Κυριακή, 8 Απριλίου 2018

ΠΑΣΧΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ (ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΕΡΑ)



Μέρα που είναι σήμερα, θα σας πω μια πασχαλινή ιστορία για γέλια και για κλάματα που έχει εθνικοθρησκευτικοπολιτικοκοινωνικομιλιταριστικοσατιρικό περιεχόμενο! Η ιστορία αυτή, που είναι αληθινή, διαδραματίστηκε σε ένα στρατόπεδο της Ηπείρου, την εποχή της βαθιάς μεταπολίτευσης, λίγο πριν καταρρεύσει το σιδηρούν παραπέτασμα. Όταν ακόμα το ΠΑΣΧΑ, γιορτάζονταν μεγαλοπρεπώς και «εθιμοπρεπώς» σε όλες τις Μονάδες του Στρατού μας.
Ο Διοικητής της εν λόγω Μονάδας, ήταν ένας λεβένταρος, Καυκάσιος στην καταγωγή αντισυνταγματάρχης, ο οποίος αν ζούσε στην εποχή της «Εθνικής Επαναστάσεως του Εικοσιένα», θα είχε όλα τα χαρακτηριστικά του τουρκοφάγου! Ήταν ίσα με δυο μέτρα ψηλός, θηριώδης θα έλεγα, μουστακαλής και με το τεράστιο ποντιακό κεφάλι του να σε κοιτάει αφ υψηλού, σου δημιουργούσε ρίγος με την αγριάδα του. Ωστόσο όταν τον γνώριζες καλύτερα, αναγνώριζες μέσα του μια χρυσή καρδιά και έναν απίστευτο καλαμπουρτζή!
Όλα ήταν έτοιμα λοιπόν για τη γιορτή. Οι επιτροπές ψησίματος των αμνοεριφίων, της διακόσμησης, της παράθεσης του γεύματος κ.τ.λ. είχαν κάνει άψογα την δουλειά τους και οι «αλφαμίτες» είχαν πιάσει τα πόστα τους για να υποδεχθούν τους καλεσμένους και τον λαό, καθότι οι πύλες των στρατοπέδων την ημέρα του ΠΑΣΧΑ, ήταν ανοιχτές για όλον τον κόσμο.
Κάποια στιγμή και ενώ είχαν σχεδόν γεμίσει τα τραπέζια με τους συγγενείς των οπλιτών, τις οικογένειες των αξιωματικών και τους κατοίκους της γύρω περιοχής, ειδοποιήθηκε ο διοικητής από τον υπασπιστή του: «Τηλεφώνησαν κύριε διοικητά από το γραφείο του κυρίου Ρουσφέτογλου. Είπαν ότι θα μας επισκεφθεί ο υφυπουργός για τις καθιερωμένες ευχές, για να τσουγκρίσει το αυγό και να χορέψει μαζί μας τους παραδοσιακούς χορούς».
Όταν άκουσε αυτό το όνομα ο Καυκάσιος διοικητής, κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό. Δεν τα πηγαίνανε καθόλου καλά οι δυο τους! Ο μεν Ρουσφέτογλου ζητούσε συνεχώς «διευκολύνσεις» για τους εν δυνάμει ψηφοφόρους του, ο δε αντισυνταγματάρχης αντιδρούσε συστηματικά, αφού δεν ήθελε με τίποτε να αδικήσει τους υπόλοιπους στρατιώτες. Μάλιστα ο Ρουσφέτογλου, κάποια στιγμή που είχε απηυδήσει με τον …στενόμυαλο στρατιωτικό, τον είχε απειλήσει με δυσμενή μετάθεση!
Και ξαφνικά, το πρόσωπο του διοικητή φωτίστηκε!
-            Έλα εδώ παλικάρι μου, φωνάζει τότε τον έφεδρο λοχία που ήταν υπεύθυνος επί του μουσικού προγράμματος. Πάρε αυτήν εδώ την κασέτα και μόλις σου κάνω νόημα θα την βάλεις να παίξει το πρώτο τραγούδι, για να το χορέψουμε παρέα με τον υπουργό!
            Ένα χρόνο πριν, όταν τοποθετήθηκε ως διοικητής σε αυτή την Μονάδα ο αντισυνταγματάρχης και γνώρισε από κοντά τους Ηπειρώτες, λάτρεψε τόσο πολύ τη μουσική και τους χορούς τους, που έμαθε να τους χορεύει καλύτερα κι από τους ντόπιους. Το τραγούδι μάλιστα που του άρεσε περισσότερο, ήταν η «Βορειοηπειρώτισσα». Ένα τραγούδι που ερμήνευε ο Στυλιανός Μπέλλος και που οι στίχοι του, έπαιρναν στην ψυχή και στο μυαλό του στρατιωτικού, πατριωτικό περιεχόμενο. Βούρκωνε όταν το άκουγε και κορυφώνονταν το εθνικό του φρόνημα!

