Πέμπτη, 7 Μαΐου 2015

Ο Λουκάς, η προκαταβολή και το σαραβαλάκι…

Το ¨παλιάμαξο¨ αν και το είχα αγοράσει καινούριο, κατάφερε μέσα σε μια πενταετία να μου κοστίσει εφτά φορές την αξία του σε επισκευές και ανταλλακτικά και να κάνει πλούσιο τον κυρ Κώστα, τον αρχιμάστορα του εξουσιοδοτημένου συνεργείου. Μια βόλτα πήγαινε το αφιλότιμο με μένα και μία με τον γερανό, εναλλάξ.  
 Έτσι λοιπόν, αποφάσισα να το πουλήσω για να το ξεφορτωθώ. Κανένας όμως δεν ήθελε να το αγοράσει. Τελικά, αφού ξόδεψα ένα σκασμό λεφτά για αγγελίες σε εφημερίδες και ειδικά περιοδικά, σκέφτηκα μες στην απελπισία μου να ζητήσω τη γνώμη του φίλου μου του Λουκά στη Θεσσαλονίκη, που ήταν της δουλειάς. 
-          Γιάννη, με συμβούλεψε αυτός με αφοπλιστική σοβαρότητα στη φωνή του. Πλύνε καλά τον κινητήρα και το σαλόνι, άφησέ το ελαφρώς άπλυτο εξωτερικά, μιας και έχει μικροπροβλήματα στο χρώμα, βάλε τo ριγέ σου το σακάκι και με το φέρνεις την Κυριακή το πρωί στου Χαριλάου, που έχει παζάρι μεταχειρισμένων. Θα σε περιμένω από τη δεξιά πλευρά του δρόμου όπως έρχεσαι από το κέντρο. 
Έτσι λοιπόν, ακολουθώντας κατά γράμμα τις οδηγίες του Λουκά, τον βρήκα να με περιμένει επί της  Χαριλάου για τα καθέκαστα. Είχε κρατήσει μάλιστα και μίαν περίοπτον θέσιν για να το παρκάρω, δίπλα σε μια μεγάλη πλατεία.  
-          «Άνοιξε το καπό και τα παράθυρα», με διέταξε σαν βαθμοφόρος στο στρατό και συνέχισε στον ίδιο τόνο. «Φόρεσε το σακάκι σου, ανέβα απάνω σ αυτά τα δύο στιμεντότουβλα για να φαίνεσαι από μακριά, κράτα και το βιβλίο των σέρβις στο χέρι και περίμενε να σε στείλω κόσμο». 
Ρε μπας και του σάλεψε του Λουκά; Αναρωτήθηκα. Ωστόσο όταν άρχισε να μαζεύεται κόσμος, ανέβηκα στα τσιμεντότουβλα και άρχισα να απαγγέλω, δειλά στην αρχή και με περισσό θράσος στη συνέχεια, μερικά  λόγια που είχα πρόχειρα σχεδιάσει από πριν στο μυαλό μου, εκθειάζοντας τα προσόντα του αυτοκινήτου και αποκρύβοντας επιμελώς τις ¨ατέλειές¨ του, που δεν ήταν και λίγες. Στο πρώτο τέταρτο της ώρας είχε μαζευτεί γύρω από το αμάξι, κόσμος και κοσμάκης. Στο δεύτερο τέταρτο, ευτύχησα να το πουλήσω σε κάποιον ποδοσφαιριστή του Ηρακλή Θεσσαλονίκης, που μου έδωσε μάλιστα και μια καλή προκαταβολή για καπάρο, μη τυχόν και χάσει το κελεπούρι. 
-          Λουκά, πρέπει να είμαι σπουδαίος ρήτορας, του είπα με καμάρι λίγο αργότερα όταν μείναμε μόνοι. 
-          Ναι καλά! Μου απάντησε αυτός μορφάζοντας σκωπτικά. Ας μη σε έστελνα εγώ την πελατεία και δε θα το πούλαγες το σαράβαλο, ούτε στη Δευτέρα Παρουσία. 
-          Δηλαδή; Τον ρώτησα με αφέλεια. 
-          Να! Πήγαινα όπου είχε μαζεμένο κόσμο και αναστενάζοντας μονολογούσα με δυνατή φωνή για να με ακούσουν οι γύρω. «Αχ! Να μην έχω λεφτά μαζί μου. Εκείνος ο  άσχετος με το ριγέ σακάκι, που είναι ανεβασμένος πάνω στα στιμεντότουβλα, πουλάει το μαύρο το αυτοκίνητο, σχεδόν τσάμπα. Πολύ πρώτο αμαξάκι. Φοβερή ευκαιρία. Τυχερός αυτός που θα το πάρει». Τι να κάνουμε Γιάννη μου; Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.
-          Ρε Λουκά είσαι απίθανος, του απάντησα, αν και αισθανόμουνα λιγάκι άβολα που με είχε κάνει ρεζίλι σε τόσο κόσμο και που, έστω και χωρίς τη θέλησή μου, είχα γίνει μέρος μιας μικρής σκευωρίας. Πώς να στο ξεπληρώσω;
-          Έλα ρε Γιάννη, οι φίλοι γι αυτό είναι. Δεν κάνει τίποτα. Πάντως, αν δεν το ξέρεις, σήμερα και αύριο το βράδυ στο «Ροντέο», εμφανίζονται ο Βασίλης Καράς με τον Γονίδη και θα γίνει χαμός.
Έτσι και έγινε. Το ίδιο βράδυ, εγώ, ο Λουκάς και η προκαταβολή, βρεθήκαμε παρέα, πρώτο τραπέζι πίστα στο «Ροντέο».
 
Γιάννης Β. Δεβελέγκας


Πηγή: Εφημερίδα «Πρωινός Λόγος»