Πέμπτη, 7 Μαΐου 2015

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ...


     Ο Διαμάντης, καλός φίλος  και  γνήσιος Μακεδόνας, συνταξιούχος πλέον του Δημοσίου, ταξιδεύοντας  τις προάλλες προς την Ηγουμενίτσα για να παραβρεθεί στα βαφτίσια του εγγονού του, στάθηκε σε έναν σταθμό εξυπηρέτησης αυτοκινητιστών στον κόμβο της Εγνατίας, για να φουλάρει το αμάξι του και να ξαποστάσει για λίγο από το μακρινό του ταξίδι. Δεν άργησα κι εγώ να φθάσω εκεί, ανταποκρινόμενος με χαρά στο  τηλεφώνημά του. Ωστόσο, παραξενεύτηκα όταν τον βρήκα να με περιμένει όρθιος δίπλα στο αυτοκίνητό του στο τεράστιο πάρκιν, σε έξαλλη κατάσταση. 

                 -          Τι έπαθες βρε Διαμάντη;  Όλα καλά;

                 -          Τέλεια φίλε μου. Αν εξαιρέσεις πρώτον πως έσπασε ο προφυλακτήρας του αυτοκινήτου μου πάνω σ αυτό το άθλιο φρεάτιο των ομβρίων  και δεύτερον πως ταξιδεύω με τα λεφτά που είχα κρατημένα για τη δόση της εφορίας, όλα είναι τέλεια. Μου απάντησε μισοαγριεμένα, μισοαπελπισμένα!

                 -          Καλά βρε Διαμάντη μη κάνεις έτσι, παλιολαμαρίνες είναι, πάμε μέσα που έχει δροσιά να καθίσουμε, να πιούμε ένα καφεδάκι κι αν θες να μιλήσεις σε κάποιον για να ξεθυμάνεις, πες τα σε μένα.  

                 Έτσι λοιπόν ο Διαμάντης με το που καθίσαμε, έστριψε ένα τσιγαράκι, ρούφηξε με θόρυβο μια γουλιά από τον μέτριο ελληνικό που άχνιζε κάτω από τα ρουθούνια του και άρχισε να μου διηγείται τον πόνο του: 

                Που λες Γιάννη, αυτά τα φρεάτια στους δρόμους, μου έχουν γίνει βραχνάς από παλιά. Θα ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ενενήντα, όταν με τοποθέτησε η Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών, για πρώτη φορά σε μια επιτροπή, να παραλάβουμε μαζί με άλλους πέντε, έναν ορεινό δρόμο στη Δυτική Μακεδονία. Στο σπίτι έγινε γιορτή. Είχε ακούσει εν τω μεταξύ η μακαρίτισσα η γυναίκα μου από τις φίλες της, πως οι επιτροπές αυτές έχουν τα ¨τυχερά¨ τους κι έτσι έφτιαξε ένα ταψί ραβανί, που άρεσε πολύ και στα κορίτσια.   

                Ξεκινήσαμε την επομένη το πρωί σύσσωμη η επιτροπή με ένα βαν της υπηρεσίας και σταθήκαμε λίγο έξω από την πόλη σε ένα κεντράκι, μέχρι να έρθει και ο κ Μανούλας, ο εργολάβος. Κουβέντα στην κουβέντα περνούσε η ώρα, ήπιαμε τους καφέδες, άρχισαν να έρχονται και οι μπυρίτσες με το σχετικό μεζεδάκι, αλλά ο  Μανούλας άφαντος. «Βρε παιδιά η ώρα πήγε έντεκα», τόλμησα να πω κάποια στιγμή. «Εσύ δε μιλάς σήμερα ¨νέος¨. Μόνο ακούς για να μαθαίνεις», μου απάντησε αυστηρά ο αρχηγός της ομάδας και οι υπόλοιποι λυθήκανε στα γέλια. Όταν η ώρα πήγε δωδεκάμιση δεν άντεξα, σηκώθηκα και είπα στους άλλους πως θα πάρω το όχημα με τον οδηγό και θα πάμε να ελέγξω τον νεοκατασκευασμένο δρόμο, προκαλώντας έτσι τη δυσφορία και τα όχι και τόσο κολακευτικά σχόλια των υπολοίπων. Κλείνοντας η πόρτα του μαγαζιού πίσω μου, άκουσα τον κ Μανούλα που εν τω μεταξύ είχε φτάσει παρέα με την τεράστια κοιλιά του, να ρωτάει έκπληκτος τους άλλους: «Που πάει αυτός»;

               Να μη στα πολυλογώ φίλε μου, το πρώτο πράγμα που έκανα φτάνοντας στον δρόμο που ήταν να παραλάβουμε, ήταν να μετρήσω τα φρεάτια. Τρείς φορές τα μέτρησα εγώ κι άλλες τόσες ο οδηγός και ούτε τα μισά δεν ήταν φτιαγμένα από αυτά που προέβλεπε ή μελέτη.  Απορημένος, γύρισα πίσω και βρήκα τους άλλους μια παρεούλα με τον εργολάβο, να λιανίζουν μια μεγάλη πιατέλα φορτωμένη με κουτσομούρες και να λένε ανέκδοτα. «Πάρτε παιδιά ψαράκι, μη ντρέπεστε λεβέντες μου, φρούτο είναι, θα πάρουμε κι άλλες», προέτρεπε ο Μανούλας τους συνδαιτυμόνες του και γέλαγαν μαζί του και τα λιγδιασμένα του μουστάκια . Εγώ δεν άντεξα, πήρα τα χαρτιά της παραλαβής του δρόμου από το διπλανό τραπέζι, που εν τω μεταξύ ήταν έτοιμα και υπογεγραμμένα απ όλους τους άλλους και τα υπέγραψα με επιφύλαξη και με τις σχετικές παρατηρήσεις μου. Οι άλλοι δίπλα, σα να μη συνέβαινε τίποτα, συνέχισαν το γεύμα εργασίας μέχρι που συμπληρώθηκε το ωράριο.  Ιερό πράμα η τήρηση του ωραρίου στο Δημόσιο φίλε μου. «Το τραπέζι κερασμένο απ το αφεντικό», διευκρίνισε ο μαγαζάτορας πριν κινήσουμε όλοι για τα σπίτια μας.

               Μετά από καμιά δεκαριά μέρες, πήγα και βρήκα τον προϊστάμενο, να τον ρωτήσω τι έγινε με την υπόθεση. Αυτός, με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω διερευνητικά, λες και με έβλεπε για πρώτη φορά και μου απάντησε ψυχρά και κατηγορηματικά, πως συγκροτήθηκε άλλη επιτροπή και η υπόθεση έκλεισε. Καθώς έφευγα αποσβολωμένος, ο κ προϊστάμενος με προέτρεψε με νόημα, να ρίξω καμιά ματιά στο βιβλίο της Τρίτης Δημοτικού, στο κεφάλαιο της «δημιουργικής αριθμητικής», γιατί λέει τον είχαν πληροφορήσει από το τμήμα μου, πως μπέρδευα την πρόσθεση με τον πολλαπλασιασμό.  

              Κοίταξε ο Διαμάντης το ρολόι του, έβγαλε με ένα αναστεναγμό τον καπνό της τελευταίας τζούρας του τσιγάρου του και συνέχισε. Από τότε που λες φίλε μου, κάθε φορά που βρίσκομαι τετ α τετ με φρεάτια του δρόμου, τα βάζω με τον εαυτό μου και συγχύζομαι. Περιττό να σου πω, πως δεν με ξαναβάλανε σε επιτροπή παραλαβής έργου μέχρι που βγήκα στη σύνταξη.   

              -          Μα δε θα έπρεπε να στεναχωριέσαι γι αυτό το λόγο βρε Διαμάντη, ίσα ίσα που θα πρέπει να είσαι και υπερήφανος που έκανες τίμια τη δουλειά σου, σε αντίθεση με τους άλλους! 

              -          Αυτά να μη τα λες σε μένα Γιάννη. Να τα πεις σ αυτούς που μας κυβέρνησαν και που διέλυσαν το κράτος. Όσο για τους άλλους μην ανησυχείς. Να είσαι σίγουρος πως ούτε τύψεις έχουν, ούτε στεναχωριούνται ιδιαίτερα για το πώς θα πληρώσουν τους λογαριασμούς τους. 

              -          Γεια σου Διαμάντη, καλό ταξίδι. Να προσέχεις.

              Τελικά όλα είναι χρυσοπληρωμένα από τους τίμιους και τους νοικοκυραίους σ αυτή τη χώρα, συλλογίστηκα, καθώς το αυτοκίνητο του φίλου μου χανόταν στην κίνηση της ανισόπεδης διάβασης της Εγνατίας οδού.  

 Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Πηγή: www.proinoslogos.gr