«Βορειοηπειρώτισσά μου είσαι χρόνια μακριά μου
αχ πόσο λαχταρώ στο πλευρό μου να σε δω…
στ΄ Αργυρόκαστρο μια μέρα θα ’ρθω να σου βάλω βέρα κ.λ.π.»

            Αυτό το τραγούδι λοιπόν, διάλεξε για να το χορέψει με τον Ρουσφέτογλου ο αντισυνταγματάρχης, γνωρίζοντας πως όταν θα το άκουγε ο υπουργός, θα του ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι, αφού ήταν …προοδευτικών πεποιθήσεων και ως εκ τούτου απεχθάνονταν κάθε τι που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί μιλιταριστικό ή εθνικό!
            Λίγα λεπτά αργότερα, κατέφθασε ο υφυπουργός με την κουρσάρα και την κουστωδία του. Προς μεγάλη του όμως απογοήτευση, διαπίστωσε ότι ο κόσμος δεν του έδωσε και τόση σημασία όση θα άρμοζε στο αξίωμα και στην προσωπικότητά του. Ωστόσο, αντέδρασε αστραπιαία, έκρυψε την ενόχληση που ένοιωσε, φόρεσε το καλό του το χαμόγελο και περιφέρθηκε στα γιορτινά τραπέζια για χαιρετούρες, τσούγκρισμα και τα τοιαύτα. Κατόπιν, αφού έβγαλε αυτοθαυμαζόμενος έναν μακροσκελή πύρινο λόγο προς τους αδιάφορους παραβρισκόμενους, ζήτησε να κελαηδήσουν τα κλαρίνα και να αρχίσουν οι χοροί!  
            Δεν πρόλαβε να κάνει ούτε μία γυροβολιά ο κακομοίρης ο Ρουσφέτογλου και ο καυκάσιος διοικητής που του την είχε στημένη, έκανε νόημα στον λοχία με το κασετόφωνο, άρπαξε το μαντίλι του υφυπουργού κι άρχισε να φωνάζει: «Τώρα χορεύουμε λεβέντικα υπουργέ μου, τώρα χορεύουμε λεβέντικα»!
            Τα ηχεία κάτω από τα υπόστεγα που φιλοξενούσαν τη γιορτή, άστραψαν και βρόντηξαν: Βοριεοηπειρώτισσά μου λείπεις χρόνια μακριά μου… ο πολιτικός ανήρ αρχικά αιφνιδιάστηκε, τα έχασε και χλόμιασε ο καημένος …οι εχθροί που μας μισούνε μακριά μου σε κρατούνε … ο υφυπουργός πρασίνισε από το κακό του, αλλά παγιδευμένος συνέχισε να χορεύει … θα παλέψω να σε πάρω αψηφώντας και το χάρο … ο κόσμος ενθουσιάστηκε τώρα, τον χειροκροτούσε και τον επευφημούσε… στ΄ Αργυρόκαστρο μια μέρα … έγινε πανζουρλισμός. Πολίτες και στρατιώτες, σήκωσαν αυθόρμητα στα χέρια τον διοικητή και τον υφυπουργό και άναψε για τα καλά το γλέντι!  
            Λίγο αργότερα ο υφυπουργός «κατουρημένος» από τη χαρά του, έπιασε παράμερα τον διοικητή για να τον συγχαρεί και να τον χαιρετίσει!  
-            Τι να σου πω Διοικηταρά μου. Πολύ το ευχαριστήθηκα το φετινό το Πάσχα, σε παραδέχομαι. Εμείς οι Ηπειρώτες κι εσείς οι Πόντιοι, να ξέρεις πως έχουμε πολλά κοινά σημεία! Είμαστε πάνω απ΄ όλα πατριώτες! Επ΄ ευκαιρία, πάρε και ετούτο εδώ το σημείωμα, είπε στον διοικητή και του έβαλε ένα χαρτάκι στο χέρι! Δεν είναι τίποτε για σένα να το κάνεις! Μια μικρούλα μόνο «εξυπηρέτηση» είναι στο όνομα μιας μεγάλης φιλίας που ξεκινάει μεταξύ μας από τώρα. Και μην αρχίσεις πάλι να γκρινιάζεις… μέρα που είναι σήμερα!
Χριστός Ανέστη!!!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας