους αφήσω να δούνε τσάμπα τον αγώνα και να πιούν όσες λεμονίτες τραβάει η ψυχή τους»!
Τρυπώσαμε λοιπόν με αυτόν τον τρόπο στο γήπεδο, εγώ και άλλα πέντε φιλαράκια από το σχολείο. Ήμασταν ξετρελαμένοι από την χαρά μας που θα βλέπαμε τον προημιτελικό αγώνα του Παναθηναϊκού στο κύπελλο των πρωταθλητριών ομάδων Ευρώπης!
Όταν τελειώσαμε τη δουλειά, ο επιστάτης κράτησε τον λόγο του. Μας έδωσε από μία λεμονίτα που ανέσυρε μέσα από ένα βαρέλι με θρυμματισμένο πάγο, μας στρίμωξε σε μια γωνιά στο πέταλο και κάθισε κι εκείνος παραδίπλα.
Ο αγώνας ήταν πραγματικά συγκλονιστικός και πολύ μεγάλης σημασίας, όχι μόνο για τον σύλλογο, αλλά και για ολόκληρη την Ελλάδα, που παρακολουθούσε την εξέλιξή του με κομμένη την ανάσα! Η κερκίδα είχε έναν απίστευτο παλμό και οι λιποθυμίες των κάπως ηλικιωμένων οπαδών του Τριφυλλιού, πήγαιναν και έρχονταν. Ωστόσο, δεν θα είχε συμπληρωθεί το πρώτο εικοσάλεπτο του αγώνα, όταν ένας από την τυχερή μας παρέα, πρότεινε: «Ρε παιδιά, δεν πάμε καλύτερα έξω να παίξουμε μπάλα, να ματώσουμε και κανένα γόνατο! Θα μας κερδίσει το Δέκατο έκτο του Ζωγράφου και θα γίνουμε ρεζίλι»!
Δε χρειάστηκε να ακούσουμε δεύτερη κουβέντα. Σηκωθήκαμε αμέσως όρθιοι και ζητήσαμε από τον επιστάτη να μας ανοίξει την πόρτα για να βγούμε πίσω στην αλάνα! «Τρελαθήκατε; Θα χάσετε αυτόν τον αγώνα;» μας είπε εκείνος που δεν πίστευε στ’ αυτιά του, στα μάτια του και σε όλη του την ύπαρξη, με αυτό που του συνέβαινε! Εμείς όμως επιμέναμε!
Και τότε ακούστηκε η φωνή ενός καλοντυμένου θεατή με περιποιημένο γενάκι και χοντρά γυαλιά, που παρακολουθούσε το επεισόδιο από το πίσω κάθισμα: «Βγάλε άνθρωπέ μου τα αγόρια έξω να παίξουν τη δική τους μπάλα! Τα παιδιά όταν τους δίνεται η ευκαιρία, προτιμούν αντί για θεατές, να είναι αυτά οι πρωταγωνιστές… και στο παιχνίδι τους και στη ζωή τους»!
Με επανέφεραν από την ονειροπόλησή μου οι φωνές της κόρης μου, που εισέβαλε εκείνη τη στιγμή στο σαλόνι, κρατώντας έναν δίσκο με αναψυκτικά: «Τι κάνεις εκεί παιδάκι μου;» παρατήρησε τον εγγονό! «Άσε στην άκρη αυτήν την παιχνιδομηχανή επιτέλους! Τόσα λεφτά δώσαμε για τούτη τη ρημαδο-τηλεόραση και το Μουντιάλ! Τώρα βρήκες να παίξεις ποδόσφαιρο στο ίντερνετ με τους φίλους σου»;
Την κοίταξα τότε με συμπάθεια και της είπα: «Άσε το παιδί να παίξει μπάλα με τους φίλους του. Σήμερα η δική τους αλάνα, βρίσκεται μέσα στην οθόνη του υπολογιστή! Τα παιδιά όταν τους δίνεται η ευκαιρία, προτιμούν αντί για θεατές, να είναι αυτά οι πρωταγωνιστές... και στο παιχνίδι τους και στη ζωή τους»!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Τρίτη, 24 Απριλίου 2018

Ο ΖΑΝ ΛΟΥΙ ΚΑΙ ΤΟ ΗΘΙΚΟ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑ


             Ο Ζαν Λουΐ – κατά κόσμον Γιάννης Λουιννιής – είχε πάρει σαφή εντολή από τον υπεύθυνο τελετάρχη της γκουρμέ αίθουσας του πολυτελούς ξενοδοχείου «Rodos Palace» που φιλοξενούσε το κυβερνητικό κλιμάκιο με τους πρωθυπουργό, δεκαεννέα υπουργούς και εκατόν εξήντα μανδαρίνους και παρατρεχάμενους:
«Ζαν, εσύ δεν θα το κουνήσεις ρούπι. Θα στέκεσαι ακριβώς πίσω από τους συνδαιτυμόνες υπουργούς και θα έχεις ετοιμότητα να ικανοποιήσεις όλες τους τις επιθυμίες». « Ότι και να ακούσεις να συζητούν μεταξύ τους, δεν θα πρέπει να «βγει» από την αίθουσα. Μην ξεχνάς ότι το δείπνο, που παραθέτει και χρυσοπληρώνει η Περιφέρεια στα πλαίσια του Περιφερειακού Συνέδριου Δωδεκανήσου, είναι κλειστού τύπου και απαιτείται απόλυτη εχεμύθεια, ως προς το μενού και τα λεγόμενά τους»!
            Οι εντολές ήταν σαφείς και ο νεαρός υπάλληλος του πεντάστερου ξενοδοχείου, έλαβε έγκαιρα τη στάση της προσοχής στην πλάτη των υπουργών που ετοιμάζονταν να δειπνήσουν μετά από μια... εξουθενωτική γι αυτούς ημέρα... αναπτυξιακού συνεδρίου.
-          Σύντροφε υπουργέ, σου υπενθυμίζω ότι το μαχαίρι το πιάνουν με το δεξί!
-          Συντρόφισσα υπουργέσσα, μη μου λες τέτοια γιατί δαιμονίζομαι!
Για τον Γιάννη ή Ζαν, η πρόσληψή του για την φετινή σεζόν σε αυτό το τεράστιο ξενοδοχειακό συγκρότημα, αποτελούσε ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο για την καριέρα του στον τομέα των τουριστικών υπηρεσιών. Αυτός ήταν και ο λόγος, που δέχθηκε αυτή την πρόταση και δούλευε ασταμάτητα εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο για τετρακόσια εξήντα ψωροευρώ, συν φαγητό και στέγη.
-            Συντρόφισσα, καλά που φέραμε μαζί μας τους γραμματείς, τους φρουρούς και τους συμβούλους μας, γιατί από μόνοι μας δεν θα τα καταφέρναμε να κουβαλήσουμε από τις σουίτες ως τα δωμάτια του κεντρικού κτιρίου του ξενοδοχείου, τις βαλίτσες με τα κοστούμια και τις τουαλέτες μας.
-            Εμένα σύντροφε υπουργέ, δεν με ενόχλησε καθόλου που αναγκαστήκαμε να μετακινηθούμε από τις βασιλικές σουίτες στα δωμάτια. Το θεώρησα φυσιολογικό μετά από το κράξιμο που φάγαμε από τα εχθρικά προς την κυβέρνηση ΜΜΕ. Έτσι κι αλλιώς, αυτό το καλοκαίρι, έχω κλείσει σε υποθαλάσσια βασιλικότατη σουίτα στις Μαλβίδες, με γυάλινα πατώματα και ταβάνια για να βλέπεις το βυθό. Εκεί λέει, αισθάνεσαι Ωνάσης! Είναι σα να κοιμάσαι αγκαλίτσα με τα ψάρια!
            Ο Ζαν ή κατά κόσμον Γιάννης, πονούσε αφάνταστα στη μέση από την ορθοστασία και την ακινησία. Παρακολουθούσε ωστόσο υπομονετικά τις σερβιτόρες που μάζευαν τα πιάτα της γαριδοσαλάτας για να σερβίρουν στη συνέχεια το φρουά γκρα, το σολομό και άλλα εκλεκτά εδέσματα που προορίζονταν για τους επίσης εκλεκτούς φιλοξενούμενους του σμαραγδένιου νησιού! 
-            Άσε να μη σου πω τι έπαθα, συντρόφισσα υπουργίνα μου, με αυτούς τους άχρηστους συμβούλους μου!  Αντί για τον σωστό φάκελο με το αναπτυξιακό σχέδιο για τον νησιωτικό τουρισμό που αφορά στα Δωδεκάνησα, μου βάλανε κατά λάθος στο σακίδιο της πλάτης, τον φάκελο με τα γαλακτοκομικά και τα αιγοπρόβατα, από το προηγούμενο αναπτυξιακό περιφερειακό συνέδριο στην Ήπειρο και τη Δυτική Μακεδονία. Δεκαεφτά συμβούλους έχω και είναι όλοι τους για πέταμα!
-            Σύντροφε, μη χολοσκάς, εμείς κι εμείς θα είμαστε στο συνέδριο και θα αλληλοθαυμαζόμαστε! Κανείς δεν θα σε πάρει χαμπάρι! Ειδικά τώρα, που μας πετάξανε έξω από τις σουίτες και είμαστε όλοι απογοητευμένοι από αυτήν την άθλια εξέλιξη. Ακούγεται, ότι ούτε μισό εκατομμύριο δεν θα κοστίσει τελικά η διαμονή μας εδώ πέρα! Πέσαμε στην ξεφτίλα!
Ο Γιάννης, ήτανε τώρα έτοιμος να καταρρεύσει από την κούραση. Τα πόδια του νόμιζε ότι δεν θα τον κρατήσουν για πολύ ακόμη όρθιο και το φως των κεριών που ήταν τοποθετημένα συμμετρικά πάνω στο τεράστιο τραπέζι του… μυστικού δείπνου για να δίνουν ρομαντική ατμόσφαιρα και την πρέπουσα επισημότητα, του προξενούσε μια γλυκιά και συνάμα ύπουλη ζάλη.
Έφυγε το μυαλό του από την πολυτελή αίθουσα του παλατιού της Ρόδου και ταξίδεψε στα παιδικά του χρόνια, όταν η δασκάλα τους, τους πήγε όλη την Τάξη σε παράταξη αμέσως μετά από την δολοφονία του Γρηγορόπουλου, έξω από το σπίτι του πρωθυπουργού στη Ραφήνα και τους έβαλε να φωνάζουν σ’ αυτόν, στην γυναίκα του και στα παιδιά του, «δολοφόνοι-δολοφόνοι». Και μετά, κατέβηκε ο νους του στο δεύτερο υπόγειο του Πολυτεχνείου, που φτιάχνανε μολότοφ με βαζελίνη βραζιλιάνικη. Και οι αφίσες μια σειρά, περάσανε σαν αστραπή από μπροστά του. Και οι προκηρύξεις. Χιλιάδες προκηρύξεις και αφίσες, που είχε σκαρώσει για τους δίκαιους αγώνες του λαού, για το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς και για την πάλη ενάντια στην κρατική βία!
-            Συντρόφισσα, τι κάθεται σαν μπάστακας αυτός ο βλάκας από πίσω μας; Φοράει και αυτήν την εκνευριστική πρασινοκόκκινη στολή με τα χρυσά κουμπιά και κρατάει στο χέρι μια  άσπρη πετσέτα σαν παλιάτσος! Λες να ακούει αυτά που λέμε;
-            Μπα, δε νομίζω σύντροφε υπουργέ να καταλαβαίνει! Για Γάλλο τον κόβω! Άκουσα μάλιστα νωρίτερα, να τον φωνάζουν Ζαν Λουί ή κάτι τέτοιο. Κάτσε μια στιγμή να το τσεκάρω!
-            Δε μου λες γκαρσόν, μπορώ να έχω λίγο ακόμα φρουά γκρα με μπόλικο λίπος πάπιας;
-            Ουί Μαντάμ! Απάντησε ο Γιάννης και έφυγε από την αίθουσα! Κι ούτε που ματαγύρισε!!!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Υ.Γ.: Το παρόν, αποτελεί προϊόν αυταπάτης. Συνεπώς, οποιαδήποτε ομοιότητα με πράγματα, πρόσωπα, ονόματα και καταστάσεις, είναι εντελώς συμπτωματική!

Κυριακή, 8 Απριλίου 2018

ΠΑΣΧΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ (ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΕΡΑ)



Μέρα που είναι σήμερα, θα σας πω μια πασχαλινή ιστορία για γέλια και για κλάματα που έχει εθνικοθρησκευτικοπολιτικοκοινωνικομιλιταριστικοσατιρικό περιεχόμενο! Η ιστορία αυτή, που είναι αληθινή, διαδραματίστηκε σε ένα στρατόπεδο της Ηπείρου, την εποχή της βαθιάς μεταπολίτευσης, λίγο πριν καταρρεύσει το σιδηρούν παραπέτασμα. Όταν ακόμα το ΠΑΣΧΑ, γιορτάζονταν μεγαλοπρεπώς και «εθιμοπρεπώς» σε όλες τις Μονάδες του Στρατού μας.
Ο Διοικητής της εν λόγω Μονάδας, ήταν ένας λεβένταρος, Καυκάσιος στην καταγωγή αντισυνταγματάρχης, ο οποίος αν ζούσε στην εποχή της «Εθνικής Επαναστάσεως του Εικοσιένα», θα είχε όλα τα χαρακτηριστικά του τουρκοφάγου! Ήταν ίσα με δυο μέτρα ψηλός, θηριώδης θα έλεγα, μουστακαλής και με το τεράστιο ποντιακό κεφάλι του να σε κοιτάει αφ υψηλού, σου δημιουργούσε ρίγος με την αγριάδα του. Ωστόσο όταν τον γνώριζες καλύτερα, αναγνώριζες μέσα του μια χρυσή καρδιά και έναν απίστευτο καλαμπουρτζή!
Όλα ήταν έτοιμα λοιπόν για τη γιορτή. Οι επιτροπές ψησίματος των αμνοεριφίων, της διακόσμησης, της παράθεσης του γεύματος κ.τ.λ. είχαν κάνει άψογα την δουλειά τους και οι «αλφαμίτες» είχαν πιάσει τα πόστα τους για να υποδεχθούν τους καλεσμένους και τον λαό, καθότι οι πύλες των στρατοπέδων την ημέρα του ΠΑΣΧΑ, ήταν ανοιχτές για όλον τον κόσμο.
Κάποια στιγμή και ενώ είχαν σχεδόν γεμίσει τα τραπέζια με τους συγγενείς των οπλιτών, τις οικογένειες των αξιωματικών και τους κατοίκους της γύρω περιοχής, ειδοποιήθηκε ο διοικητής από τον υπασπιστή του: «Τηλεφώνησαν κύριε διοικητά από το γραφείο του κυρίου Ρουσφέτογλου. Είπαν ότι θα μας επισκεφθεί ο υφυπουργός για τις καθιερωμένες ευχές, για να τσουγκρίσει το αυγό και να χορέψει μαζί μας τους παραδοσιακούς χορούς».
Όταν άκουσε αυτό το όνομα ο Καυκάσιος διοικητής, κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό. Δεν τα πηγαίνανε καθόλου καλά οι δυο τους! Ο μεν Ρουσφέτογλου ζητούσε συνεχώς «διευκολύνσεις» για τους εν δυνάμει ψηφοφόρους του, ο δε αντισυνταγματάρχης αντιδρούσε συστηματικά, αφού δεν ήθελε με τίποτε να αδικήσει τους υπόλοιπους στρατιώτες. Μάλιστα ο Ρουσφέτογλου, κάποια στιγμή που είχε απηυδήσει με τον …στενόμυαλο στρατιωτικό, τον είχε απειλήσει με δυσμενή μετάθεση!
Και ξαφνικά, το πρόσωπο του διοικητή φωτίστηκε!
-            Έλα εδώ παλικάρι μου, φωνάζει τότε τον έφεδρο λοχία που ήταν υπεύθυνος επί του μουσικού προγράμματος. Πάρε αυτήν εδώ την κασέτα και μόλις σου κάνω νόημα θα την βάλεις να παίξει το πρώτο τραγούδι, για να το χορέψουμε παρέα με τον υπουργό!
            Ένα χρόνο πριν, όταν τοποθετήθηκε ως διοικητής σε αυτή την Μονάδα ο αντισυνταγματάρχης και γνώρισε από κοντά τους Ηπειρώτες, λάτρεψε τόσο πολύ τη μουσική και τους χορούς τους, που έμαθε να τους χορεύει καλύτερα κι από τους ντόπιους. Το τραγούδι μάλιστα που του άρεσε περισσότερο, ήταν η «Βορειοηπειρώτισσα». Ένα τραγούδι που ερμήνευε ο Στυλιανός Μπέλλος και που οι στίχοι του, έπαιρναν στην ψυχή και στο μυαλό του στρατιωτικού, πατριωτικό περιεχόμενο. Βούρκωνε όταν το άκουγε και κορυφώνονταν το εθνικό του φρόνημα!

«Βορειοηπειρώτισσά μου είσαι χρόνια μακριά μου
αχ πόσο λαχταρώ στο πλευρό μου να σε δω…
στ΄ Αργυρόκαστρο μια μέρα θα ’ρθω να σου βάλω βέρα κ.λ.π.»

            Αυτό το τραγούδι λοιπόν, διάλεξε για να το χορέψει με τον Ρουσφέτογλου ο αντισυνταγματάρχης, γνωρίζοντας πως όταν θα το άκουγε ο υπουργός, θα του ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι, αφού ήταν …προοδευτικών πεποιθήσεων και ως εκ τούτου απεχθάνονταν κάθε τι που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί μιλιταριστικό ή εθνικό!
            Λίγα λεπτά αργότερα, κατέφθασε ο υφυπουργός με την κουρσάρα και την κουστωδία του. Προς μεγάλη του όμως απογοήτευση, διαπίστωσε ότι ο κόσμος δεν του έδωσε και τόση σημασία όση θα άρμοζε στο αξίωμα και στην προσωπικότητά του. Ωστόσο, αντέδρασε αστραπιαία, έκρυψε την ενόχληση που ένοιωσε, φόρεσε το καλό του το χαμόγελο και περιφέρθηκε στα γιορτινά τραπέζια για χαιρετούρες, τσούγκρισμα και τα τοιαύτα. Κατόπιν, αφού έβγαλε αυτοθαυμαζόμενος έναν μακροσκελή πύρινο λόγο προς τους αδιάφορους παραβρισκόμενους, ζήτησε να κελαηδήσουν τα κλαρίνα και να αρχίσουν οι χοροί!  
            Δεν πρόλαβε να κάνει ούτε μία γυροβολιά ο κακομοίρης ο Ρουσφέτογλου και ο καυκάσιος διοικητής που του την είχε στημένη, έκανε νόημα στον λοχία με το κασετόφωνο, άρπαξε το μαντίλι του υφυπουργού κι άρχισε να φωνάζει: «Τώρα χορεύουμε λεβέντικα υπουργέ μου, τώρα χορεύουμε λεβέντικα»!
            Τα ηχεία κάτω από τα υπόστεγα που φιλοξενούσαν τη γιορτή, άστραψαν και βρόντηξαν: Βοριεοηπειρώτισσά μου λείπεις χρόνια μακριά μου… ο πολιτικός ανήρ αρχικά αιφνιδιάστηκε, τα έχασε και χλόμιασε ο καημένος …οι εχθροί που μας μισούνε μακριά μου σε κρατούνε … ο υφυπουργός πρασίνισε από το κακό του, αλλά παγιδευμένος συνέχισε να χορεύει … θα παλέψω να σε πάρω αψηφώντας και το χάρο … ο κόσμος ενθουσιάστηκε τώρα, τον χειροκροτούσε και τον επευφημούσε… στ΄ Αργυρόκαστρο μια μέρα … έγινε πανζουρλισμός. Πολίτες και στρατιώτες, σήκωσαν αυθόρμητα στα χέρια τον διοικητή και τον υφυπουργό και άναψε για τα καλά το γλέντι!  
            Λίγο αργότερα ο υφυπουργός «κατουρημένος» από τη χαρά του, έπιασε παράμερα τον διοικητή για να τον συγχαρεί και να τον χαιρετίσει!  
-            Τι να σου πω Διοικηταρά μου. Πολύ το ευχαριστήθηκα το φετινό το Πάσχα, σε παραδέχομαι. Εμείς οι Ηπειρώτες κι εσείς οι Πόντιοι, να ξέρεις πως έχουμε πολλά κοινά σημεία! Είμαστε πάνω απ΄ όλα πατριώτες! Επ΄ ευκαιρία, πάρε και ετούτο εδώ το σημείωμα, είπε στον διοικητή και του έβαλε ένα χαρτάκι στο χέρι! Δεν είναι τίποτε για σένα να το κάνεις! Μια μικρούλα μόνο «εξυπηρέτηση» είναι στο όνομα μιας μεγάλης φιλίας που ξεκινάει μεταξύ μας από τώρα. Και μην αρχίσεις πάλι να γκρινιάζεις… μέρα που είναι σήμερα!
Χριστός Ανέστη!!!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας  

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2018

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟ …ΤΕΛΟΣ



            Πριν πενήντα χρόνια στην Πλατεία Συντάγματος, κατακαλόκαιρο. Οι δείκτες της περιβαλλοντικής συνείδησης του νεοέλληνα αγγίζουν το ναδίρ. Ο χώρος μπροστά από τις στάσεις των λεωφορείων και του τρόλεϊ βρομάει απίστευτα! Αν κάποιος κατάφερνε να κάνει περισσότερα από δύο βήματα χωρίς να πατήσει γόπα, σκουπίδι ή τσίχλα, αυτό θα αποτελούσε είδηση! Στο πέτρινο πεζούλι μερικά μέτρα πιο πέρα, δύο πανέμορφες κατάξανθες νεαρές τουρίστριες, σβήνουν βιαστικά τα αποτσίγαρά τους. Προς μεγάλη έκπληξη των ιθαγενών, δεν τα εκσφενδονίζουν προς το πλακόστρωτο με τη χρήση του αντίχειρα και του μεσαίου - τα δάχτυλα του «όπα» δηλαδή - αλλά τα φυλάνε σε μια πλαστική σακούλα για να τα ρίξουν αργότερα, σε κάποιον ακριβοθώρητο κάδο απορριμμάτων!
            Κάποιοι περαστικοί αναρωτιούνται: Τώρα γιατί το κάνουνε αυτό οι ξεπλυμένες; Δεν βλέπουν ότι ο τόπος κάτω είναι γεμάτος αποτσίγαρα; Μας το παίζουνε πολιτισμένες; Μπας και φυλάνε τις γόπες από τσιγκουνιά για να τις ξανανάψουνε αργότερα; Έτσι έχουνε μάθει στην πατρίδα τους ή μήπως το κάνουν από φόβο για το πρόστιμο; Μάλλον τις βάρεσε η ζέστη τις καημένες!
            Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, στην ίδια πλατεία, την ίδια εποχή. Οι δείκτες της περιβαλλοντικής συνείδηση δείχνουν μια ελαφρά βελτίωση, με ολίγη από Ολυμπιάδα. Ο χώρος μπροστά από τις στάσεις των λεωφορείων και του τρόλεϊ, δεν θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι λάμπει, αλλά εν πάση περιπτώσει, με κάποια δόση επιείκειας θα λέγαμε ότι είναι υποφερτός! Στο πέτρινο πεζούλι μερικά μέτρα πιο πέρα, δύο πανέμορφες κατάξανθες νεαρές τουρίστριες, αφού καταβρόχθισαν μπόλικα κρουασανάκια με γέμιση μαστίχας Χίου, ακουμπούν τις πλαστικές συσκευασίες δίπλα σε έναν ξεχειλισμένο από σκουπίδια κάδο απορριμμάτων, εκφράζοντας τον αποτροπιασμό τους με μορφασμούς αηδίας, απέχθειας και σιχαμάρας!  
            Κάποιοι περαστικοί αναρωτιούνται: Τώρα γιατί μορφάζουνε έτσι αυτές οι ξενέρωτες; Στην παρτίδα τους δεν είναι τίγκα οι κάδοι στο σκουπίδι, λίγο πριν τους αδειάσουνε τα συνεργεία καθαρισμού; Γίνεται ρε παιδιά να είναι κάποιος τόσο υποχόνδριος όσο αυτές;  Πολύ μυγιάγγιχτες ρε φίλε αυτές οι ξένες!
            Σήμερα, κάπου στην ελληνική επικράτεια εν μέσω γενικευμένης κρίσης! Οι δείχτες της περιβαλλοντικής συνείδηση των ιθαγενών τρελάθηκαν. Χτύπησαν κόκκινο κατόπιν της επιβολής από την κυβέρνηση, του περιβαλλοντικού τέλους της σακούλας! Στο ταμείο ενός σουπερμάρκετ, δύο «ξανθιές» τουρίστριες περιμένουν τον λογαριασμό για να πληρώσουν. Και τότε ακούγεται ο διάλογος που ακολουθεί:
            - Σακούλες δε θα μας δώσετε δεσποινίς; Που θα βάλουμε τα τρόφιμα που αγοράσαμε;
 - Αν θέλετε σακούλες πρέπει να τις πληρώσετε, γιατί είναι πλαστικές και καταστρέφουνε το περιβάλλον!
- Έ τότε βάλτε μας τα τρόφιμα σε χάρτινες ή βιοδιασπώμενες.
- Μόνο πλαστικές έχουμε και πρέπει να τις πληρώσετε γιατί τα χρήματα πάνε για την περιβαλλοντική πολιτική της κυβέρνησης!
- Μα αυτές οι πλαστικές σακούλες που μας δίνετε, έχουν τον λογότυπο του καταστήματός σας και με αυτόν τον τρόπο διαφημίζεστε με τα δικά μας τα λεφτά! Αν θέλετε να σας διαφημίζουμε περιφέροντας τις σακούλες σας, να πληρώσετε εσείς το τέλος!
 - Αν δεν σας αρέσουν αυτές κυρίες μου, μπορείτε να αγοράσετε σακούλες πολλαπλών χρήσεων!
-  Όχι, δεν θέλουμε σακούλες πολλαπλών χρήσεων γιατί δεν τις χρειαζόμαστε. Εξάλλου κι αυτές είναι πλαστικές και καταστρέφουνε το περιβάλλον όπως και οι άλλες. Θέλουμε χάρτινες!
            - Τι να σας πω εγώ κυρίες μου, μια απλή υπάλληλος είμαι. Αν δεν θέλετε σακούλες πλαστικές, πάρτε τα τρόφιμα στην αγκαλιά σας!  
            Κάποιοι ιθαγενείς που περιμένουν στην ουρά του ταμείου αναρωτιούνται: Γιατί γκρινιάζουνε ετούτες οι ξινές; Αφού έτσι κι αλλιώς όλες οι συσκευασίες των τροφίμων στο σουπερμάρκετ είναι πλαστικές, αυτές γιατί ζητάνε χάρτινες για τη μεταφορά τους; Ρε μπας και είναι βαλτές από τα κουαρτέτα για να μας κάνουνε χαλάστρα; Μήπως τη σακουλεύτηκαν οι τροϊκανοί τη δουλειά; Ότι δηλαδή το τέλος, αντί να πάει στο περιβάλλον θα καταλήγει σε διορισμούς, όσο θα πλησιάζουμε σε εκλογές; Τελικά έχουνε δίκιο αδερφέ μου αυτοί που λένε ότι οι ξένες, είναι ξινές, γκρινιάρες, ξεπλυμένες, ξενέρωτες, βαρεμένες, υποχόνδριες, μυγιάγγιχτες και τσιγκούνες. Άσε που μας το παίζουνε εκλεπτυσμένες, με δήθεν …τάχαμου περιβαλλοντικές ανησυχίες!
            Αύριο, σε όλη την επικράτεια: Εν τέλ(η)ει η ιστορία συνεχίζεται μέσα στο ίδιο περιβάλλον! Η παιδεία, η κοινωνική πολιτική, η αλληλεγγύη, η υγεία, η προστασία του περιβάλλοντος και η ανικανότητα του κράτους, απ' ότι φαίνεται θα εξακολουθούν εσαεί να ελαφρύνουν τις τσέπες του λαού και να βαραίνουν αποκλειστικά τις πλάτες του, όσο αυτός δεν αντιδρά!
Τέλος πάντων!!!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2018

ΞΥΠΝΗΣΕ ΜΕΣΑ ΜΑΣ Η ΕΛΛΑΔΑ


            Μια κουβέντα που ξεκίνησε με αφορμή τον εορτασμό της ημέρας της γυναίκας και τους αγώνες που δόθηκαν για την αξιοπρέπεια, το σεβασμό και για τα ίσα δικαιώματα στην εργασία με τους άνδρες, δεν άργησε να επεκταθεί στην οικονομική κατάσταση που βρίσκεται η χώρα και στις επιπτώσεις της στα εθνικά μας ζητήματα. Για να καταλήξει στο τέλος στο συμπέρασμα, πως οι καιροί απαιτούν οι γυναίκες να κατατάσσονται όπως και οι άνδρες στον Ελληνικό Στρατό! Και τότε, ακούστηκε η παρακάτω ιστορία. Μια ιστορία, που μας διηγήθηκε μία κυρία, κάτοχος δύο πανεπιστημιακών πτυχίων και μητέρα τριών παιδιών, που έκανε καριέρα στο στρατό:
«Τη λύση στο πρόβλημα, τη δώσαμε εμείς οι ίδιες οι γυναίκες που ήμασταν από τις πρώτες εθελόντριες που καταταγήκαμε στον Ελληνικό Στρατό! Δώσαμε μεγάλη μάχη για να αναδειχθούμε μέσα σε ένα ανδροκρατούμενο περιβάλλον που δυσκολεύονταν να μας δεχθεί. Παλέψαμε πολλές φορές, ακόμα και με τον ίδιο μας τον εαυτό! Κι όμως, τα καταφέραμε!   
            Εκείνες τις πρώτες και δύσκολες μέρες στη Μονάδα, ο αξιωματικός που ήταν υπεύθυνος για την εκπαίδευσή μας, μας κάλεσε εμένα και άλλες δύο κοπέλες για να μας ανακοινώσει πως το πρόγραμμα προέβλεπε για πρώτη φορά για τις γυναίκες, μια δύσκολη πορεία δώδεκα χιλιομέτρων σ’ ένα δύσβατο ορεινό δρομολόγιο! Μας ζήτησε μάλιστα, να αναλάβουμε οι τρεις μας, ως μεγαλύτερες στην ηλικία και αρχαιότερες στο βαθμό, την οργάνωση και την εκτέλεσή της. Αλληλοκοιταχτήκαμε αιφνιδιασμένες για λίγα δευτερόλεπτα κι ύστερα απαντήσαμε αποφασιστικά! «Είμαστε σίγουρες πως θα τα καταφέρουμε»!
            Την άλλη μέρα το πρωί, όλα ήταν έτοιμα για το μεγάλο στοίχημα! Χωριστήκαμε σε τρεις διμοιρίες των τριάντα, φορέσαμε τη στολή εκστρατείας, την πλήρη πολεμική εξάρτυση με το κράνος το σακίδιο τις κουβέρτες και όλα τα προβλεπόμενα που παίρνουν και οι άντρες. Αναρτήσαμε το όπλο μας και βγήκαμε από το κτίριο του λόχου στο χώρο αναφοράς.
 Εκεί, μας περίμενε μια μεγάλη έκπληξη! Είχαν μαζευτεί πενήντα με εξήντα κληρωτοί στρατιώτες οι οποίοι είχαν πληροφορηθεί πως θα πηγαίναμε οι γυναίκες για πορεία και μας υποδέχθηκαν με ειρωνικά σχόλια και χειροκροτήματα που συνοδεύονταν με τα γνωστά υποτιμητικά επιφωνήματα. Ευτυχώς όμως αυτό δεν κράτησε πολύ, γιατί μόλις εμφανίστηκε από τη γωνία ο αξιωματικός και τους αγριοκοίταξε, αυτοί το βάλανε στα πόδια!
            Στα δύο πρώτα χιλιόμετρα, παρουσιάστηκαν και τα πρώτα προβλήματα σε μερικές από εμάς, που κιότεψαν και φλέρταραν με το νοσοκομειακό όχημα που μας ακολουθούσε. Όμως, δεν τους το επιτρέψαμε οι υπόλοιπες να αποφύγουν την πορεία και μοιραστήκαμε η κάθε μία από λίγο το φορτίο τους.
Όταν διαπίστωσε ο αξιωματικός μας πως τα πηγαίναμε περίφημα και πως είχαμε υψηλό ηθικό, διέταξε τον υπαξιωματικό ρυθμιστή του βήματος να αποσυρθεί και παραχώρησε σε μας όλη την πρωτοβουλία. Αυτή η κίνησή του να μας εμπιστευτεί μας ενθουσίασε, αλλά από έλλειψη εμπειρίας κάναμε το μοιραίο λάθος και επιταχύναμε αδικαιολόγητα το βάδισμα και το ρυθμό!  
Θα είχαμε αφήσει πίσω μας πάνω από δέκα χιλιόμετρα, όταν επιτέλους το τέρμα της διαδρομής άρχισε να γίνεται ορατό! Την ίδια όμως στιγμή, συνειδητοποιήσαμε με τρόμο, ότι το τελευταίο χιλιόμετρο έπρεπε να το σκαρφαλώσουμε σε μια απότομη πλαγιά, δίπλα από μια απόκρημνη χαράδρα! Κι εμείς; …ήμασταν εντελώς εξαντλημένες! Μας είχαν ήδη εγκαταλείψει οι δυνάμεις μας όταν αντικρίσαμε τον «Γολγοθά», για τον οποίο παρότι είχαμε προειδοποιηθεί, δεν ήμασταν προετοιμασμένες να τον αντιμετωπίσουμε!  
Σαν άρχισε η αναρρίχηση ήμουνα έτοιμη να καταρρεύσω! Οι ώμοι μου πονούσαν αφόρητα και το αριστερό μου χέρι που κρατούσε το όπλο δεν το ένιωθα καθόλου. Και το χειρότερο, το πείσμα και η θέληση να καταξιωθούμε ως γυναίκες που ως εκείνη τη στιγμή με στήριζαν, άρχισαν τώρα πια να υποχωρούν! Για λίγο λύγισα, όταν, καθώς περνούσαμε ανάμεσα από τους καταπράσινους θάμνους που κράταγαν ακόμα πάνω στα φυλλαράκια τους την πρωινή δροσιά, με κυρίευσε μία ακαταμάχητη επιθυμία να φύγω από τη γραμμή και ν΄ ακουμπήσω πάνω στις φυλλωσιές τους το πρόσωπό μου, που έκαιγε αφόρητα από την κούραση και την προσπάθεια!   
Ζήτησα τη βοήθεια της Παναγιάς, να μη το βάλω κάτω. Έφερα το δεξί μου χέρι ως το στήθος και σχημάτισα έναν μικρό σταυρό στα κρυφά, ώστε να μην αντιληφθεί κανείς πως είχα πια περάσει τα όριά μου. Παναγιά μου, είπα, δώσε μου δύναμη! Δεν πρέπει να σταματήσω! Καμιά μας τώρα, δεν έχει το δικαίωμα να εγκαταλείψει!
 Ο χρόνος λες και είχε σταματήσει! Τα πόδια μου μετρούσαν τα βήματα μηχανικά, χωρίς να παίρνουν εντολή από εμένα! Δεν τα ένοιωθα σχεδόν καθόλου!
Γύρισα το κεφάλι και κοίταξα δίπλα μου τις άλλες κοπέλες. Είχαν σφιγμένα τα χείλια και το βλέμμα τους εκλιπαρούσε την εντολή να σταματήσουμε!
Σκέφτηκα πως αν αποτυγχάναμε θα πήγαιναν στράφι, όλα όσα ως τότε είχαμε κατακτήσει! Κοίταξα προς τον τερματισμό απελπισμένα! Μένανε τώρα λιγότερα από διακόσια μέτρα, αλλά μου φαίνονταν ατέλειωτα! Είπα θα πέσω!  
Και τότε, ακούστηκε από τις τελευταίες γραμμές μια ξεψυχισμένη στην αρχή φωνή που όμως όλο και δυνάμωνε… Σε γνωρίζω από την κόψη… ήμουν σίγουρη πως ήταν η Μαρία… του σπαθιού την τρομερή… ήταν παντρεμένη η Μαρία και είχε κι ένα μωράκι… σε γνωρίζω από την όψη… αργότερα μάθαμε πως στην πορεία ήταν ήδη έγκυος στο δεύτερο παιδί της… που με βία μετράει τη γη… η φωνή της ξαφνικά μας φάνηκε κρυστάλλινη… απ’ τα κόκαλα βγαλμένη… σαν κάποιος να έδωσε εκείνη τη στιγμή το σύνθημα αρχίσαμε όλες μαζί να τραγουδάμε τον εθνικό μας ύμνο… των Ελλήνων τα ιερά… ένας αντίλαλος αντήχησε από την άλλη πλευρά της χαράδρας που ακολουθούσε το τραγούδι μας… και σαν πρώτα ανδρειωμένη… κι όμως το τραγούδι που έφτανε στ αυτιά μας από τον απέναντι βράχο δεν είχε καθυστέρηση, δεν ήταν ο αντίλαλός μας. Λες και ήταν οι μανάδες μας αυτές που τραγουδούσαν. Λες και οι γιαγιάδες μας να ήταν αυτές που έσμιγαν μαζί μας τις φωνές τους. Λες και να ήταν ζωντανές, οι άγιες οι σκιές των γυναικών της Πίνδου! … χαίρε ω χαίρε Ελευθεριά!  
Ξύπνησε μέσα μας η Ελλάδα και νικήσαμε»!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας